Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Δυο ταινίες του Bahman Ghobadi για τους Κούρδους, τη μουσική και την καταπίεση της γυναικείας φωνής


Gomgashtei dar Aragh [Marooned in Iraq ] (2002) Ένας Κούρδος μουσικός απ' το Ιράν περιπλανιέται με τους δυο γιους του στο ιρακινό Κουρδιστάν στη διάρκεια του πολέμου Ιράκ Ιράν. Ο σκοπός του επικινδύνου αυτού ταξιδιού είναι να συναντήσει τη Χαναρέ, μια απ΄τις γυναίκες του- μάλλον η αγαπημένη του- που τον εγκατέλειψε πριν 23 χρόνια για τον καλύτερό του φίλο. Εκτός από γυναίκα του η Χαναρέ ήταν και η τραγουδίστρια του γκρουπ, το οποίο μετά την φυγή της στο Ιράκ διαλύθηκε. Οι γιοι του είναι κι αυτοί ιδιαίτερες περιπτώσεις, ο ένας έχει 7 γυναίκες και 11 κόρες και ελπίζει να βρει καινούρια γυναίκα στο ταξίδι για να αποκτήσει επιτέλους ένα γιο, στον οποίο θα διδάξει μουσική. Ο άλλος είναι άγαμος.
 Έτσι έχουμε ένα ρόαντ μούβι στο Ιράκ την εποχή του αφανισμού των Κούρδων από το Σαντάμ, όπου ο πρωταγωνιστής ψάχνει τη χαμένη σύζυγο και οι γιοί του ψάχνουν γυναίκα για παντρειά, ενώ παράλληλα ξεναγούμαστε στην κουλτούρα και τα πάθη του κουρδικού λαού: κατεστραμμένα και εγκαταλειμμένα χωριά, βομβαρδισμοί, κλέφτες, λαθρέμποροι, ορφανά, στρατόπεδα συγκέντρωσης, θύματα του χημικού πολέμου. Ταυτόχρονα έχουμε και πολύ χιούμορ, ο πατέρας και οι γιοι καυγαδίζουν συνέχεια και οι γιοι είναι γκαφατζήδες, ειδικά αυτός με τις 7 συζύγους. Κι άλλοι χαρακτήρες εμφανίζονται όπως ο φιλοχρήματος λαθρέμπορος που ευλογεί το Σαντάμ και στο τέλος τιμωρείται, ένας ηρωικός δάσκαλος, όμορφες νέες γυναίκες. Και μαθαίνουμε και σε τι μπορεί να χρησιμεύσει η μύτη του καμαντσέ: για σκάψιμο!
Σε μια απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές ο ανύπαντρος γιος κάνει πρόταση γάμου σε μια νεαρή που βλέπουμε μόνο τη σκιά της, και την οποία ερωτεύτηκε ακούγοντάς την να τραγουδά. Θα σε παντρευτώ του λέει αυτή, αν μου μάθεις να τραγουδώ. Μα απαγορεύεται να τραγουδάνε οι γυναίκες της απαντάει, μπορείς όμως να τραγουδάς για μένα στο σπίτι. Η σκιά τότε απομακρύνεται.


Το θέμα της απαγόρευσης του τραγουδιού από γυναίκες στο Ιράν θίγεται και στο Niwemang [Half Moon] (2006), όπου έχουμε μια οικογένεια Κούρδων μουσικών πατέρας και 10 γιοι που θέλουν να περάσουν στο Ιράν για να δώσουν μια συναυλία. Μετά από τα χίλια εμπόδια που συναντούν στο δρόμο, ο ένας μετά τον άλλο εγκαταλείπουν το ταξίδι. Το Ηalf Μoon μοιάζει με μια πιο γυαλισμένη εκδοχή του Μarooned in Ιraq. Έχουμε πρωτοκλασάτες ηθοποιούς(Golshifteh Farahani, Hedye Tehrani) , πιο εξωτικές γωνίες λήψης, όνειρα και προφητείες, σουρεαλιστικές σκηνές με ηχητικά εφέ που σου σηκώνουν την τρίχα, μουσική new age (του Αλιζαντέ) που ακούγεται συνέχεια, ενώ το σενάριο είναι προβληματικό με καταστάσεις να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Και με μερικά κρύα αστεία πχ. σεξουαλικά υπονοούμενα για Τούρκους.
Εδώ έχουμε τρεις γυναίκες. Η μία, κόρη του πρωταγωνιστή δεν ταξιδεύει με τον πατέρα της, γιατί ο άντρας της διαφωνεί με την επικίνδυνη αποστολή και τέλος πάντως είναι και δασκάλα και δε θα 'πρεπε να αφήσει τους μαθητές της. Η δεύτερη είναι μια παλιά τραγουδίστρια (Τεχρανί) ή οποία μένει σε ένα σουρεαλιστικό χωριό όπου ζουν περιορισμένες όλες οι τραγουδίστριες του Ιράν. Η τρίτη είναι μια νέα τραγουδίστρια με το όνομα Niwemang (Φαραχανί) , που η φωνή της ξυπνά και τους πεθαμένους και η οποία δεν είναι σίγουρο ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο και όχι δημιούργημα της φαντασίας του πρωταγωνιστή ή άγγελος.
Στο Ιράν ο νόμος απαγορεύει να τραγουδάνε σόλο τραγουδίστριες δημόσια και μπροστά σε αντρικό κοινό, έτσι μετά την επανάσταση οι περισσότερες τραγουδίστριες αναγκάστηκαν ή να φύγουν στο εξωτερικό ή να μείνουν σιωπηλές στο Ιράν. Όχι μόνο αστέρια της ποπ και του ελαφρολαϊκού βέβαια, αλλά και παραδοσιακές ή κλασσικές τραγουδίστριες, των οποίων η εμφάνιση και η παρουσία δε νομίζω να ερέθιζε σεξουαλικά, αλλά τέλος πάντων δεν είναι αυτό το θέμα. Σήμερα, απ' όσο έχω καταλάβει επιτρέπεται σε γυναίκες να συμμετέχουν σε χορωδίες ή να συνοδεύουν άντρες στο τραγούδι, αλλιώς μπορούν να τραγουδάνε μόνο μπροστά σε αμιγώς γυναικείο κοινό, αλλά στην τελευταία περίπτωση είναι δύσκολο να σταθείς επαγγελματικά. *
Για μένα ο τρόπος που ο Γκομπαντί θίγει το θέμα αυτό είναι αρκετά επιφανειακός. Αν πραγματικά πιστεύει ότι οι γυναίκες αδικούνται από του νόμους του κράτους του, θα ήταν καλή ιδέα να μην τις παρουσιάζει με τόσο στερεοτυπικό τρόπο, σαν άβουλα όντα ή φαντασιώσεις άρρωστων γέρων. Και στις δυο ταινίες ακούμε δυο τρεις ωραίες κουβέντες για το «γυναικείο ζήτημα», αλλά η γενικότερη φιλοσοφία παραμένει παραδοσιακή (δε θέλω να γράψω σοβινιστική) . Ίσως γιατί αυτό είναι πιο ρεαλιστικό σύμφωνα με την κουρδική κουλτούρα που ο σκηνοθέτης την ξέρει καλά. Κάποιος κακόπιστος όμως θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο Γκομπαντί απλά προσπαθεί να εντυπωσιάσει και να τραβήξει την προσοχή στο «τυραννικό καθεστώς του Ιράν» ενώ ο ίδιος έχει τις ίδιες πάνω κάτω αντιλήψεις με τους μουλάδες (οι γυναίκες είναι μυστήρια ερωτικά πλάσματα).

*Πως ακριβώς και πόσο αυστηρά εφαρμόζονται αυτοί οι νόμοι και τι άλλο χρειάζεται για πάρει κανείς άδεια για συναυλίες και ηχογραφήσεις στο Ιράν δεν το γνωρίζω. Πάντως οι γυναίκες μπορούν κανονικά να παίζουν μουσικά όργανα στη σκηνή, η φωνή τους είναι που θεωρείται αμαρτωλή. Από την άλλη, τα μουσικά όργανα από μόνα τους θεωρούνται όργανα του διαβόλου. Διάβασα ότι στην ιρανική τηλεόραση, ακόμα κι όταν μεταδίδεται μια συναυλία, η κάμερα δεν τα δείχνει ποτέ.
Εδώ η αναγγελία μιας συναυλίας της Hengameh Akhavan με αμιγώς γυναικείο κοινό:  http://events.kodoom.com/en/tehran-iran/hengameh-akhavan-concert/55602/e/

Κι ένα μίνι αφιέρωμα σε κάποιες παλιές Ιρανές τραγουδίστριες :
Η θρυλική Γκουγκούς (Googoosh) 
H Γκουγκούς μετά από πολλά χρόνια σιωπής συνέχισε την καριέρα της στο εξωτερικό: http://www.youtube.com/watch?v=ByvrIOvWDOs

Η Hayedeh σ' ένα ωραίο βιντεοκλίπ από το παρελθόν:
κι ακόμα ένα: http://www.youtube.com/watch?v=-15Zs57S6C0


Pari Zanganeh:

H Parisa (ή Parissa) είναι από τις αγαπημένες μου ερμηνεύτριες της κλασσικής περσικής μουσικής. Υπάρχουν μερικά παλιά βίντεο μ'αυτήν στο youtube.
Στο παραπάνω βίντεο ακούγονται αποσπάσματα από μια συναυλία. Ολόκληρη ή τέλος πάντων μεγαλύτερο μέρος της υπάρχει εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=NAwGJEkVqqo

Λένε ότι η κλασσική περσική μουσική, ένα είδος δύσκολο και ελιτίστικο, όχι ιδιαίτερα δημοφιλές πριν από την επανάσταση, ευνοήθηκε από την αλλαγή πολιτεύματος το 79. Πράγματι είναι από τα πιο πνευματικά και «σεμνά» είδη μουσικής και θεωρείται και αυθεντικά περσικό χωρίς ξενικές επιρροές, οπότε οι μουλάδες ήταν περισσότερο ανεκτικοί. Βέβαια οι γυναίκες ερμηνεύτριες όπως η Παρίσα εξαφανίστηκαν από τη σκηνή.

Κι ακόμα μια κλασσική τραγουδίστρια, η Μαρζιέ (Marzieh), μαζί με το Μοχαμεντ Ρεζά Λοτφί (Lotfi) στο ταρ:


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

La cicatrice intérieure (1972) του Philippe Garrel

Η «εσωτερική ουλή» είναι μια από της πρώτες ταινίες του Γκαρέλ - ήταν μόλις 24 χρονών όταν την γύρισε- με πρωταγωνίστρια την τραγουδίστρια Nico. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι γίνεται. Στην αρχή βλέπουμε ένα ζευγάρι (ο Γκαρέλ και η  Nico) να περιφέρονται εξαντλημένοι στην έρημο, με τη Nico  να τσιρίζει και να τα βάζει με το συνοδοιπόρο της. Ο Γκαρέλ την εγκαταλείπει και συνεχίζει το δρόμο του, κι ενώ περπατάει σε ευθεία κάποια στιγμή την ξανασυναντάει μπροστά του. Αυτή η κυκλική περιπλάνηση είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο.
Αργότερα βλέπουμε έναν πρωτόγονο τοξότη να περιφέρεται κι αυτός σε ερημικά τοπία, κάποιες φορές συναντάει τη Nico που εδώ μοιάζει με ιέρεια που εκφωνεί περίεργους λόγους στα γερμανικά. Ο άντρας αυτός ανακαλύπτει τη φωτιά, ταξιδεύει μες στους πάγους, ύστερα ξεθάβει ένα σπαθί κρυμμένο στους βράχους. Όλες οι αργές σκηνές συνοδεύονται από ψυχοπλακωτική μουσική και τραγούδια (της  Nico  φυσικά).
Το πιο ωραίο στην ιδιαίτερη αυτή ταινία είναι η φωτογραφία που είναι πραγματικά υπέροχη. Αν κάτι δε μου άρεσε είναι η .. Nico, που δε με ενθουσίασε ούτε το παίξιμο ούτε η φωνή της.. Οι σκηνές όπου η γυναίκα αυτή απουσιάζει ή που η παρουσία της είναι διακριτική, είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.
Κρίμα πάντως που είναι άγνωστη η ταινία.


Πρέπει να είναι η δεύτερη ταινία του Γκαρέλ που βλέπω, η άλλη που έχω δει είναι οι Συνήθεις Εραστές που δεν το θυμάμαι και πολύ καλά που θα πει ότι δε με εντυπωσίασε.
Τη cicatrice intérieure την έψαξα γιατί είχα διαβάσει ότι είναι πηγή έμπνευσης για το Finisterrae του Caballero. Και όντως έχει αρκετά κοινά, όπως η σκηνή με το άλογο μέσα στη φωτιά, η γερμανόφωνη τραγουδίστρια και βέβαια το θέμα της άσκοπης περιήγησης. Κι η μουσική όμως μοιάζει, και στο  Finisterrae ακούγεται επίσης η  Nico.

El brau blau (2008) του Daniel V. Villamediana

Ένας μοναχικός νέος άντρας αγαπάει πολύ την ταυρομαχία, τόσο πολύ που εσωτερικά μετατρέπεται ο ίδιος σε ταυρομάχο. Σ'αυτή την ταινία που κρατάει μόλις μια ώρα δεν υπάρχουν διάλογοι, ούτε άλλοι ηθοποιοί εκτός από τον πρωταγωνιστή, που ζει μόνος του σ' ένα σπίτι στην εξοχή. Τον βλέπουμε να τρώει, να διαβάζει, να μιμείται κινήσεις ταυρομαχίας και να δουλεύει προσπαθώντας να φτιάξει μια αυτοσχέδια αρένα. Οι σκηνές διακόπτονται από αποσπάσματα από τα βιβλία που διαβάζει ο ήρωας, τα οποία έχουν να κάνουν με το αγαπημένο του άθλημα, τις πολεμικές τέχνες, τη φιλοσοφία τους. Δεν έχει σημασία ο εξωτερικός κόσμος μοιάζουν να λένε, σημασία έχει τι είσαι εσύ μέσα σου, ή το να ακολουθείς πιστά την τέχνη σου .
Μπορεί λοιπόν να γίνει κανείς ταυρομάχος χωρίς ταύρο; 
Η μεταμόρφωση του ήρωα θυμίζει μερικές φορές ταινίες με τρελαμένες ηρωίδες, εδώ βέβαια έχουμε μια πολύ μινιμαλιστική ταινία, όπου δεν υπάρχει τίποτα συγκλονιστικό, μάλλον μειδίαμα προκαλούν οι προσπάθειες του ήρωα.
Kάποιες σκηνές μου άρεσαν ιδιαίτερα, όπως όταν ο επίδοξος ταυρομάχος τρώει μόνος του και χαμογελάει με ένα ονειροπαρμένο βλέμμα, και ξέρουμε πολύ καλά τι σκέφτεται, νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στο δωμάτιό του. Όλη η ταινία μου έδωσε την αίσθηση ότι παρακολουθώ κρυφά κάποιον σε προσωπικές του στιγμές, όταν είναι σίγουρος ότι είναι μόνος του.


Οι ταυρομαχίες είναι θέμα αμφιλεγόμενο στην Καταλονία, - κι αν δεν κάνω λάθος έχουν καταργηθεί στην επαρχία της Καταλονίας-, όχι μόνο επειδή είναι βάρβαρο θέαμα, αλλά κι επειδή η ταυρομαχία και ο ταύρος θεωρούνται σύμβολα της ισπανικότητας, ένα έθιμο ξένο προς την καταλανική κουλτούρα. Ο Albert Pla έχει γράψει ένα πολύ αστείο σατιρικό τραγουδάκι (Papa jo vull ser torero) με θέμα ένα γόνο παραδοσιακής καταλανικής οικογένειας που απογοητεύει το πατέρα του επειδή θέλει να γίνει τορέρο.

Παρεμπιπτόντως τον καταλαβαίνω τον ήρωα, κι εγώ έχω σκηνοθετήσει αμέτρητες ταινίες στο μυαλό μου, λίγο θέλει να το πιστέψω ότι είμαι πραγματική σκηνοθέτισσα.

Finisterrae (2010) του Sergio Caballero

Δυο ρωσόφωνα φαντάσματα αποφασίζουν να αποκτήσουν σάρκα και οστά. Σύμφωνα με μια προφητεία αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν φτάσουν στο ακρωτήρι Fisterra ακολουθώντας το Δρόμο του Αγίου Ιακώβου (Camiño de Santiago).
Δεν είναι όμως μια ταινία του φανταστικού αλλά μια πειραματική σουρεαλιστική ταινία που δε ξέρω αν έχει κάποια φιλοσοφία, εκτός ίσως απ΄την κριτική/σάτιρα στην τηλεόραση, την τέχνη, τη σύγχρονη ζωή κτλ. Εμείς βλέπουμε δυο ανθρώπους τυλιγμένους με άσπρα σεντόνια να περιφέρονται σε διάφορα χειμωνιάτικα τοπία, άλλοτε με άλογο, άλλοτε με καροτσάκι, και να συναντούν διάφορα όντα και καταστάσεις. Τα πρόσωπα τους δεν τα βλέπουμε ποτέ, και οι φωνές τους έρχονται από το υπερπέραν- δυο ενοχλητικά αργές και καθαρές φωνή, στα ρώσικα πάντα.
Στη δεύτερη περιπέτειά τους περνάνε από ένα «Δάσος των Λέξεων» όπου τα δέντρα έχουν ροζ αυτιά και ακούγονται από παντού διάφορες φράσεις και λέξεις. Οι περισσότερες προέρχονται από μεθόδους εκμάθησης καταλανικών- κάποιους διαλόγους ορκίζομαι ότι τους έχω ξανακούσει. Το αλφάβητο, οι αριθμοί, ένα ομαλό ρήμα που κλίνεται και αποσπάσματα από ομιλίες και συζητήσεις. Τα φαντάσματα δεν αντέχουν το βομβαρδισμό καταλανικού πολιτισμού και σκάνε.
Αργότερα ένα φάντασμα βλέπει στην κουφάλα ενός δέντρου διάφορα αηδιαστικά βιντεάκια μαγειρικής (ένας κύριος κάνει εμετό ξανά και ξανά, κάποιος βάζει ένα ποντικάκι στο μίξερ με κρέμα γάλακτος). Είναι καταλανική τέχνη της δεκαετίας του 80 σχολιάζει.
Γενικά είναι μια δύσκολη ταινία, μερικές φορές μοιάζει πρόχειρα φτιαγμένη, έχει σουρεαλιστικούς διαλόγους, αργά πλάνα, και γενικά μη συμβατική σκηνοθεσία. Πχ κάποια στιγμή η οθόνη χωρίζεται στα δυο και στο δεξιό κομμάτι βλέπουμε το όνειρο ενός φαντάσματος, ενώ το άλλο κοιμάται στο αριστερό κομμάτι. Ή άλλες φορές αντί για ένα πραγματικό τοπία βλέπουμε έναν πίνακα ζωγραφικής, ενώ ακούμε τους «φυσικούς» ήχους (το νερό να κελαρύζει).
Μπορώ να πω ότι ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία για μένα, αλλά μου 'λειπε κάτι που θα έδινε νόημα, συνοχή σε όλη την ταινία.



Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Delbaran (2001) του Abolfazl Jalili

Ντελμπαράν είναι το όνομα ενός εστιατορίου και βενζινάδικου που βρίσκεται στην άκρη του πουθενά, σε ένα περιφερειακό δρόμο στα σύνορα Ιράν-Αφγανιστάν. Εκεί δουλεύει ο μικρός αφγανός πρόσφυγας Κεΐμ, μαζί με ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που είναι οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού, και γύρω τους μαζεύονται διάφορες περίεργες φιγούρες, όπως ένας κυνηγός, και άτομα που διακινούν Αφγανούς εργάτες. Ο αστυνόμος της περιοχής τους επισκέπτεται συχνά ρωτώντας αν έχουν δει πουθενά παράνομους Αφγανούς. Καπνίζουν -τι ακριβώς δε ξέρω- παίζουν χαρτιά, επισκευάζουν χαλασμένα οχήματα.
Το «Ντελμπαράν» μοιάζει σε πολλά σημεία με το «Δρομέα», εδώ όμως ο μικρός πρωταγωνιστής δεν τρέχει μόνο αλλά κινείται και με διάφορα μεταφορικά μέσα, αυτοκίνητα, φορτηγά, περιπολικά και κυρίως με ένα μηχανάκι πάνω στο οποίο κάθονται 3-4 άτομα κάθε φορά. Κατά τα άλλα παρακολουθούμε απλά στιγμιότυπα από τη ζωή του. Είναι δύσκολο να καταλάβεις απ' την αρχή τι ακριβώς γίνεται, τα γεγονότα παρουσιάζονται αποστασιοποιημένα και χωρίς εμφανή σύνδεσή μεταξύ τους. Έτσι υπάρχει η αίσθηση ότι δε γίνεται τίποτα, ενώ στην πραγματικότητα γίνονται πάρα πολλά. Πχ, επειδή ο δρόμος όπου είναι το βενζινάδικο δε χρησιμοποιείται πια, ο ιδιοκτήτης και ο Κεΐμ ρίχνουν χειροποίητες πινέζες στον κεντρικό δρόμο, έτσι ώστε να ανατρέπονται τα αυτοκίνητα και να έρχονται σ'αυτούς για βοήθεια.
Η ταινία σίγουρα δείχνει την δύσκολη ζωή των Αφγανών μεταναστών και κυρίως του παιδιού, ένα θέμα συχνό άλλωστε στον ιρανικό κινηματογράφο. Αλλά το κάνει με έναν διακριτικό τρόπο, και για μένα είναι το λιγότερο σημαντικό σ'αυτή τη σουρεαλιστική και γεμάτη χιούμορ ταινία.
Απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές είναι όταν ο κακός αστυνόμος συλλαμβάνει δυο νεόνυμφους Ιρανή και Αφγανό, και προσπαθεί να ακυρώσει το γάμο τους*. Η ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα με τη βοήθεια του Κεΐμ που μεταφράζει είναι από τις πιο σουρεαλιστικά αστείους διαλόγους που έχω δει. Σε μια άλλη σκηνή η γριά ιδιοκτήτρια και ο Κεΐμ επιστρέφουν στο μαγαζί τους: η κάμερα δείχνει τα πόδια τους -η γριά έχει μόνο ένα- ενώ παίζει το τραγούδι  Mon Amour Mon Ami της Marie Laforêt!

Διάβασα σε ένα σινεφιλικό ιστολόγιο ότι το Ντελμπαράν είναι όχι μόνο η καλύτερη ιρανική ταινία, αλλά και η καλύτερη ταινία από αρχής κινηματογράφου!

*Δυστυχώς νομίζω ότι οι γάμοι μεταξύ Ιρανών γυναικών και Αφγανών αντρών δεν αναγνωρίζονται από το ιρανικό κράτος, ούτε τα παιδιά τους παίρνουν ιρανική υπηκοότητα, η οποία μεταδίδεται μόνο απ΄τον πατέρα. (Κάπως έτσι ήταν κι εδώ μέχρι πριν 30 χρόνια περίπου)


Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Zemestan [It's Winter] (2006) του Rafi Pitts

Δυο άντρες κοιτάζονται σιωπηλοί, ο ένας καπνίζει. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, σηκώνεται μπαίνει σ'ένα μικρό συνεργείο, τακτοποιεί κάτι σιδερικά, κλείνει το μαγαζί και κλειδώνει την πόρτα. Ο άλλος απομακρύνεται στα στενά σοκάκια μιας σκεπαστής αγοράς, και ξέρουμε ότι μόλις έχει χάσει τη δουλειά του.
Στο σπίτι εξηγεί στην οικογένειά του (γυναίκα, κόρη και πεθερά) ότι πρέπει να φύγει έξω για να βρει δουλειά. Φεύγει. Η γυναίκα του, η Χατούν, εργάτρια σε βιοτεχνία ρούχων και η μικρή τους κόρη τον κοιτάζουν για τελευταία φορά απ' το παράθυρο.
Παράλληλα ένας άλλος άντρας, ο Μαρχάμπ έρχεται στην πόλη ψάχνοντας για δουλειά. Στο χάνι γνωρίζεται με έναν νεαρό που τον βοηθάει να βρει δουλειά στο εργοστάσιο όπου δουλεύει κι αυτός. Ο Μαρχάμπ αρχίζει να παρατηρεί τη Χατούν που γυρίζει κουρασμένη απ' τη δουλειά, ρώτα γι' αυτήν, την ακολουθεί, κάποια στιγμή έρχεται ένα περιπολικό και μαθαίνουμε ότι ο σύζυγος της πέθανε.  Της κάνει πρόταση γάμου, παντρεύονται.
Όμως δεν είναι τόσο καλός στη δουλειά του, δεν υπακούει πάντα στις εντολές του αφεντικού, είναι τεμπέλης, περήφανος, καβγατζής. Η απόλυσή του είναι θέμα χρόνου. Η ζωή των φτωχών ανθρώπων είναι ένας κύκλος αποτυχίας και θανάτου, μοιάζει να μας λέει ο σκηνοθέτης, και οι ευχάριστες στιγμές είναι δανεικές .
Η ταινία είναι βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Mahmoud Dowlatabadi, και είναι από τις πιο μουντές και καταθλιπτικές που έχουν γυριστεί ποτέ. Σκόνη, καπνός, καυσαέριο, ομίχλη, σιδερικά παντού, ένα ξερό χιονισμένο τοπίο, άνθρωποι που περιφέρονται άψυχοι, μοναχικοί, ξένοι. Στη διάρκεια της ταινίας ακούγονται το ποίημα zemestan του Mehdi Akhavan-Sales, και οι στίχοι του περιγράφουν τέλεια το κλίμα απόγνωσης και αποξένωσης που υπάρχει στην ταινία. Μεταφέρω μερικούς απ' τους στίχους αυτούς απ' τους αγγλικούς υπότιτλους:

They won't return your greeting
 For their heads are ducked into collars 
No one will raise a head 
Eyes see only as far as feet 
As the road is dark and slick 
Should you extend a friendly hand 
They won't stretch one back 
For the cold is too bitter, too harsh 
The breath coming out of your chest 
Turns into a dark cloud 
That stands before your eyes, like a wall 
 When your own breath is like this 
What can you expect from your distant or close friends?
... 
 They won't respond to your greeting 
 Air is gloomy 
 Doors are closed 
 Heads ducked into collars 
 Hands hidden 
 Breaths are clouds 
 People worn out, heavyhearted 
 The trees, nothing but crystallized skeletons 
 The earth dispirited 
 The high dome of sky has sunken 
 The moon and the sun are overcast 
 It's winter 

Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας που έχει έτσι κι αλλιώς ελάχιστους διαλόγους. Σύμφωνα με το imdb προέρχεται από δυο άλμπουμ, το Zemestan και το Sallaneh. Το πρώτο περιέχει συνθέσεις του  Hossein Alizadeh  πάνω σε ποιήματα του Αχαβάν-Σαλές, με ερμηνευτή το Mohammad-Reza Shajarian. Ο Αλιζαντέ και ο Σατζαριάν είναι ζωντανοί θρύλοι της κλασσικής περσικής μουσικής. Συνθέσεις του Αλιζαντέ ακούγονται σε πολλές ιρανικές ταινίες, όπως «Και οι Χελώνες μπορούν να πετάξουν», «Γκαμπέ», «Και τα σπουργίτια τραγουδούν», «Dakhtaran-e khorshid », «Half moon» και πολλές άλλες. O Σατζαριάν είναι μάλλον ο πιο δημοφιλής τραγουδιστής κλασσικής περσικής μουσικής. Έχει φτιάξει και δικά του μουσικά όργανα, και βρήκα αυτό το βιντεάκι όπου παρουσιάζονται μερικά απ' τα τερατάκια του, που αν προσέξει κανείς θα τα βρει και σε διάφορες συναυλίες του. Ο Αλιζαντέ έχει σχεδιάσει κι αυτός τα δικά του μουσικά όργανα, και το άλμουμ Sallaneh περιέχει σόλο συνθέσεις πάνω στο «σαλανέ» ένα όργανο δικής του εφεύρεσης!
Στο άλμουμ Zemestan, o Kayhan Kalhor παίζει καμαντσέ, ένα απ' τα ποιο ωραία παραδοσιακά όργανα της περσικής μουσικής, το οποίο κάτω κάτω έχει μια μύτη που «καρφώνεται» στο έδαφος ή στην καρέκλα για να σταθεροποιηθεί! Επίσης συμμετέχει ο γιος του Μ. Ρ. Σατζαριάν, ο Χομαγιούν.

Το «κεντρικό θέμα» με το καταθλιπτικό ποίημα :  http://www.youtube.com/watch?v=PpES0sANWpE

Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τους τέσσερις αυτούς καλλιτέχνες, από αριστερά προς δεξιά, Καλόρ (καμαντσέ), Μοχαμαντ Ρεζά Σατζαριάν, Χομαγιούν Σατζαριάν (είναι ο νεότερος και παίζει τομπάκ και τραγουδάει, και Αλιζαντέ (παίζει ταρ)

Επειδή το βίντεο είναι σκοτεινό, σκέφτηκα να βάλω μερικά άλλα, που ίσως μου αρέσουν και πιο πολύ:

Εδώ πάλι κι οι τέσσερις: http://www.youtube.com/watch?v=xh-54_n1FC4

Ο Καλόρ μιλάει (σε πολύ καλά αγγλικά) για τη ζωή του και το ..καμαντσέ: http://www.youtube.com/watch?v=bmqJ4pt-Ad4

Ο Καλόρ, ο Αλιζαντέ και ο Majid Khalaj (ελπίζω να μην είναι πολύ βαρύ):


Ή αυτή η συναυλία του Αλιζαντέ που κρατάει πάνω από ώρα (Αυτός που παίζει νέι είναι ο Omoumi, και η κυρία που τραγουδάει η Afsaneh Rasaei):http://www.youtube.com/watch?v=wvfq_JGDpqw
Κι ακόμα μια συναυλία:

Εδώ τραγουδάει ο Σατζαριάν αλλά η μουσική είναι δυτική: http://www.youtube.com/watch?v=alHCXeAJubM

Και στο τέλος ο Χομαγιούν ακαπέλα : 



Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Arousi-ye Khouban [Mariage of the blessed] (1989) του Mohsen Makhmalbaf

Ένας φωτογράφος επιστρέφει από τον πόλεμο με το Ιράκ, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ουσιαστικά τρελός. Αναμνήσεις από τον πόλεμο -κάποια στιγμή τον βλέπουμε να πιάνει το χέρι ενός άλλου στρατιώτη, το οποίο όμως έχει κοπεί κι απ' την πληγή αναβλύζει αίμα- , εικόνες από πεινασμένα παιδιά στην Αφρική τον αναστατώνουν και προκαλούν ψυχωτικές κρίσεις. Αυτό όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι ο ξεπεσμός της κοινωνίας που βλέπει μπροστά στα μάτια του. Στο φωτογραφικό στούντιο όπου δουλεύει κάποιες γυναίκες θέλουν να φωτογραφηθούν ξεμαντήλωτες. Έξω στο δρόμο βλέπει φτωχούς ζητιάνους, μαυραγορίτες, λαθρέμπορους, άστεγους. Ταυτόχρονα η παλιά άρχουσα τάξη συνεχίζει να απολαμβάνει τα ίδια προνόμια.
Στη μέση περίπου της ταινίας ο Χατζί και η αρραβωνιαστικιά του (μάλλον έχουν ενωθεί με τα δεσμά του σιγκέ) φωτογραφίζουν άστεγους μες τη νύχτα. Ξαφνικά ακούγονται οι σειρήνες της αστυνομίας. Ποιοί είστε τι κάνετε; Κάνουμε ένα ρεπορτάζ για μια εφημερίδα. Ο αστυνόμος δεν ικανοποιείται απ' την απάντηση. Τι είναι όλοι αυτοί; Τι κάνουν εδώ; Γυρίζουμε μια ταινία, το «Γάμο των Ευλογημένων», απαντά μια γνώριμη φωνή. Ο Μαχμαλμπάφ. Ο αστυνόμος ζητάει την άδεια γυρίσματος ταινίας. Τί είναι το ντοκιμαντέρ ρωτάει; Και ξαναμπάινουμε στη μυθοπλασία. Εσείς και η κυρία ελάτε μαζί μου λέει στο Χατζί και την αρραβωνιαστικιά του.
Η εφημερίδα που δουλεύει ο Χατζί δε δημοσιεύει καμιά απ' τις ενοχλητικές φωτογραφίες του, παρά μόνο ένα λουλούδι που είχε φωτογραφήσει έξω απ' το αστυνομικό τμήμα...
Ο «γάμος των ευλογημένων» είναι στο ίδιο στυλ με το «Μποικότ», με πολύ γρήγορο μοντάζ, σοκαριστικές εικόνες, μελοδραματισμό, ενοχλητική μουσική, γκροτέσκους χαρακτήρες. Έχει όμως πολύ πιο έντονο κοινωνικό προβληματισμό και ουσιαστικά είναι καταγγελία της αποτυχίας της επανάστασης του 79. Όπως λέει και ο πρωταγωνιστής στο τέλος, η επανάσταση θα ηττηθεί από μέσα.
Η σκηνή και μόνο της παρέμβαση της αστυνομίας στα γυρίσματα αξίζει για να δει κανείς την ταινία.
Το αρχείο που βρήκα είχα αρκετά κακή ποιότητα, ώστε δε μπορούσα να ξεχωρίσω αν κάποιες σκηνές ήταν ασπρόμαυρες ή απλά είχα «φθαρεί» τα χρώματα..

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Η τριλογία του Κοκέρ: Αλήθεια και ψέμα στον κινηματογράφο

Θα ήθελα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά τι σχέση έχουν μεταξύ τους οι ταινίες της τριλογίας. Στην πρώτη, το «Που είναι το σπίτι του φίλου μου» έχουμε την απλή ιστορία του Αχμάντ ενός παιδιού που ψάχνει το σπίτι του φίλου του για να του επιστρέψει το τετράδιό του. Στη δεύτερη («Και η ζωή συνεχίζεται»), έχουμε το Φαρχάντ, που υποτίθεται ότι είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας «Που είναι το σπίτι του φίλου μου», να επιστρέφει στην περιοχή που γυρίστηκε αυτή η ταινία ψάχνοντας τον Αχμαντπούρ, το παιδί που υποδύθηκε τον Αχμάντ. Έχει γίνει σεισμός και ο Φαρχάντ ανησυχεί μήπως ο μικρός ηθοποιός είναι ένα απ' τα θύματα. Αν και μοιάζει με ντοκιμαντέρ, δεν είναι! Ο Κιαροστάμι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης, όχι ο Φαρχάντ! Η τρίτη ταινία (Μέσα από τα ελαιόδεντρα) δείχνει τον Μ. Ρ. Κεσαβάρζ σαν το σκηνοθέτη του «η ζωή συνεχίζεται». Εδώ ο Φαρχάντ έχει το ρόλο απλού ηθοποιού. Εννοείται ότι ούτε αυτή η ταινία είναι ντοκυμαντέρ, γυρίστηκε αφού είχαν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα του «Η ζωή συνεχίζεται». Και τις τρεις ταινίες τις έχει γυρίσει ο Κιαροστάμι, και όλα τα περιστατικά που παρουσιάζουν είναι σκέτη μυθοπλασία, ακόμα κι αν βασίζονται σε αληθινά γεγονότα.
Τι θέλει να μας πει μ' αυτό ο σκηνοθέτης;

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Bad ma ra khahad bord [The Wind Will Carry Us] (1999) του Abbas Kiarostami

Κάποιοι άνθρωποι από την Τεχεράνη φτάνουν με τ'αυτοκίνητο σε ένα γραφικό Κουρδικό χωριό. Δε ξέρουμε ούτε πόσοι είναι, αφού μόνο τον έναν απ' αυτούς βλέπουμε, τον πρωταγωνιστή- πάντως χωράνε σε ένα αυτοκίνητο-, ούτε γιατί ακριβώς έρχονται, αν και ο σκοπός τους είναι μακάβριος. Μάλλον είναι τηλεοπτικό συνεργείο ή κάτι παρόμοιο και θέλουν να κινηματογραφήσουν την κηδεία μιας ετοιμοθάνατης υπεραιωνόβιας γερόντισσας..
Ο πρωταγωνιστής, ο «μηχανικός» όπως τον αποκαλούν, που μου θυμίζει λίγο τον Ηλιόπουλο, είναι μια καρικατούρα μοντέρνου και «άψυχου» πρωτευουσιάνου, αντιμετωπίζει τους κατοίκους του χωριού με αδιαφορία και ίσως περιφρόνηση, παρά μόνο για την κηδεία- ουσιαστικά εύχεται να πεθάνει η γριά. Συμπεριφέρεται σαν τουρίστας, πχ. θέλει να βρει ντόπιο, «αγνό» γάλα. Σύμβολο της αλλοτρίωσής του και της έλλειψης επικοινωνίας είναι το κινητό του, που χτυπά ακατάλληλες ώρες και που ο μηχανικός πρέπει να φτάσει στο νεκροταφείο για να χει σήμα. Όμως σιγά σιγά αρχίζει να νοιάζεται για τους ανθρώπους και ενώ έψαχνε το θάνατο, βρίσκει παντού ..ζωή.
Η ταινία είναι για μένα από τις πιο μέινστριμ του Κιαροστάμι,- αν μπορεί να το πει κανείς αυτό-, και θυμίζει λίγο ταινία του Ματζιντί. Τα πλάνα είναι όλα πολύ ωραία μερικά από ψηλά, το χωριό είναι απλά πανέμορφο, με σπιτάκια από λάσπη, λίγο σα κυκλαδίτικο νησί- αναρωτιέμαι αν είναι γνωστός τουριστικός προορισμός στο Ιράν. Το ζιγκ ζαγκ, ότι και να συμβολίζει, εμφανίζεται συνέχεια στην ταινία, στην πορεία του αυτοκινήτου, του ποταμιού, στο μήλο που κυλάει.
Το νόημα της ταινίας είναι περίπου ότι ο κάτοικος της πόλης, (ο σκηνοθέτης, ο καλλιτέχνης;) αδιαφορεί για την ουσία της κουλτούρας, του τρόπου ζωής του «εξωτικού χωριού», και επικεντρώνεται σε μια ασυνήθιστη τελετή. Αυτή είναι και η εικόνα που θα δώσει έξω στον πολιτισμένο κόσμο. Όπως λέει ο δάσκαλος του χωριού «για σας το έθιμο μπορεί να είναι ενδιαφέρον, αλλά εγώ που το ζω, δε μου αρέσει». Το έθιμο στο οποίο αναφέρεται είναι οι γυναίκες να γδέρνουν το πρόσωπό τους όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πεθαίνει. Η μητέρα του σημάδεψε το πρόσωπό της όταν πέθανε ο ξάδερφος του εργοστασιάρχη που ήταν αφεντικό του συζύγου της. Γιατί το αφεντικό θα έκανε απολύσεις και εκείνη είχε την ελπίδα ότι μ'αυτό το σημάδι πένθους ο άντρας της θα κρατούσε τη δουλειά του. Οι καιροί ήταν δύσκολοι κι ο καθένας χρησιμοποιούσε ότι μέσο μπορούσε για να μη χάσει τη δουλειά του, λέει ο δάσκαλος.
Σε μια άλλη σκηνή ο «μηχανικός» φλερτάρει με μια δεκαεξάχρονη κοπέλα, η οποία αρμέγει μια αγελάδα σε ένα τρομαχτικά σκοτεινό υπόγειο. Ο πρωταγωνιστής της ζητάει να σηκώσει τη λάμπα για να δει το πρόσωπό της,και την ρωτάει το όνομά της. Αυτή αρνείται (και πολύ καλά κάνει), και μου θυμίζει σ'αυτό την Ταχερέ από «Μέσα από τους ελαιώνες». Στο υπόγειο αυτό απαγγέλει και το ποίημα της Forough Farrokhzad που δίνει τον τίτλο στην ταινία, και της λέει ότι και η Φορούγ πήγε μόνο 5 τάξεις στο σχολείο, αλλά κατάφερε να γίνει ποιήτρια. Τι ειρωνία! Λες και μια φτωχή κούρδα αγρότισσα έχει τις ίδιες ευκαιρίες με μια αστή που μεγάλωσε στην Τεχεράνη.
 Εδώ μπορεί κανείς να βρει κανείς το ποίημα αυτό στα ελληνικά, είναι το τρίτο (Ο άνεμος θα μας πάρει μαζί του) http://www.24grammata.com/?p=1846
Και μερικές εικόνες απ'το χωριό:





Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Zendegi va digar hich [Life, and Nothing More.../And Life Goes On] (1992) του Abbas Kiarostami

«Και η ζωή συνεχίζεται» γυρίστηκε το 91 μετά το σεισμό του 90. Εδώ ο Φαρχάντ, ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης του «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου;»  με το μικρό γιο του προσπαθούν να φτάσουν με το αυτοκίνητο στο Κοκέρ για να βρουν το Babek Ahmed Poor, το μικρό ηθοποιό που πρωταγωνίστησε στο «σπίτι του φίλου».
Η ταινία αυτή είναι όμως ριζικά διαφορετική απ' το πιο συμβατικό πρώτο μέρος της τριλογίας. Πρώτα απ' όλα πάνω από μισή ώρα παρακολουθούμε το Φαρχάντ μες στο αυτοκίνητο να ρωτάει πληροφορίες και οδηγίες πως θα φτάσει στο Κοκέρ, να κολλάει σε μποτιλιαρίσματα, βλέπουμε άσχημες και θολές εικόνες μες απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου, χαλάσματα, σκονισμένα μπουκάλια αναψυκτικών, σταματημένα αυτοκίνητα, το πρόσωπο του οδηγού ξανά και ξανά. Αργότερα αρχίζει η περιήγηση στα κατεστραμμένα χωριά, ο Φαρχάντ και ο γιος του βλέπουν κάποιους ηθοποιούς του «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου;», οι οποίοι τους λένε τις δικές τους σκέψεις για την ταινία, συναντάνε ανθρώπους που ..συνεχίζουν να ζουν, τους ρωτάνε τι ακριβώς έκαναν κατά τη διάρκεια και μετά το σεισμό, ζητάνε και πάλι οδηγίες για να φτάσουν στο Κοκέρ.


Το αυτοκίνητο.Το αυτοκίνητο, εμμονή του Κιαροστάμι, γίνεται οπτικά τουλάχιστον πρωταγωνιστής. Μέσα σ'αυτό εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης, ο «σκηνοθέτης» οδηγάει και ρωτά τους περαστικούς μέσα απ' την ασφάλεια/ τον προσωπικό χώρο του αυτοκινήτου του, ή μεταφέρει περαστικούς. Και στα μακρυνά πλάνα σχεδόν πα΄ντα υπάρχει ένα τουλάχιστον αυτοκίνητο. Παράλληλα οι γωνίες λήψεις και οι κινηματογράφηση γίνονται πιο τολμηρά, έχουμε πχ πολλές σκηνές όπου αυτοκίνητα κινούνται σε διάφορες κατευθύνσεις και συναντούνται ή απομακρύνονται το ένα απ' το άλλο δημιουργώντας ασυνήθιστες «συνθέσεις».

Η ζωή Το θέμα που κυριαρχεί είναι η συνέχιση της ζωής όπως λέει ο τίτλος. Οι άνθρωποι, αν και έχουν χάσει πολλούς συγγενείς, συζύγους, παιδιά, αδέρφια, φαίνονται να συνεχίζουν τη ζωή τους, ενδιαφέρονται για το μουντιάλ ποδοσφαίρου (!), καυγαδίζουν, προσπαθούν να βρουν χρήσιμα αντικείμενα στα ερείπια. Ένα ζευγάρι νεόνυμφοι ξεκινούν τη ζωή τους σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Θάνατος παντού, αλλά και όρεξη για ζωή.
Και πάλι πιστεύω ότι εδώ έχουμε την άποψη του σκηνοθέτη (του Φαρχάντ ή του Κιαροστάμι;) και όχι των «απλών ανθρώπων» του χωριού. Εμένα μου φάνηκε υπερβολική και επιτηδευμένη αυτή η θέληση για ζωή. Δηλαδή ένας αστός θέλει να πιστεύει ότι οι χωριάτες είναι τόσο μέσα στη φύση, είναι σχεδόν σαν ζώα που ο θάνατος του παιδιού τους είναι απλά μια ακόμα κακοτυχία της σκληρής ζωής τους. Φαντάζομαι αν πέθαινε ο δικός του γιος, θα πάθαινε κατάθλιψη, θα έγραφε 100 ποιήματα, θα άλλαζε όλη η κοσμοθεωρία του κτλ, αλλά οι χωριάτες ...απλά η ζωή τους συνεχίζεται!

Οι φιλοσοφίες. Στη διάρκεια της ταινίας πολλοί εκφράζουν την άποψή τους για το σεισμό για το νόημα της καταστροφής, αν φταίει ο θεός, οι άνθρωποι κτλ. Ο μικρός γιος του «σκηνοθέτη» ανακατεύει ότι έχει ακούσει με προσωπικές αντιλήψεις και σοφά λόγια που έχει μάθει στο σχολείο και προσπαθεί να εξηγήσει σε μια γυναίκα γιατί πέθανε η κόρη της και τι καλό θα φέρει ο σεισμός (τα παιδιά της που επέζησαν θα την εκτιμούν περισσότερο). Αυτό το κωμικοτραγικό συνονθύλευμα ιδεών που εκφράζει το παιδί ίσως δείχνει μια περιφρόνηση του Κιαροστάμι για τις θεωρίες που ακούγονται στην ταινία του, και έναν αγνωστικισμό.  Πραγματικά είναι δύσκολο να αναλύσεις το νόημα μιας τόσο μεγάλης καταστροφής, χωρίς να καταφύγεις σε γελοιότητες.

Το τέλος. Ο Κιατοστάμι αδιαφορεί για την εξέλιξη της υπόθεσης, θα βρει ο σκηνοθέτης το παιδί ή όχι; Θα φτάσει στο Κοκέρ ή όχι; Δεν το μαθαίνουμε, και δεν έχει σημασία.


Από τις πιο ωραίες σκηνές, πάλι μέσα απ' το αυτοκίνητο, είναι όταν ο μικρός γιος χύνει έξω το μπουκάλι με τη ζεστή κόλα. Μια γυναίκα απ΄ το φορτηγό που έχει σταματήσει δίπλα του ζητάει να της δώσει λίγο για το παιδί της, και το παιδί χύνει την κόλα μέσα σ' ένα μπιμπερό!

Khane-ye doust kodjast? [Where is the Friend's Home?] (1987) του Abbas Kiarostami

Ένας δάσκαλος φτάνει καθυστερημένα στην τάξη και βλέπει τους μικρούς μαθητές όρθιους να παίζουν. Θυμωμένος τους εξηγεί ότι όταν έρχεται αργά, κάποιο λόγο έχει, και οι μαθητές δε δικαιολογούνται να κάνουν φασαρία ενώ λείπει. Και με άλλους τρόπους προσπαθεί να τους διδάξει την πειθαρχία. Όταν ο μικρός Μοχαμαντ Ρεζά (Νεματζαντέ) φέρνει τις ασκήσεις για το σπίτι σε ένα φύλλο χαρτί και όχι στο τετράδιο του, ο δάσκαλος σκίζει το χαρτί μπροστά του. Αν ξεχάσει πάλι το τετράδιό του θα αποβληθεί. Το παιδί κλαίει. Ο διπλανός του ο Αχμάντ τα παρακολουθεί όλα χωρίς να μιλάει. Κι όταν γυρίζει σπίτι του ανακαλύπτει ότι κατα λάθος έχει πάρει το τετράδιο του φίλου του. Κι έτσι αρχίζει η οδύσσεια του, γιατί ο Νεματζαντέ μένει στο κοντινό χωριό, που ο Αχμαντ δεν το γνωρίζει καλά και δεν ξέρει που είναι το σπίτι του. Και σα να μην έφτανε αυτό η μητέρα του δεν τον αφήνει να βγει απ' το σπίτι και αντιδρά με αδιαφορία όταν ο γιος της προσπαθεί να της εξηγήσει γιατί είναι τόσο σημαντικό να επιστρέψει το τετράδιο. Τελικά καταφέρνει να ξεφύγει και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας βλέπουμε τον Αχμαντ να περιφέρεται στα στενά σοκάκια του γειτονικού χωριού-που παρεπιπτόντως είναι πολύ γραφικό, ή μάλλον ήταν, γιατί μετά από λίγα χρόνια καταστράφηκε απ΄το σεισμό- χτυπώντας πόρτες και ρωτώντας περαστικούς που είναι το σπίτι του φίλου του. Οι άνθρωποι που συναντά έιναι καχύποπτοι και δε έχουν διάθεση και χρόνο να βοηθήσουν, ο καθένας έχει τις δικές του δουλειές, και δε δίνουν σημασία σ'ένα παιδί. Άλλες φορές δίνουν ασαφείς ή και λάθος οδηγίες. Η αδιαφορία των ενηλίκων για τα προβλήματα των παιδιών που στα μάτια τους μοιάζουν ασήμαντα, είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας. Ο δάσκαλος έχει δικαίωμα να καθυστερήσει αλλά τα παιδιά όχι. Η μητέρα, ο παππούς, οι κάτοικοι του χωριού αγνοούν τον Αχμάντ. Ο πατέρας ούτε καν τον χαιρετάει. Και ο παππούς πιστεύει ότι η πειθαρχία είναι το σημαντικότερο που πρέπει να μάθουν τα παιδιά, και ο καλύτερος τρόπος να το μάθουν είναι να φαν ξύλο ακόμα κι αν δε φταίνε (!) Ένα άλλο θέμα είναι η εισβολή του μοντέρνου: κάποιοι πουλάνε τις παλιές ξύλινες πόρτες τους που καταλήγουν σε μουσεία και αντικερί, για να αγοράσουν μεταλλικές που υποτίθεται ότι είναι πιο ανθεκτικές.
Για μένα η ταινία αυτή είναι κάπως διδακτική, δεν έχει την «αντικειμενικότητα» ούτε το φιλοσοφικό προβληματισμό των πιο πρόσφατων ταινιών του Κιαροσταμι, και μάλλον απευθύνεται σε παιδιά και τους διδάσκει την αλληλεγγύη, να εκτιμούν την παραδοσιακή τέχνη κτλ. Και έχει αρχή μέση και τέλος, σαφέστατο τέλος μάλιστα. Όχι ότι αυτό είναι κακό. Το τέλος ειδικά είναι πολύ συγκινητικό: μέσα σε ένα δευτερόλεπτο αναγνωρίζεται ο αγώνας του ήρωα που μέχρι τότε ο σκηνοθέτης τον παρουσίαζε αποστασιοποιημένα.

«Που είναι το σπίτι του φίλου μου» στο youtube: http://www.youtube.com/watch?v=VFgMBBiFLwI

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Zire darakhatan zeyton [Through the Olive Trees (1994)] του Abbas Kiarostami


«Είμαι ο ηθοποιός Μοχαμαντ Αλί Κεσαβάρζ, και σ'αυτή την ταινία υποδύομαι το σκηνοθέτη» Έτσι μας συστήνεται ο πρωταγωνιστής από τα πρώτα δευτερόλεπτα κοιτώντας την κάμερα και απευθυνόμενος σε μας τους θεατές. Κι ενώ μας μιλάει για το ρόλο του, έρχεται η βοηθός του και τον παρακαλεί να βιαστεί να διαλέξει το κορίτσι που θα πάρει το ρόλο σε ένα πρόχειρο κάστιγκ, κι έτσι περνάμε στη μυθοπλασία.
Βλέπουμε έτσι τα γυρίσματα μιας ταινίας, τη γνωριμία του Κεσαβάρζ με τους κατοίκους του κατεστραμμένου χωριού Κοκέρ, τις συζητήσεις του με μέλη του συνεργείου. (Ανάμεσα στους οποίους είναι κι ο Παναχί!) Η κεντρική υπόθεση είναι ο έρωτας ενός από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, του Χοσέιν για μια επίσης ερασιτέχνη ηθοποιό, τη νεαρή Ταχερέ η οποία στην ταινία που γυρίζουν υποδύεται τη σύζυγό του. Ο Χοσέιν την πολιορκεί με διάφορους τρόπους, δεν την αφήνει σε ησυχία, μιλάει για τον έρωτά του με το σκηνοθέτη και περιμένει απ' αυτή μιαν απάντηση. Η Ταχερέ όμως, απάντηση δε δίνει, ούτε καν του μιλάει.

«Μέσα από τους ελαιώνες» είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Κοκέρ, μιας τριλογίας όπου οι ταινίες συνδέονται μεταξύ τους με μοναδικό τρόπο. Ουσιαστικά ο Κιαροστάμι γυρίζει μια ταινία (Μέσα από τους ελαιώνες, 1994) για έναν σκηνοθέτη, ο οποίος γυρίζει μια ταινία (Και η ζωή συνεχίζεται, 1992) για έναν σκηνοθέτη που επιστρέφει στο χωριό όπου είχε γυρίσει πριν μερικά χρόνια μια ταινία (Πού είναι το σπίτι του φίλου μου; ,1987) -αυτή η τελευταία με θέμα την αλληλεγγύη των παιδιών. Είναι μπερδεμένο; Όχι και τόσο! Το έργο βλέπεται χωρίς δυσκολία και δε χρειάζεται να έχεις δει τα προηγούμενα δυο για να ακολουθήσεις την πλοκή. Όμως αυτή η σχέση μεταξύ των ταινιών της τριλογίας μας θυμίζει ότι αυτό που βλέπουμε είναι μυθοπλασία και η αίσθηση του αυθεντικού, του ντοκιμαντέρ είναι πλαστή.
Στους «ελαιώνες» τα πράγματα μπερδεύονται ακόμα περισσότερο αφού ο σκηνοθέτης (ο Κεσαβάρζ δηλαδή) φαίνεται να επηρεάζει/να καθοδηγεί και τα γεγονότα που εκτυλίσσονται εκτός των γυρισμάτων. Ειδικά στο τέλος το βλέμμα του δείχνει ότι αυτός, και κατ'επέκταση ο Κιαροστάμι είναι ο αληθινός δημιουργός των καταστάσεων που βλέπουμε.
Έχουμε δηλαδή το μοτίβο «ταινία μέσα στην ταινία» δυο τρία επίπεδα παραπάνω απ' το συνηθισμένο.

Από τα υποτιθέμενα γυρίσματα του «Και η ζωή συνεχίζεται» παρακολουθούμε ουσιαστικά μόνο την προετοιμασία και το στήσιμο μιας σκηνής, όπου ο Φαρχάντ της «Ζωής» γνωρίζει ένα ζευγάρι που παντρεύτηκε την επομένη του σεισμού. Για όποιον έχει δει τη «Ζωή», αυτή η σκηνή μοιάζει νατουραλιστική, δίνει την εντύπωση ότι γυρίστηκε στο άψε σβήσε, και δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όμως εδώ βλέπουμε πως διάφορα απρόοπτα καθυστερούν το γύρισμα της και πως αυτή η απλή σκηνή μπλέκεται με τη ζωή των ηθοποιών.

Η Ταχερέ Η ταινία «Μέσα από τους ελαιώνες» είναι από τις πιο πολύπλοκες που έχω δει, και θα μπορούσε να γράφει κανείς για ώρες γι'αυτή, κυριολεκτικά κάθε σκηνή της αξίζει μια ανάρτηση, αλλά το θέμα που μου κανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι η σιωπή της Ταχερέ.

Για το χαρακτήρα της ξέρουμε ότι είναι πεισματάρα και ιδιόρρυθμη. Δε δέχεται να φορέσει το χωριάτικο φόρεμα που απαιτεί ο ρόλος γιατί η ίδια «δε φοράει τέτοια ρούχα». Αντίθετα θέλει να βάλει ένα σικάτο μοντέρνο φόρεμα. Επειδή δε συμφωνεί με την επιλογή του Χοσέιν για συμπρωταγωνιστή, απλά ..δε λέει τα λόγια της, χωρίς να δώσει εξηγήσεις, αναγκάζοντας το συνεργείο να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. Αργότερα αλλάζει τα λόγια για να ταιριάζουν καλύτερα στο χαρακτήρα της, έτσι απλά χωρίς προειδοποίηση. Και στις ερωτήσεις και τους όρκους αγάπης του Χοσέιν δεν απαντά. Είναι λοιπόν η τυπική ψηλομύτα που λατρεύει να την παρακαλάνε, που διασκεδάζει με την απεγνωσμένο πάθος του Χοσέιν ;
Ο Χοσέιν παρουσιάζεται σαν καλοκάγαθος απλοϊκός χωριάτης. Είναι αναλφάβητος αλλά υπόσχεται στην Ταχερέ ότι θα την αφήσει να σπουδάσει. Της τάζει ισότητα και σεβασμό. Θα μπορούσε λοιπόν να το δει κανείς σαν μια τυπική ιστορία αγάπης όπου φτωχό και τίμιο παλικάρι ερωτεύεται τη σκληρή πριγκίπισσα.
Όμως η ταινία δεν δίνει απαντήσεις, και αν σκεφτεί κανείς ρεαλιστικά, ο γάμος μιας έφηβης ορφανής μαθήτριας με έναν αναλφάβητο και μεγαλύτερό της άντρα, παρόλες τις υποσχέσεις του, δεν έχει και τις καλύτερες προοπτικές να πετύχει. Και αυτό που κάνει ο Χοσέιν, να την ακολουθεί σ'όλο το χωριό, να κάνει πρόταση γάμου ακόμα και στο νεκροταφείο, να προσβάλει τη γιαγιά της και τη μνήμη των γονιών της, είναι πολύ ενοχλητικό. Η Ταχερέ δεν έχει την υποχρέωση να του απαντήσει.

Στα γυρίσματα της σκηνής στο σπίτι των νεόνυμφων, ο σκηνοθέτης ζητά από την Ταχερέ να προσφωνήσει το σύζυγό της Αγά (κύριο), γιατί έτσι συνηθίζεται στην περιοχή. Η Ταχερέ αρνείται σιωπηλά. Λέει τα λόγια της χωρίς τη λέξη αγά. Η σκηνή γυρίζεται ξανά και ξανά αλλά η κοπέλα δεν αλλάζει γνώμη. Βέβαια, οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, όπως τους παρουσιάζει ο Κιαροστάμι βάζουν πολλά στοιχεία της δικής τους προσωπικότητας στους ρόλους που υποδύονται. Ο Χοσέιν πχ επιμένει να λέει τον πραγματικό αριθμό των συγγενών που έχασε στο σεισμό. Μια άλλη ερμηνεία θα μπορούσε να είναι ότι η Ταχερέ δίνει ένα μήνυμα στο μέλλοντα σύζυγό της για το πως φαντάζεται τη σχέση τους. Εγώ όμως πιστεύω ότι απλά αρνείται να υποδυθεί κάτι που σιχαίνεται. Μπορεί ο σκηνοθέτης να θέλει να δημιουργήσει ακόμα έναν χαρακτήρα χαμηλοβλεπούσας χωριάτισσας, και να χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς σαν μέσα για να παρουσιάσει τη δική του κοσμοθεωρία, αλλά η Ταχερέ έχει τη δική της φωνή και θέλει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της- δε δέχεται να ικανοποιήσει τα γούστα του κάθε σκηνοθέτη. Κι η κοπέλα αυτή όσο κι αν είναι ανώριμη, είναι πιο αυθεντική απ' το σκηνοθέτη που έρχεται απ΄την Τεχεράνη - γιατί ζει στο χωριό κι έχει μεγαλώσει εκεί.
Η Ταχερέ πιστεύω ότι αρνείται να παίξει με τους όρους που έχουν θέσει οι άντρες/ η κοινωνία. Όμως εκτός από την άρνηση αυτή δε μαθαίνουμε κάτι άλλο για τις απόψεις της. Ο εσωτερικός της κόσμος παραμένει ένα μυστήριο για το θεατή. Ας μην ξεχνάμε ότι την ταινία την βλέπουμε απ' την οπτική γωνία των αντρών, του σκηνοθέτη, του Χοσέιν. Κάθε στιγμή γνωρίζουμε τις απόψεις και τα σχέδιά τους γιατί απλά συζητάνε ατέλειωτα γι'αυτά. Αλλά και το πλαίσιο που κινούνται μας είναι οικείο: ο σκηνοθέτης θέλει να γυρίσει την ταινία του όπως αυτός την έχει στο μυαλό του-μας φαίνεται φυσιολογικό, ο Χοσέιν είναι ερωτευμένος και καλό παιδί και ακολουθεί το αντικείμενο του πόθου του, κι αυτό το χουμε δει σε χιλιάδες ταινίες και μας φαίνεται φυσιολογικό. Η Ταχερέ, η νέα γυναίκα είναι ένας άγνωστος κόσμος, που ο Κιαροσταμι τον παρατηρεί αλλά δεν τον αναλύει, ούτε του δίνει φωνή. Και είναι καλύτερα έτσι. Για μένα η σιωπή της Ταχερέ είναι πιο αληθινή και πιο δυνατή δραματικά απ' την ατέλειωτη φλυαρία των γυναικών του «Δέκα»

Τον τίτλο τον έχω δει μεταφρασμένο στα ελληνικά: Κάτω από τους ελαιώνες, Μέσα από τους ελαιώνες, Μέσα στους ελαιώνες. Η ποιο σωστή μετάφραση θα ήταν Κάτω από τα ελαιόδεντρα.



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Tahmineh Milani, μια θαρραλέα σκηνοθέτισσα

Η Tahmineh Milani είναι μια ιδιαίτερη σκηνοθέτισσα από το Ιράν. Είναι αρκετά δημοφιλής, και οι ταινίες της θίγουν το αιώνιο θέμα της καταπίεσης της γυναίκας. Τέσσερις ταινίες της έχω δει μέχρι τώρα. Οι τρεις απ 'αυτές έχουν για πρωταγωνίστρια τη Niki Karimi με τα τεράστια γαλανά μάτια, η οποία παρότι παίζει διαφορετικό χαρακτήρα κάθε φορά, έχει το ίδιο όνομα Φερεστέ, που σημαίνει άγγελος. Γενικά και οι τέσσερις ταινίες είναι πολύ μελοδραματικές και παρουσιάζουν μια ηρωίδα αγνή και τέλεια από όλες τις απόψεις, που όμως όλα της έρχονται στραβά και καταλήγει να υποφέρει, μιας και οι νόμοι του κράτους  αλλά και οι κοινωνικές δομές δεν την στηρίζουν. Δε θέλω να κρίνω τη Μιλανί για το σαχλό σενάριο όλων αυτών των ταινιών, γιατί πιθανώς αυτή είναι η διέξοδος που βρήκε για να μιλήσει για θέματα για τα οποία δε μπορεί κανείς να μιλήσει ανοιχτά και με σαφήνεια αν θέλει οι ταινίες του να προβληθούν στους κινηματογράφους του Ιράν και να φτάσουν στον «απλό κόσμο» όπου υπάρχουν πολλοί θρήσκοι.
Οι 4 ταινίες είναι: Two Women (2000) , Hidden Half  (2001), Fifth Reaction (2003) και The Unwanted Woman (2005), η τελευταία χωρίς την Καριμί.
Το «Hidden Half» είναι η πιο ενδιαφέρουσα απ' αυτές και στοίχισε στη Ταχμινέ Μιλανί φυλάκιση, ευτυχώς μόνο δυο εβδομάδων, γιατί καταπιάνεται με ένα θέμα, μάλλον με πολλά θέματα ταμπού. Αν ήταν λίγο διαφορετική η ταινία αν δηλαδή δεν είχε τόσα πολλά μελοδραματικά τρικ και είχε λίγο πιο αξιοπρεπή σκηνοθεσία, θα μπορούσε να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.
Η Φερεστέ είναι εδώ μια φοιτήτρια που ανήκει στην κομμουνιστική νεολαία κατά τη διάρκεια και λίγο μετά την επανάσταση του 79, όταν αριστεροί και ισλαμιστές «ενωμένοι» αγωνίζονταν εναντίον του σάχη. Ενωμένοι σε εισαγωγικά γιατί ενωμένοι δεν ήταν. Το κομμουνιστικό κόμμα παρουσιάζεται με το συνηθισμένο τρόπο, με άκαμπτες δομές και με θεωρίες μακριά απ' την πραγματικότητα πχ. οι νεαρές καταθέτουν τις ερωτήσεις τους σε μια η μεγαλύτερη σε ηλικία και σε πόστο στο κόμμα συντρόφισσα, η οποία τις αναφέρει «πάνω» και τους δίνει απάντηση μέρες αργότερα. Η Φερεστέ ασφυκτιά σ' αυτό το κλίμα και κυρίως γνωρίζει έναν μεγαλύτερο άντρα, που είναι αριστερός και διανοούμενος αλλά όχι κομμουνιστής και τον ερωτεύεται. Αρχίζει να αμφιβάλλει για το δίκιο του κόμματος, συνειδητοποιεί ότι οι απόψεις της είναι αναμάσημα ιδεών που έχει διαβάσει σε ξένα βιβλία και δεν έχει πολλές γνώσεις για την ίδια της τη χώρα. Παράλληλα με όλα αυτά, οι ισλαμιστές αρχίζουν να κυνηγάνε τους αριστερούς και οι συντρόφισσές της συλλαμβάνονται. Κι εδώ έχουμε μια πολύ σαπουνοπερική εξέλιξη όπου αποκαλύπτονται μυστικά απ' το παρελθόν του γοητευτικού κυρίου με τον οποίο έχει σχέση η Φερεστέ. Και όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα ένα φλας μπακ όπου η πρωταγωνίστρια ώριμη, μετανιωμένη, ευυπόληπτη  και παντρεμένη με πλούσιο δικαστή, γράφει ένα γράμμα στο σύζυγο της ζητώντας του να δείξει έλεος σε μια γυναίκα που αμάρτησε και που πρόκειται να εκτελεστεί.
Τι ήταν τόσο επικίνδυνο και προκάλεσε τέτοια αντίδραση απ' τις αρχές; Και μόνο το θέμα της κομμουνιστικής νεολαίας είναι επαναστατικό, μάλιστα όταν παρουσιάζονται με συμπάθεια, ενώ οι ισλαμιστές φοιτητές είναι όλοι κακοί. Μετά έχουμε τη διαφθορά του νέου συστήματος και την καταδίωξη των αντιφρονούντων. Και μια παράνομη σχέση ανάμεσα στην παρθένα φοιτήτρια και τον κοσμικό κάπως διεφθαρμένο διανοούμενο..

Τον τίτλο τον πήρα απ'αυτό το βιντεάκι στο ΥΤ: http://www.youtube.com/watch?v=QFIjKBsuZTQ

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Sokout [Silence] (1998) του Mohsen Makhmalbaf και μια περιήγηση στο ίντερνετ

Η Σιωπή γυρίστηκε το 1998 στο Τατζικιστάν, όπου ο σκηνοθέτης είχε περισσότερη ελευθερία, αλλά και περισσότερες ευκαιρίες για να δημιουργήσει εικόνες με πολλά ζωηρά χρώματα. Δε ξέρω πως ντύνονται οι γυναίκες σ' αυτή τη χώρα, αλλά σε τούτη την ταινία όλες φοράνε μακριά φουστάνια με πολύ έντονα χρώματα.
Ο Χορσίντ, είναι ένα τυφλό αγοράκι, και δε μπορεί να δει τον όμορφο κόσμο γύρω του, αλλά έχει πολύ καλό «αυτί» και γι'αυτό δουλεύει στο εργαστήρι ενός κατασκευαστή οργάνων, όπου κουρδίζει τα μουσικά όργανα. Στο δρόμο από το σπίτι για τη δουλειά παρασύρεται όμως από όμορφους ήχους και καθυστερεί με αποτέλεσμα το αφεντικό του να θέλει να τον απολύσει. Ο πειρασμός της μουσικής δεν είναι τυχαίο θέμα, γιατί για το Ισλάμ η μουσική είναι αμαρτία, και η γιαγιά του Μαχμαλμπάφ, που ήταν πολύ θρησκευόμενη τον προειδοποίησε για τους κινδύνους της μουσικής και τον συμβούλεψε να κλείνει τα αυτιά του στο δρόμο. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία. Αλλά το σενάριο δεν έχει τόση σημασία, πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι οι εικόνες και οι ήχοι.
Από τις πιο ποιητικές εικόνες είναι όταν η Ναντερέ, φίλη και «συνάδελφος» του Χορσίντ χορεύει με κεράσια για σκουλαρίκια και πέταλα λουλουδιών στα νύχια. Η κάμερα εστιάζει συνέχεια στο σχεδόν τέλειο πρόσωπο της, και η ομορφιά της ταινίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνη. Τις σκηνές με τα κεράσια και τα πέταλα τις εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης από ένα ποίημα της Φορούγ Φοροχζάντ (Forough Farrokhzad) και μάλιστα το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά εδώ: http://www.24grammata.com/?p=1846 (είναι το δεύτερο με τίτλο Άλλη γέννηση) και στα αγγλικά: http://www.forughfarrokhzad.org/selectedworks/selectedworks1.asp
Άλλη πηγή έμπνευσης είναι ένα ποίημα του Καγιάμ , που νομίζω το ακούμε και στην ταινία που λέει ότι πρέπει να ζεις το σήμερα και να μην ανησυχείς για το χτες και το αύριο.
Υπάρχει όπως πάντα και κοινωνικός προβληματισμός, βλέπουμε πολλά μικρά παιδιά να εργάζονται, και οι μισές τουλάχιστον συζητήσεις είναι για το χρήμα. Οι άνθρωποι μιλάνε για έναν πόλεμο που δε διευκρινίζεται, ένας στρατιώτης μαλώνει τα κορίτσια που δε φοράνε μαντήλα.
Η μουσική που κυριαρχεί είναι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, που ακούγεται σε διάφορα σημεία της ταινίας, ειδικά «αυτές οι τέσσερις νότες» που στοίχειωσαν το σκηνοθέτη όταν την άκουσε για πρώτη φορά.
Παρόλο που η «Σιωπή» είναι απ' τις αγαπημένες μου ιρανικές ταινίες, υπήρχαν μερικά πράγματα που με ενόχλησαν, όπως το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών που είναι χμ, πολύ κακό, και με κάνει να υποπτεύομαι ότι τα φαρσί δεν είναι η μητρική τους γλώσσα.




Κάτι περίεργο που παρατήρησα είναι και ότι ο μικρός πρωταγωνιστής που ονομάζεται Χορσίντ Νορμάτοβα στους τίτλους τέλους, αλλά Ταχμινέ Νορμάτοβα στο σάιτ των Μαχμαλμπάφ και στο imdb. Ταχμινέ είναι γυναικείο όνομα, και το παιδί έχει τρύπες στα αυτιά, και αναρωτιέμαι μήπως το ρόλο του Χορσίντ τον παίζει τελικά κορίτσι. Δεν έχει βέβαια μεγάλη σημασία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι έψαξα πολύ ώρα στο ίντερνετ και δε βρήκα πληροφορίες ούτε για το σάουντρακ, ούτε για τη μουσική που ακούγεται. Ούτε ποιος διασκευάζει την συμφωνία του Μπετόβεν, ούτε ποιοι παίζουν διάφορες μελωδίες. Στους τίτλους τέλους εμφανίζονται διάφορα ονόματα, όπως «Majid Entezami» που είναι γνωστός συνθέτης δυτικής κλασσικής μουσικής,  «Araz M. Shirmohamadi» ως τουρκμένος τραγουδιστής, ο οποίος παίζει και σαν ηθοποιός στην ταινία, «δάσκαλος Majid Teke» που παίζει ντοτάρ- αυτουνού βρήκα ένα βίντεο στο youtube (αν είναι ο ίδιος)-, αλλά δε μπορώ να βρω ούτε άλμπουμ, ούτε άλλη πληροφορία. Αυτό βέβαια συμβαίνει στις περισσότερες ιρανικές ταινίες, πρέπει να παιδευτείς πολύ για να βρεις άκρη, οι πληροφορίες στο ίντερνετ είναι ελάχιστες, αντικρουόμενες και μπερδεμένες.
Τη συνέντευξη του σκηνοθέτη όπου μιλάει για το τι τον ενέπνευσε, την βρήκα εδώ. Περιέργως σχεδόν την ίδια συνέντευξη φαίνεται να την έχει πάρει έλληνας δημοσιογράφος (;) : http://www.filmfestival.gr/firstshot/16_11_1998/page6.html
Μερικές απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές στο Youtube:

Και κάτι εντελώς άσχετο, βρήκα στο youtube ένα βίντεο με τίτλο Sokoot, που είναι η ίδια λέξη (سکوت σοκούτ =σιωπή) αλλιώς γραμμένη, και είναι απ' ότι φαίνεται επαναστατικό τραγούδι με αφορμή τις αποτυχημένες διαδηλώσεις του 2009. Τραγουδάει η Γκολσιφτέ Φαραχανί.

Και επειδή νιώθω ότι την έχω θάψει αρκετά σε τούτο το μπλογκ, εδώ είναι μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή της με θέμα τα ψέματα, και με αφορμή την ταινία «Τι απέγινε η Έλι» του Φαραντί: http://www.youtube.com/watch?v=po2waRMVdmY

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Φεστιβάλ Καννών: Βραβεία Γυναικείας Ερμηνείας 1960-1966

Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα γράψει για τις δέκα πρώτες ταινίες που βραβεύτηκαν για γυναικεία ερμηνεία στις Κάννες (από το 46 μέχρι το 59). Οι επόμενες δέκα είναι μεταξύ 60 και 66 , επειδή τρεις απ' τις εφτά χρονιές δυο ταινίες μοιράστηκαν το ίδιο βραβείο.


1960 Μελίνα Μερκούρη. Ποτέ την Κυριακή (Pote tin Kyriaki) του Jules Dassin: Το «Ποτέ την Κυριακή» είναι πάνω απ' όλα μια πολιτική αλληγορία που καταδικάζει την επιμονή των δυτικών να επιβάλλουν παντού τον πολιτισμό τους συχνά με αθέμιτα μέσα. Όμως η «αυθεντική ελληνική κουλτούρα» που παρουσιάζεται εδώ δεν είναι τίποτα άλλο από μια φολκλοριστική και τουριστική ανάγνωση της Ελλάδας, ένας κόσμος με μπουζούκια, ζεϊμπέκικα, σπασμένα πιάτα, με βαρύμαγκες και πόρνες και για κερασάκι αρχαίες τραγωδίες. Είναι (ήταν) αυτό η Ελλάδα; Και παρά το προοδευτικό περιτύλιγμα, η ταινία αυτή είναι συντηρητική, ας μην ξεχνάμε ότι την Ίλια μπορεί να την «σώσει» μόνο ο βαρβάτος Ελληνάρας (μισός Ιταλός) με την «αγάπη του». Η Μελίνα Μερκούρη παίζει καλά το ρόλο της, ένα ρόλο φτιαγμένο ειδικά για εκείνη.
Παρεμπιπτόντως διάβασα- αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω- ότι οι αρχαιότεροι μύθοι για τη Μήδεια λένε ότι κάποιοι Κορίνθιοι σκότωσαν τα παιδιά της και αργότερα την συκοφάντησαν για να την ξεφορτωθούν, κι ο Ευριπίδης εισήγαγε την παιδοκτονία για δικούς του λόγους. *

1960 Jeanne Moreau. Moderato cantabile του Peter Brook: Νέα και όμορφη νοικοκυρά, σύζυγος πλούσιου εργοστασιάρχη, βαρεμένη με τη ζωή της γνωρίζει νέο και όμορφο εργάτη (Μπελμοντό) με αφορμή τη δολοφονία μιας γυναίκας από τον εραστή της. Όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο σενάριο, μελαγχολικές εικόνες σε μια μουντή πόλη, μελαγχολική μουσική στο τέλος κάθε σκηνής. Η Μορό παίζει μια μελαγχολική κυρία, που ψάχνει να βρει καταφύγιο από τον πολυτελή κόσμο της, είναι όμως άνευρη και παράλογα ρομαντική.

1961 Sophia Loren. La Ciociara του Vittorio De Sica: Οι περιπέτειες μάνας και κόρης στην ιταλική επαρχία όπου έχουν καταφύγει για να γλιτώσουν απ' τους βομβαρδισμούς των συμμάχων στο Β παγκόσμιο πόλεμο. Η Τσεζίρα, η ηρωίδα είναι μια δυναμική γυναίκα που δεν έχει ιδεολογίες αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιβίωση τη δική της και της κόρης της. Στο χωριό της συναντά έναν ιδεαλιστή νέο (Μπελμοντό), τον οποίο ερωτεύεται (αυτός ο έρωτας δεν υπάρχει στο βιβλίο στο οποίο βασίζεται η ταινία), ενώ γνωρίζουμε διάφορους τύπους χωρικών που προσπαθούν να επιζήσουν απ' τον πόλεμο με τον τρόπο του ο καθένας. Η Ciociara είναι αρκετά καλή ταινία, συγκλονίζει και περνάει το αντιπολεμικό μήνυμα της. Η Σοφία Λόρεν παίζει με το γνωστό της στιλ.


1962 Rita Tushingham. A Taste of Honey του Tony Richardson: Η Τζο, μια έφηβη αγγλίδα μαθήτρια από την εργατική τάξη ζει με την ανεύθυνη μητέρα της σε μια γκρίζα αγγλική πόλη και κάνει τα πρώτα βήματα για να ανεξαρτητοποιηθεί. Όμως η τάξη της έχει προκαθορίσει και τη μοίρα της και η Τζο είναι «καταδικασμένη» να κάνει τα ίδια λάθη με τη μητέρα της. Η ταινία έχει αρκετό χιούμορ και αισιοδοξία, και δεν ξεφεύγει από μερικά «καλώς εννοούμενα» ρατσιστικά στερεότυπα.

1962 Katharine Hepburn. Long Day's Journey Into Night του Sidney Lumet: Πορτραίτο μιας δυσλειτουργικής αμερικανικής οικογένειας του 1912, όπου όλοι προσπαθούν να είναι ευγενικοί και προσποιούνται ότι όλα πάνε καλά, αλλά ταυτόχρονα λένε βαριά λόγια και πληγώνουν ο ένας τον άλλο. Η οικογένεια έχει και διάφορα μυστικά, τα οποία αντιλαμβανόμαστε σιγά σιγά, αλλά δεν είναι και καμιά έκπληξη. Εκτός από τη Hepburn, βραβείο ερμηνείας πήραν και οι τρεις άντρες ηθοποιοί. Ίσως οι άντρες το άξιζαν, αλλά ο χαρακτήρας της Hepburn βγάζει κατευθείαν διάγνωση υστερικής διαταραχής προσωπικότητας, μιλάει υπερβολικά θεατρικά και αλλάζει συνέχεια τον τόνο της φωνής της και το ύφος της. Βέβαια δε ξέρω, ίσως η Hepburn παίζει επίτηδες έτσι γιατί η ηρωίδα είναι υστερική. Και οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι λίγο υπερβολικοί, πχ ο σύζυγος σε κάθε δεύτερη πρόταση λέει και μια ατάκα που αποδεικνύει πόσο τσιγκούνης είναι. Δε μπόρεσα να το δω μέχρι το τέλος.
1963 Marina Vlady L'Ape regina του Marco Ferreri: Σ' αυτή την ευχάριστη κομεντί ένας σαραντάρης παντρεύεται πανέμορφη και θρησκευόμενη παρθένα η οποία αποδεικνύεται φλογερή στο κρεββάτι. Αυτή η τέλεια σχέση όμως τον εξαντλεί ψυχικά και σωματικά. Η Vlady παίζει τον όχι και τόσο απαιτητικό ρόλο της γλάστρας που σκοτώνει με το εξωτικό της βλέμμα.

1964 Barbara Barrie. One Potato, Two Potato του Larry Peerce: Η υπόθεση είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα. Μια λευκή παντρεύεται έναν μαύρο και ο πρώην σύζυγός της που την έχει εγκαταλείψει πριν από χρόνια, επιστρέφει και ζητά την κηδεμονία της κόρης του, με το σκεπτικό ότι ένα λευκό κορίτσι δε μπορεί να μεγαλώσει φυσιολογικά σε μια μαύρη οικογένεια. Έψαξα λίγο στο ίντερνετ και βρήκα ότι το 64 σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ ακόμα και ο γάμος μεταξύ ατόμων διαφορετικής φυλής απαγορευόταν. Ο νόμοι αυτοί καταργήθηκαν το 1967. Η ερμηνεία της Barbara Barrie είναι αξιοπρεπής, το ίδιο και η ταινία , αλλά δε βρήκα κάτι ιδιαίτερο, νομίζω ότι αξίζει περισσότερο για να «μαθαίνουν οι νεότεροι». Το πιο συγκλονιστικό στην ταινία είναι η απόφαση του δικαστή ή μάλλον το πως δικαιολογεί αυτή την απόφαση.

1964 Anne Bancroft. The Pumpkin Eater του Jack Clayton:  Η Τζο έχει μια εξωτερικά τουλάχιστον αντισυμβατική ζωή, έχει ...8 παιδιά και είναι παντρεμένη για τρίτη φορά με έναν σεναριογράφο, όμως από μέσα της υποφέρει και έχει ψυχολογικά προβλήματα. Δεν είναι όμως μόνο αυτή, η ταινία παρουσιάζει όλη την κοινωνία, σαν κοινωνία ζωντανών νεκρών, με ανούσιους διαλόγους να επαναλαμβάνονται, με όλες τις σχέσεις να είναι τραγικά τυπικές, ψεύτικες. Η Τζο φαίνεται να ζει σε έναν καταθλιπτικό εφιάλτη, όπου ο μόνος άνθρωπος που μετράει, για τον οποίο νιώθει κάτι είναι ο άντρας της. Εκτός απ' την ηρωίδα, γνωρίζουμε κι άλλους ψυχικά ασταθείς ανθρώπους, όπως μια ψυχωτική νοικοκυρά, έναν εγωμανή απατημένο σύζυγο, αν και το πιο συνταρακτικό επεισόδια είναι η επίσκεψη του Βασιλιά της Ιουδαίας. Το σενάριο  της ταινίας έχει διασκευαστεί από το Harold Pinter, και σ'αυτόν μάλλον οφείλεται η κάπως σουρεαλιστική ατμόσφαιρα. Η Anne Bancroft είναι ψυχρή και μερικές φορές δείχνει συναίσθημα χωρίς να ξεφεύγει ποτέ από την αλλόκοτη ηρεμία της. Τέλεια!

1965 Samantha Eggar. The Collector του John Fowles: Ένας ασεξουαλικός και ψυχικά διαταραγμένος νέος απαγάγει όμορφη σπουδάστρια τέχνης και την κρατάει κλειδωμένη σε υπόγειο, της φέρεται με το γάντι, περιμένοντας πότε θα τον ερωτευτεί. Επειδή βρισκόμαστε στην Αγγλία, τα πάντα οφείλονται στις διαφορές των κοινωνικών τάξεων, με λίγα λόγια ο νέος ανήκει στην εργατική τάξη και το θύμα είναι κόρη ευκατάστατου γιατρού, και γι' αυτό ο απαγωγέας , συμπαθέστατο παλικάρι, είναι στην πραγματικότητα θύμα της κοινωνίας. Η Samantha Eggar για δυο ώρες παρακαλεί, καλοπιάνει, προσβάλλει, ή αποπλανεί τον απαγωγέα της και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να αποδράσει. Όταν λέει ψέματα για να τον ξεγελάσει, η φωνή της παίρνει ένα προσποιητό ύφος για να το καταλάβουμε κι εμείς. Χμ.

1966 Vanessa Redgrave. Morgan: A Suitable Case for Treatment του Karel Reisz. Η Vanessa Redgrave είναι ένα πλουσιοκόριτσο που μόλις έχει χωρίσει τον εκκεντρικό και ελαφρώς διαταραγμένο σύζυγό της Μόργκαν, αλλά δε μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του. Ο Μόργκαν ο πρωταγωνιστής, (παιδί της εργατικής τάξης) συμπεριφέρεται με τους πιο ανορθόδοξους τρόπους, σαν έφηβος, και κάνει διάφορα τρελά πράγματα για να κερδίσει πίσω τη γυναίκα του και καταλήγει στο τρελοκομείο. Κωμωδία, σάτιρα (του ταξικού συστήματος), δεν μπόρεσα να την δω ως το τέλος.

Αυτή τη φορά προσπάθησα να μετρήσω πόσες ηρωίδες καπνίζουν, και, από τις 20 ταινίες, στις 9 τουλάχιστον μια βραβευμένη ηθοποιός καπνίζει. Μάλλον και σε περισσότερες ταινίες γιατί δεν το πρόσεξα πολύ προσεκτικά ;-).
Μια μόνο πεθαίνει, 4 είναι άτεκνες, και οι υπόλοιπες έχουν συνολικά 10 γιους και 5 κόρες. Βέβαια η
Anne Bancroft με το 8 παιδιά κάνει τη διαφορά! Οι ηθοποιοί είναι επίσης αρκετά νεότερες, ο μέσος όρος είναι 32 χρονών τη χρονιά της βράβευσης, και τον ανεβάζει η Katharine Hepburn που ήταν 55. Στην προηγούμενη δεκάδα ήταν 38 περίπου, χωρίς να μετρήσω τις ρωσίδες ηθοποιούς που οι περισσότερες ήταν σχετικά νέες, αλλά είναι λίγο μπερδεμένο γιατί δυο φορές βραβεύτηκε όλο το γυναικείο καστ. 6 ταινίες είναι αγγλόφωνες, μια μισά αγγλικά μισά ελληνικά, 2 στα ιταλικά, μια στα γαλλικά. 4 είναι βρετανικές, και οι διαφορές των κοινωνικών τάξεων παίζουν σημαντικό ρόλο σε τρεις απ' αυτές.  6 ηρωίδες είναι λίγο πολύ πλούσιες, 3 είναι λίγο πολύ της εργατικής τάξης, μια είναι καλοβαλμένη, αλλά επειδή έχουμε πόλεμο, ζει με πολλές στερήσεις.
Ο συντηρητισμός έχει υποχωρήσει αρκετά, έχουμε περισσότερη κοινωνική κριτική, μερικές ερωτικές σκηνές. Οι περισσότερες ταινίες παρουσιάζουν νοικοκυρές να ασφυκτιούν στη βαρετή κι ανούσια ζωή τους, θέμα που έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Σε όλες σχεδόν τις ταινίες κεντρική θέση έχει η σχέση της ηρωίδας με τον άντρα/σύντροφό τους ή με τους άντρες γενικότερα (Ποτέ την Κυριακή) ή με επίδοξο ερωτικό σύντροφο (The Collector). Νομίζω μόνο στην Ciociara η ερωτική ζωή της πρωταγωνίστριας έχει δευτερεύοντα ρόλο.
Εκτός ίσως απ' το «The Pumpkin Eater» καμιά ταινία δε μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά είδα χωρίς δυσκολία την  «Ciociara», το «A Taste of Honey», το «Moderato cantabile», την «Ape regina» και (ξαναείδα) το «Ποτέ την Κυριακή».

* Πολλές φορές διάβασα σε βιβλία από ξένους συγγραφείς να ερμηνεύονται ελληνικοί μύθοι σαν «μαρτυρίες» της μετάβασης από τη μητριαρχία στην πατριαρχία. Συχνά η μητριαρχική κοινωνία παρουσιάζεται σαν σχεδόν ουτοπική με κάποια σημαντικά όμως μειονεκτήματα (πχ ανθρωποθυσίες), ενώ η πατριαρχική που ακολούθησε είναι ντε φάκτο προβληματική. Η Μήδεια έχει το τέλειο προφίλ εξιλαστήριου θύματος: είναι ξένη, γυναίκα και δυναμική, είναι λογικό να την δαιμονοποιήσει μια κοινωνία που μισεί τους βάρβαρους και θέλει τις γυναίκες κλεισμένες στο σπίτι. Προσωπικά οι θεωρίες για αιματηρές μητριαρχίες, και η σύνδεση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με την πατριαρχία δε με πείθουν, αλλά αλλού ήθελα να καταλήξω. Είτε η παιδοκτονία ήταν εφεύρεση του Ευριπίδη είτε όχι, οι μύθοι είχανε πάντα πολλές βερσιόν και ευτυχώς ούτε κοπιράιτ έχουν (ακόμα), ούτε είναι Ευαγγέλια, άρα ο καθένας έχει το δικαίωμα να τους αναλύει, να τους ψυχαναλύει, να τους επανερμηνεύει, να τους μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή, και φυσικά να τους «αλλάζει» όπως θέλει μέχρι να γίνουν αγνώριστοι. Αυτό που κάνει η Ίλια είναι απόλυτα υγιές.