Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Το κοτόπουλο, τα δαμάσκηνα κι ένα ταρ που έγινε βιολί

Στο Poulet aux prunes, τη δεύτερη ταινία της Σατραπί, αυτή τη φορά με αληθινούς ηθοποιούς κι όχι κινούμενα σχέδια, ο Νασερ Αλί Χαν ένας διάσημος ιρανός βιολιστής ψάχνει όλο το Ιράν για να βρει ένα βιολί τόσο καλό όσο αυτό που έσπασε η γυναίκα του. Επειδή όμως ποτέ δεν καταφέρνει να βρει τέτοιο βιολί αποφασίζει να πεθάνει. Τις επόμενες 8 μέρες μετά την απόφαση αυτή κλείνεται στο δωμάτιό του, όπου τον επισκέπτονται διάφοροι συγγενείς, ενώ ένας αφηγητής μας διηγείται μέσα από φλας μπακ (και φόργουορντ) το παρελθόν του αλλά και το μέλλον κάποιων κοντινών του προσώπων. Η ταινία έχει πολλά συμπαθητικά εφέ κι έχει παραμυθένιο ντεκόρ ειδικά στις σκηνές από τις αναμνήσεις του Νασέρ Αλί Χαν. Είναι γεμάτη από νοσταλγία για την δεκαετία του 50, γενικότερα για την εποχή πριν την επανάσταση. Παρακολουθείται αρκετά ευχάριστα, μόνο που θα ήθελα κανένα μισάωρο παραπάνω για να γνωρίσουμε καλύτερα τους χαρακτήρες και να καταλάβουμε τα πάθη τους.
Αλλά καλώς η κακώς, το «κοτόπουλο με δαμάσκηνα» δε με ενδιαφέρει τόσο σαν ταινία, αλλά σαν δείγμα ευρωπαϊκής παραγωγής με διεθνές καστ που κάνει βόλτες στα φεστιβάλ του κόσμου. Και φυσικά θα μπορούσε άνετα να μπει στην κατηγορία του «όχι και τόσο ιρανικού κινηματογράφου», είναι δηλαδή μια ταινία γυρισμένη από ανθρώπους που ζουν στη Δύση, κι έχει σκοπό να παρουσιάσει το Ιράν στους δυτικούς θεατές.

Το διεθνές Καστ

Πρώτα απ' όλα πρωταγωνιστής είναι ο διάσημος Γάλλος ηθοποιός (και προσφάτως σκηνοθέτης) Mathieu Amalric, ο οποίος δε μοιάζει ιδιαίτερα με Ιρανό, και είναι προφανές ότι τον διάλεξαν για να δώσει αίγλη (εισιτήρια) στην ταινία. Μια άλλη διάσημη ηθοποιός που είναι άσσος δε τέτοιου είδους παραγωγές είναι η Isabella Rossellini που παίζει για λίγα λεπτά τη μητέρα του πρωταγωνιστή. Ο μαροκινής καταγωγής Jamel Debbouze που επίσης δε θυμίζει και πολύ Ιρανό αλλά έχει πρόσωπο αρκετά ανατολίτικο παίζει τον ιδιοκτήτη ενός παλαιοπωλείου. Παίζουν και η Κιάρα Μασρτρογιάνι (λίγα δευτερόλεπτα) και η Πορτογαλέζα Maria de Medeiros. Η μοναδική Ιρανή ηθοποιός μου φαίνεται ότι είναι η Γκολσιφτέ Φαραχανί που οι διάλογοι της δεν ξεπερνούν τις 20 λέξεις. Τη Φαραχανί την λυπάμαι γιατί στο Ιράν ήταν απ' τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς, και τώρα στην εξορία είναι αναγκασμένη να παίζει δεύτερους ρόλους σε όπως και να το κάνουμε δευτεροκλασάτες αρτιστίκ ταινίες. Γιατί είναι ξένη, πολύ μελαχρινή και άγνωστη στο διεθνές κοινό για να παίξει μεγάλους ρόλους, και μάλλον προορίζεται να παίζει μετανάστριες σε γαλλικά δράματα, μεσανατολίτισσες οποιασδήποτε εθνικότητας, άντε και καμιά Ιρανή καλλονή όποτε της δοθεί η ευκαιρία. Κρίμα.

Το κόμικ και ο (όχι και τόσο ιρανικός) κινηματογράφος

Στο βιβλίο της Σατραπί στο οποίο βασίστηκε η ταινία -είναι παράξενο πως ένα λιτό ασπρόμαυρο κόμικ μετατράπηκε σε μια τόσο πληθωρική και πολύχρωμη ταινία- ο πρωταγωνιστής δεν παίζει βιολί αλλά ταρ, οι σκηνοθέτες όμως αποφάσισαν να το μεταλλάξουν για να είναι πιο προσιτό στο δυτικό θεατή. «Αν έβλεπε ο κόσμος ένα ασυνήθιστο όργανο θα του αποσπούσε την προσοχή και θα έχανε το πανανθρώπινο νόημα της ταινίας που είναι η αγάπη. Εξάλλου το βιολί υπάρχει και στην ιρανική μουσική, είναι διεθνές όργανο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να είπε η Σατραπί σε συνεντεύξεις. Με τον ίδιο τρόπο τα ονόματα των δυο παιδιών του πρωταγωνιστή από Φαρζανέ και Μοζαφάρ μετατράπηκαν σε Λιλί και Σιρούς. Η Σατραπί έχει δίκιο: η ταινία της μας είναι γνώριμη, θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε χώρα. Χαρακτηριστικά δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή με τσαντόρ, κι η μόνη που φοράει μαντήλα, η Ροσελίνι, την έχει τυλίξει περίτεχνα γύρω απ' το κεφάλι της. Βέβαια η σκηνή στο μαγαζί όπου ο Νασέρ Αλί αγοράζει το δεύτερο βιολί είναι εμπλουτισμένη (και σε σχέση με το κόμικ) με πολλά ανατολίτικα στοιχεία, και μάλιστα οι δύο άντρες καπνίζουν όπιο, μια αρκετά διαδεδομένη ιρανική συνήθεια. Με λίγα λόγια η ταινία απευθύνεται σε θεατές που τους ξενίζει ένα άγνωστο μουσικό όργανο και τα δύσκολα ιρανικά ονόματα, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να δουν την τυπική σκηνή όπου ο ανατολίτης απατεώνας ζαλίζει τον ήρωα με λίγο όπιο.
Η ταινία διατηρεί πολλές απ' τις «σκηνές» του κόμικ και έχει απρόσμενα λίγες αλλαγές. Νομίζω ότι προτιμώ το δεύτερο.


Το Ταρ

Είναι αστείο ότι ένας βιολιστής που έχει γυρίσει τον κόσμο 20 χρόνια ψάχνει στραντιβάριους μέσα σε σκονισμένα ιρανικά παλαιοπωλεία. Πάντως το βιολί χρησιμοποιείται πράγματι στην κλασσική περσική μουσική αν και δεν το βλέπω πια στα σύγχρονα κλασσικά συγκροτήματα.  Το ταρ είναι όμως ένα απ' τα σημαντικότερα μουσικά όργανα της περσικής μουσικής, ίσως και το σημαντικότερο. Ο ήχος του είναι πιο «τραχύς» απ' του βιολιού, πιο «ζωντανός». Πολύ πιο εύκολα θα πίστευα ότι κάποιος πεθαίνει για ένα ταρ παρά για ένα ψυχρό βιολί.

Και λίγο ταρ: (Στο πρώτο βίντεο είναι ο Qolam Hossein Bigjeh-Khani και στο δεύτερο ο Jalil Shahnaz)



Το παραπάνω είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κομμάτι, που υπάρχει ολόκληρο στο youtube. Και τέλος ο θρυλικός Shahnazi (προσοχή άλλος ο Shahnaz άλλος ο Shahnazi) :



Διάλεξα παλιότερα βίντεο, απ' την εποχή που οι μουσικοί φορούσαν κοστούμια κι όχι «παραδοσιακές» φορεσιές. Βέβαια υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί σύγχρονοι παίχτες του ταρ, πχ. ο Alizadeh, ή ο Lotfi. Απλά τα προηγούμενα είναι τ' αγαπημένα μου.

Κι ένα βίντεο με σετάρ (άσχετο αλλά μ' αρέσει πολύ) :


Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Lola (2009) του Brillante Mendoza

Ο Brillante Mendoza από τις Φιλιππίνες είναι συχνός επισκέπτης των διεθνών φεστιβάλ κινηματογράφου. Το 2009 συμμετείχε στις Κάννες η ταινία του Kinatay στην οποία αναφέρθηκα σύντομα βέβαια στην ανάρτηση για το bechdel test, και την ίδια χρονιά η Lola διαγωνίστηκε στο φεστιβάλ Βενετίας σαν ταινία-έκπληξη.
Λόλα δεν είναι το όνομα καμιάς κοπέλας, αντίθετα σημαίνει γιαγιά στα ταγκαλόγκ(;). Μια γιαγιά λοιπόν, περιφέρεται στους δρόμους της Μανίλας με το μικρό της εγγονό. Θέλει να ανάψει ένα κερί στο σημείο όπου σκοτώθηκε ένας άλλος εγγονός της που έπεσε θύμα ληστείας. Μετά πρέπει να πάει σε διάφορες υπηρεσίες να κανονίσει την κηδεία, να βρει χρήματα, να δηλώσει το φόνο στην αστυνομία. Στο αστυνομικό τμήμα συναντάμε μιαν άλλη γιαγιά: τη γιαγιά του δολοφόνου που έρχεται να φέρει φαγητό στον εγγονό της. Και που πρέπει να βρει κι αυτή χρήματα.
Ουσιαστικά ολόκληρη η ταινία παρουσιάζει την οδύσσεια των δυο ηλικιωμένων γυναικών που αναγκάζονται να βγάλουν το φίδι απ' την τρύπα παρά την προχωρημένη ηλικία τους. Η λόλα Σέπα με τα κάτασπρα μαλλιά, είναι μια τραγική φιγούρα που προκαλεί το σεβασμό. Ζει με την κόρη και δυο μικρούς εγγονούς σε μια παράγκα σ' ένα βρώμικο ποτάμι. Η δεύτερη η λόλα Πούρινγκ ζει μ' έναν κατάκοιτο γιο κι έναν άλλο πάλι εγγονό σ' ένα διαμέρισμα και είναι πιο «μέσα στα πράγματα». Με τον εγγονό της έχουν ένα πάγκο και πουλάνε φρούτα και λαχανικά παράνομα στο δρόμο. Για να βρει τα χρήματα που χρειάζεται και λέει ψέματα και κλέβει.

Δυο πράγματα δε μου άρεσαν. Πρώτον το κούνημα της κάμερας που μου φερε πάλι ναυτία κι αναγκάστηκα να διακόπτω την ταινία κάθε τέταρτο, και δεύτερον ένιωσα ότι ο σκηνοθέτης ήθελε να παρουσιάσει όλα τα προβλήματα των φτωχών της χώρας του μέσα σε δυο ώρες. Και οι δυο γυναίκες στις περιπλανήσεις τους στην πόλη συναντούν την εγκληματικότητα, τη βία της αστυνομίας, τη γραφειοκρατεία, την αδιαφορία του κράτους, την κοινωνική ανισότητα αλλά και (σπάνια) την αλληλεγγύη. Η εικόνα που δίνεται είναι πολύ απαισιόδοξη: οι οικογένειες είναι διαλυμένες, οι φυλακές γεμάτες νέους άντρες, και δε φαίνεται να υπάρχει καμιά αξία, όλα είναι εμπορεύσιμα. Παρεμπιπτόντως το σύστημα δικαιοσύνης στις Φιλιππίνες  πρέπει να είναι πολύ παράξενο.
Η Anita Linda, η ηθοποιός που παίζει τη γιαγιά Σέπα είναι πολύ καλή και λέω προκαταβολικά ότι θα της έδινα την κόπα βόλπι ;-)

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Φεστιβάλ Καννών: Βραβεία Γυναικείας Ερμηνείας. Ανακεφαλαίωση

Σκέφτηκα να μαζέψω σε μια ανάρτηση όλες τις προηγούμενες που έχουν τις ταινίες που βραβεύτηκαν για τη γυναικεία ερμηνεία στις Κάννες, γιατί είναι σκόρπιες στο μπλογκ.
Ορίστε με χρονολογική σειρά:

1946-1959
1960-1966
1967-1976
1977-1983
1984-1991
1992-2000
2001-2011

Δυστυχώς δεν κατάφερα να εντοπίσω το Les Violons du Bal του 74 και το Déryné, Hol Van? του 76. Επίσης το Come Back, Little Sheba to 53 δεν πήρε ακριβώς βραβείο αλλά κάτι σαν τιμητική αναφορά. Αυτό λέει τουλάχιστον η γερμανική βικιπαίδεια που δεν έχει την ταινία στη λίστα των νικητριών, και δεν το έψαξα παραπάνω, απλά το θεώρησα κανονικό βραβείο.
Μέσα στα 65 χρόνια απ' το 46 μέχρι το 2011 άλλαξαν φυσικά πολλά πράγματα στις κοινωνίες μας, κι αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ταινίες, όχι απόλυτα όμως, αφού η τέχνη υπακούει σε δικούς της νόμους και έχει δικά της κλισέ και στερεότυπα. Εξάλλου μόνο και μόνο που το βραβείο ήταν γυναικείας ερμηνείας, ήταν αναμενόμενο οι περισσότερες ταινίες να έχουν πρωταγωνίστριες (σχετικά) ενδιαφέροντες γυναικείους χαρακτήρες. Αλλά για βγάλει κανείς σοβαρά συμπεράσματα για την παρουσίαση της γυναίκας στον κινηματογράφο πρέπει να δει μεγάλο μέρος της παραγωγής κάθε χρονιάς.
Η πιο κραυγαλέα εξέλιξη και η πιο εύκολη να την παρατηρήσει κάποια ερασιτέχνης σαν εμένα ήταν η σεξουαλικότητα της ηρωίδας. Οι πρώτες ηθοποιοί εμφανίζονται ντυμένες και σεμνές, δεν έχουμε γυμνές σκηνές, ενώ οι τελευταίες συνήθως εμφανίζονται κάποια στιγμή γυμνές και συχνά έχουμε «σκληρές ερωτικές σκηνές». Η εξέλιξη αυτή είναι πολύ χαρακτηριστικά σταδιακή.
Το μεγαλύτερο παράπονό μου, εκτός από την γενικά κακή ποιότητα των ταινιών, είναι η παντελής επικράτηση δυτικοευρωπαίων και κυρίως αμερικανίδων ηθοποιών. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με πολλούς τρόπους, πχ. οι Αμερικάνες ήταν πιο δημοφιλείς και ήταν πιο συμφέρον να πάρουν αυτές βραβείο παρά μια άγνωστη στο δυτικό κοινό γιαπωνέζα. Η μπορεί οι ασιατικές λόγου χάρη ταινίες να είχαν πολύ ασήμαντους γυναικείους ρόλους. Εξάλλου η Αμερική, η Γαλλία και η Αγγλία είναι από τις χώρες όπου η χειραφέτηση της γυναίκας άρχισε να γίνεται νωρίτερα. Όπως και να 'χει, το αποτέλεσμα ήταν η επανάληψη των ίδιων και των ίδιων καταστάσεων.
Το συχνότερο επάγγελμα ήταν αρχικά και αναμενόμενα τα οικιακά, πράγματι η συχνότερη απασχόληση στα ανώτερα στρώματα της δυτικής κοινωνίας. Άλλο συχνό επάγγελμα είναι μουσικός (πιανίστα, τραγουδίστρια) και γενικότερα καλλιτέχνις (ηθοποιός, χορεύτρια, ακροβάτισσα). Ειδικά προς το τέλος αρχίζουν να αυξάνονται εργάτριες ή άλλου είδους χαμηλόμισθες. 5-6 εκδίδονται κάποια στιγμή, έστω περιστασιακά ή έχουν παρόμοιο τρόμο να βγάζουν το ψωμί τους. Δυο μόνο καταφέρνουν κάτι πραγματικά σπουδαίο, η Λούξεμπουργκ και η Ιζαντόρα Ντάνκαν. Οι υπόλοιπες είναι συνήθως ανώνυμες γυναίκες της διπλανής πόρτας, ασήμαντες και ανώνυμες, και περισσότερο προκαλούν οίκτο παρά εμπνέουν. Έχουμε βέβαια και δυο βασίλισσες οι οποίες όμως δεν παίζουν μεγάλο ρόλο στις ταινίες τους.
Αν κατάλαβα καλά η ερμηνεία της κάθε ηθοποιού έπαιξε ελάχιστο ρόλο στη βράβευσή της. Μάλλον παίρνουν βραβείο ερμηνείας ταινίες οι οποίες είναι μεν καλές (σύμφωνα με τα κριτήρια των κριτικών) αλλά όχι τόσο καλές ώστε να πάρουν ένα από τα μεγαλύτερα βραβεία. Σίγουρα το μάρκετινγκ ή η διάθεση να τιμήσουν κάποια σπουδαία ερμηνεύτρια παίζουν κάποιο ρόλο.

Δε θέλω να γίνομαι κακιά και κυριολεκτικά σκύλα αλλά πιστεύω ότι στα φεστιβάλ το ένα τρίτο των ταινιών είναι σκουπίδια που διαγωνίζονται είτε γιατί είναι ακριβές παραγωγές είτε για να αντιπροσωπεύσουν κάτι (μια χώρα, ένα κινηματογραφικό είδος) είτε γιατί ο σκηνοθέτης τους είναι αγαπημένος των φεστιβάλ για λόγους που δεν καταλαβαίνω, το ένα τρίτο είναι μέτριες ταινίες που διαγωνίζονται για τους ίδιους λόγους, και μόνο ένα τρίτο είναι αξιόλογες. Υπάρχει λοιπόν λόγος να ασχολούμαι με τα φεστιβάλ; Μάλλον όχι. Βέβαια έτσι ανακάλυψα πολλούς σκηνοθέτες, αλλά παρατήρησα και κάποια πράγματα για ταινίες και κριτικούς. Πχ όλοι σχεδόν οι Έλληνες κριτικοί που είναι ανταποκριτές στα φεστιβάλ γράφουν μεγάλα αφιερώματα για μεγάλες παραγωγές, και δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου σε μικρότερες ταινίες που τελικά δεν έρχονται στους κινηματογράφους. Βέβαια τελικά μπορεί να θάψουν μια τέτοια ταινία για την οποία προηγουμένως είχαν κάνει πολυσέλιδο αφιέρωμα. Εμείς οι ερασιτέχνες κριτικοί δε μαθαίνουμε ποτέ για τις άγνωστες ταινίες των φεστιβάλ, παρόλο που συμμετείχαν «ισότιμα» στο διαγωνισμό και κατά συνέπεια συζητάμε ποια μας άρεσε περισσότερο απ' τις πολυδιαφημισμένες, κι έτσι ο κύκλος συνεχίζεται.
Αυτά.



Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Φεστιβάλ Καννών: Βραβεία Γυναικείας Ερμηνείας 2001-2011

Αν και συνήθως έβαζα τις ταινίες δέκα δέκα, αυτή τη φορά είναι όλες 11 μαζί με την περσινή Μελαγχολία. Απ' τις 11 αυτές ταινίες είχα ήδη δει 8 πριν ξεκινήσω το αφιέρωμα. Οι τρεις που είδα πρώτη φορά ήταν το Milyang, το Linha de Passe και το Clean. Και τη Μελαγχολία βέβαια την είδα σχετικά πρόσφατα. Δεν έκατσα να τις δω όλες τις παλιές απ' την αρχή μέχρι το τέλος.
Κουράστηκα τόσο πολύ απ' το πρότζεκτ αυτό, και φοβάμαι ότι δε θα επιχειρήσω κάτι παρόμοιο για πολύ καιρό. Είχα αρχίσει να ψάχνω και τις αντίστοιχες ταινίες που πήραν βραβείο αντρικής ερμηνείας, αλλά όπως είπα φοβάμαι ότι δε θα το αντέξω.

2001 Isabelle Huppert. La Pianiste του Michael Haneke. Σε προηγούμενη ανάρτηση έγραψα για το χορεύοντας στο σκοτάδι ότι ήταν η πρώτη ταινία που είδα σε σινεμά και η αγαπημένη μου για πολύ καιρό. Δεν πέρασε όμως ούτε ένας χρόνος και η «Δασκάλα του Πιάνου» της πήρε τη θέση σαν αγαπημένη μου ταινία. Είχαν γίνει βέβαια κάποιες σημαντικές αλλαγές στη ζωή μου. Είχε ανοίξει και στην πόλη μου κινηματογράφος όπου εννοείται πήγαινα πολύ συχνά, αλλά κυρίως κάθε βδομάδα είχε μια λέσχη που παρουσίαζε πιο εναλλακτικές ταινίες. Εκεί την είδα τη δασκάλα του πιάνου κι ένιωσα σαν να έγινε αποκάλυψη μέσα μου. (και είδα κι άλλες ταινίες που τις θυμάμαι μια μια). Όταν την ξαναείδα αργότερα σε έναν κινηματογράφο της Αθήνας που έσταζε το ταβάνι, μου φάνηκε περισσότερο γελοία παρά συγκλονιστική. Το παίξιμο των ηθοποιών δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, ούτε βρίσκω στο σενάριο ότι έχει κάτι ιδιαίτερο να πει. ΟΚ, ακόμα μια σαλεμένη πιανίστα, ακόμα μια βιτσιόζα γεροντοκόρη, ακόμα μια ταινία με πολύ βία που υποτίθεται ότι αντικατοπτρίζει την καταπίεση του σύγχρονου ανθρώπου, την αλλοτρίωση των συναισθημάτων, την αποτυχία του καπιταλισμού κτλ.

2002 Kati Outinen. Mies vailla menneisyyttä του Aki Kaurismäki. Ένας άνθρωπος πέφτει θύμα ενός άγριου ξυλοδαρμού και παθαίνει αμνησία. Έτσι ξεκινάει τη ζωή απ' το μηδέν μαζί με διάφορους περιθωριακούς τύπους. Τελικά η αλληλεγγύη των φτωχών και η αγάπη μιας εργαζόμενης σε φιλανθρωπικό ίδυμα θα τον βοηθήσουν να συνέλθει. Ιδιόρρυθμο χιούμορ, ανέκφραστα πρόσωπα, αποχρώσεις μλε και πράσινου και παραμυθένια ατμόσφαιρα. Η Outinen βέβαια παίζει πολύ λίγο.

2003 Marie-Josée Croze. Les invasions barbares του Denys Arcand. Ο αριστερός διανοούμενος Ρεμί πάσχει από ανίατη ασθένεια κι ο γιος του φροντίζει να περάσει ευτυχισμένα τις τελευταίες μέρες τις ζωής του. Του βρίσκει ένα πριβέ δωμάτιο στο νοσοκομείο, τηλεφωνεί τους παλιούς φίλους, μέχρι και ηρωίνη του δίνει που είναι και καλά πιο κατάλληλη απ' τη μορφίνη. Κι εδώ έρχεται η Croze, που είναι μια νεαρή ηρωινομανής που φροντίζει να του παρέχει τη δόση του. Η ταινία εξερευνά περισσότερο τη σχέση πατέρα γιου, ο πατέρας είναι αριστερός και σεξουαλικά απελευθερωμένος -μεγάλο μέρος των διαλόγων αποτελείται από πορνογεροντίστικα χωρατά-, ο γιος είναι επιτυχημένος γιάπης με καθωσπρέπει ζωή. Ακόμα περισσότερο η ταινία έχει να κάνει με την κατάρρευση των αριστερών ιδεολογιών και με την επικράτηση του καπιταλισμού. Τελικά έχουμε ένα πάντρεμα διανοουμενίστικου σινεμά του δημιουργού και μελοδράματος για τη συμφιλίωση του παραμελημένου γιου με τον πατέρα του που ήταν απών στην παιδική του ηληκία.

2004 Maggie Cheung. Clean του Olivier Assayas. Οι διεθνείς συμπαραγωγές με γάλλους φεστιβαλικούς σκηνοθέτες και διεθνές καστ σε ασυνήθιστους συνδυασμούς πχ. αμερικάνοι, απωανατολίτες και Γάλλοι, συνήθως βγάζουν ένα αποτέλεσμα κάπως νερόβραστο. Το Clean όμως χωρίς να είναι και πολύ καλή ταινία είναι τουλάχιστον αξιοπρεπής. Πρωταγωνίστρια είναι μια κοσμοπολίτισσα και ναρκομανής Κινέζα που προσπαθεί να κόψει τα ναρκωτικά για να κερδίσει την επιμέλεια του γιου της. Στο φόντο η (διεθνής) μουσική βιομηχανία με μουσικούς, τραγουδιστές, εταιρίες και μάνατζερ. Η Maggie Cheung ακούγεται πολύ ψεύτικα όταν μιλάει σε ξένες γλώσσες (αγγλικά και γαλλικά). Αυτό συμβαίνει σε πολλούς από μας, αφού όταν μιλάμε σε ξένη γλώσσα συγκεντρωνόμαστε πολύ στη σωστή προφορά και γραμματική και δεν έχουμε την πολυτέλεια να ελέγξουμε τη χροιά της φωνής μας. Αλλά δεν είναι αυτό δικαιολογία για να βραβευτεί τέτοια ερμηνεία. Πάντως η Τσογκ είναι η πρώτη Ασιάτισσα που βραβεύεται μετά από σχεδόν 70 χρόνια του θεσμού! Το 2005 και το 2007 βραβεύτηκαν ακόμα δυο κυρίες από την Ασία

2005 Hanna Laslo. Free Zone του Amos Gitai. Για το Free Zone έχω ήδη γράψει μια μεγαλούτσικη ανάρτηση.

2006 Penélope Cruz, Carmen Maura, Lola Dueñas, Blanca Portillo, Yohana Cobo, Chus Lampreave. Volver του Pedro Almodóvar. Όλο σχεδόν το καστ της ταινίας βραβεύτηκε αυτή τη χρονιά και νομίζω ότι το χρωστούσαν στον Αλμοδόβαρ που τόσα χρόνια γύριζε «γυναικείες» ταινίες. Στο Βολβέρ έχουμε έναν φόρο τιμής στον ιταλικό νεορεαλισμό με τις υπερκινητικές γυναίκες του λαού, αλλά και στις σαπουνόπερες (όπως πάντα), και έχουμε και αρκετό ισπανικό φολκλόρ: καθυστερημένο γραφικό χωριουδάκι, φλαμέγκο, λαϊκές γειτονιές της Μαδρίτης. Βρίσκουμε και μερικά από τα αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη, όπως ένοχα μυστικά, εγκλήματα κτλ. Το μυστικό είναι αλήθεια ότι είναι προφανές απ' τα μισά τουλάχιστον της ταινίας, αλλά αυτό δε μειώνει την αξία της για μένα.

2007 Jeon Do-yeon. Milyang του Lee Chang-dong. Milyang είναι το όνομα της κωμόπολης όπου η χήρα Shin-ae έρχεται να ζήσει με το μικρό γιο της κι όπου παραδίδει μαθήματα πιάνου. Στην αρχή μοιάζει μ' αυτά τα ανώδυνα δράματα όπου μια μάνα προσπαθεί να ορθοποδήσει σε μια μικρή πόλη και αγωνίζεται να κερδίσει την εμπιστοσύνη των καχύποπτων συμπολιτών της. Γρήγορα όμως η ιστορία αλλάζει τροπή. Η ταινία είναι πολύ απλά γυρισμένη η ζωή κυλάει με το δικό της νωχελικό ρυθμό την ώρα που ο κόσμος της ηρωίδας γκρεμίζεται και ξαναχτίζεται ξανά και ξανά.

2008 Sandra Corveloni. Linha de Passe των Walter Salles και Daniela Thomas. Μια μητέρα ζει με τους τέσσερις γιους της σε μια φτωχογειτονιά του Σάο Πάολο. Τα αδέρφια είναι εντελώς διαφορετικα μεταξύ τους και καθένας τους αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Ένας θέλει να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ο άλλος είναι πολύ θρησκευόμενος, ο άλλος θέλει γυναίκες και εύκολο χρήμα και ο τέταρτος που είναι ο μοναδικός μαύρος στην οικογένεια θέλει να γνωρίσει τον πατέρα του και ενδιαφέρεται για τα λεωφορεία. Στα τελευταία λεπτά η αγωνία κορυφώνεται αφού κάθε ένα από τα αδέρφια ζει στιγμές που θα καθορίσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Το Linha de Passe είναι γυρισμένο στο νευρικό στιλ που βλέπουμε συχνά σε βραζιλιάνικες ταινίες για τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων, και αποφεύγει μελοδραματισμούς και ηθικά διδάγματα. Μάλλον λειτουργεί σαν κοινωνικό σχόλιο του αδιεξόδου των φτωχότερων τάξεων. Η Κορβελόνι έχει, όπως είναι αναμενόμενο, πολύ λίγο χρόνο παρουσίας.

2009 Charlotte Gainsbourg. Antichrist του Lars von Trier. Η δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη που βραβεύεται για γυναικεία ερμηνεία παρουσιάζει ακόμα ένα θηλυκό να βασανίζεται, αυτή τη φορά απ' τη διαβολική ψυχή του. το πρόβλημα που έχω με τον Αντίχριστο είναι ότι φαίνεται να έχει ένα κρυμμένο νόημα που δεν το καταλαβαίνω. Τα σύμβολα, τα ζώα, τα κεφάλαια υποτίθεται ότι κρύβουν κάποια αλήθεια. Εκτός αν το κλειδί της λύσης του μυστηρίου είναι ότι η γυναίκα είναι πράγματι διαβολικό ον. Κατά τα άλλα η αποκάλυψη με το παππούτσι μου φάνηκε αστεία.
Βασικά έχω δει όλες τις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος του 2009 και ήταν όντως μια πολύ δύσκολη χρονιά. Οι μοναδικές ταινίες με σημαντική γυναικεία παρουσία εκτός απ' τον Αντίχριστο ήταν το Los abrazos rotos, το Bright Star, το Fish Tank, Les herbes folles, το Map of the Sounds of Tokyo, Vincere, και το Bak-Jwi. Τις τρεις τελευταίες δεν τις λαμβάνω υπόψη γιατί τις βρήκα απαράδεκτες, στο Map of the Sounds of Tokyo μάλιστα οι ερμηνείες μου φάνηκαν χειρότερες κι απ' την ταινία. Απ' τις άλλες τώρα, η Πενέλοπε Κρουθ είχε ήδη βραβευτεί κι ίσως θα 'ταν βαρύ να πάρει πάλι το βραβείο με ταινία του Αλμοδόβαρ. Οι κοπέλες απ' το Bright Star και το Fish Tank σηκώνουν την ταινία στις πλάτες τους, αλλά και νέες είναι και το μεν Bright Star δε μου άρεσε, το δε Fish Tank μου άρεσε αλλά δεν ενθουσιάστηκα με την ερμηνεία της Katie Jarvis. Τελικά δεν είναι και τόσο άδικη η βράβευση, νομίζω ότι η Gainsbourg δεν παίζει άσχημα. Εγώ πάντως με το χέρι στην καρδιά, θα 'δινα το φοίνικα στη Leonie Benesch της Άσπρης Κορδέλας, που δεν έχει βέβαια πολύ μεγάλη παρουσία, αλλά τις σκηνές που έπαιζε, ειδικά αυτή με το ποδήλατο την είδα πολλές φορές για χάρη της.

2010 Juliette Binoche. Copie conforme του Abbas Kiarostami. Μια γαλλίδα ιδιοκτήτρια καταστήματος αντικερί και ένας αγγλόφωνος συγγραφέας, που το τελευταίο του βιβλίο αφορά τη σχέση αυθεντικού κι αντίγραφου, γνωρίζονται και σιγά σιγά αρχίζουν αν παίζουν ένα παιχνίδι ταυτοτήτων. Προσποιούνται ότι είναι παλιό ζευγάρι, είναι όμως πράγματι προσποίηση ή όχι, και τι σημασία έχει αν κάτι είναι αληθινό ή ψεύτικο; Η σχέση αλήθειας και ψέματος είναι πολύ σημαντική για τον Κιαροστάμι και έχει ασχοληθεί μ' αυτό σε όλες σχεδόν τις τελευταίες του ταινίες, άλλοτε άμεσα, άλλοτε έμμεσα. Εδώ έχουμε την πιο άμεση μορφή. Δε ξέρω τι φταίει και δε μου άρεσε αυτή η ταινία. Είναι πολύ προφανές το νόημά της; Είναι μπανάλ τα σύμβολα της (πχ οι καθρέπτες); Μήπως για μένα οι ταινίες του Κιαροστάμι εκτός Ιράν χάνουν την αίγλη τους; Μήπως το θεωρώ προδοσία ότι ο Κιαροσταμι γύρισε ταινία με διάσημους ηθοποιούς στην Ευρώπη; Πάντως το «Πιστό Αντίγραφο» μου φάνηκε απλά μια ακόμα γαλλική ταινιούλα με εκκεντρική ηρωίδα, όμορφη φωτογραφία και τίποτα παραπάνω. Σε κάποιες σκηνές όμως ένιωσα μια σινεφιλική συγκίνηση όπως εκεί που φωτογραφίζονται οι νεόνυμφοι. Ούτε εδώ με ενθουσίασαν οι ερμηνείες.

2011 Kirsten Dunst. Melancholia του Lars von Trier. Η μελαγχολία είναι το θέμα της ταινίας αυτής, με την πρωταγωνίστρια να πάσχει από κατάθλιψη. Στο πρώτο μέρος την βλέπουμε να φέρεται παράξενα στην παραμυθένια δεξίωση γάμου που της έχει ετοιμάσει η πιο καθωσπρέπει αδερφή της και στο δεύτερο βλέπουμε το πλανήτη Μελαγχολία να πλησιάζει ανησυχητικά τη γη. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για την ταινία και για το νόημά της. Για μένα προσωπικά η κατάθλιψη δεν είναι πλανήτης αλλά περισσότερο ένα ζώο που μια πλησιάζει μια απομακρύνεται και μερικές φορές κρύβεται αλλά είναι πάντα παρόν. Η Ντανστ που πρώτη φορά την βλέπω να παίζει δε μου άρεσε ιδιαίτερα ούτε την βρήκα χάλια. Φαίνεται πάντως μεγαλύτερη απ' την ηλικία της.


Πολύ δύσκολο να βάλω σε σειρά προτίμησης τις ταινίες αυτές, αλλιώς είναι να βλέπεις ένα έργο πρώτη φορά κι αλλιώς να το βλέπεις για δεύτερη ή τρίτη φορά. Στην τελευταία περίπτωση, εγώ τουλάχιστον είμαι πολύ πιο αυστηρή όσο αφορά το σενάριο, που δεν είναι πια έκπληξη για μένα, αλλά μπορώ να προσέξω καλύτερα κάποιες λεπτομέρειες, να βυθιστώ τέλος πάντων στον κόσμο της ταινίας χωρίς να με απασχολεί τόσο η υπόθεση. Συνήθως εκτιμώ λιγότερο μια ταινία τη δεύτερη φορά. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μια ταινία που ποντάρει στο σασπένς, στο σοκ του θεατή είναι οπωσδήποτε χειρότερη από μια που θέλεις να την βλέπεις ξανά και ξανά.


Με την παρουσία του Τρίερ κυρίως στο φεστιβάλ των Καννών τα τελευταία χρόνια, έχουμε πολλές ηρωίδες που υποφέρουν, όχι μόνο ψυχολογικά αλλά και σωματικά. Χαρακτηριστικά 2 ηρωίδες τραυματίζουν οι ίδιες τα γεννητικά τους όργανα, με πιο διάσημη περίπτωση τον Αντίχριστο. Ίσως βέβαια αυτό να εντάσσεται στην έντονη ενασχόληση των μοντέρνων (;) σκηνοθετών με τη βία και το γκροτέσκο. 


Ελπίζω να μην είναι μεγάλο σπόιλερ αν γράψω ότι 3 απ' τις 16 ηρωίδες πεθαίνουν, αν και παίζει να είναι και 4. Νοικοκυρές είναι μόνο κάποιες απ' τις γυναίκες του Βολβέρ, που μπορεί να ναι και συνταξιούχες. Άτεκνες είναι 4 χωρίς να βάζουμε μέσα 3 (νομίζω) ακόμα απ' το Βολβέρ. Έχουμε μια μόνο πλούσια, τη Justine της Μελαγχολίας, κι οι υπόλοιπες είναι από εργατική τάξη (Volver, Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν, Linha de Passe) μέχρι μεσοαστές (Milyang, Copie conforme, Η δασκάλα του Πιάνου, Αντίχριστος) Έχουμε και δυο που θα ήταν αρκετά καλοβαλμένες αν δεν το 'χαν ρίξει στα ναρκωτικά (Η επέλαση των βαρβάρων, Clean).



Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Free Zone (2005) του Amos Gitai

Η ταινία αρχίζει με μια σκηνή όπου βλέπουμε την Πόρτμαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο να κλαίει για περίπου 6 λεπτά ενώ έξω βρέχει και ταυτόχρονα ακούγεται το τραγούδι Chad Gadya της Chava Alberstein. Αλλά και στην υπόλοιπη ταινία, μεγάλο μέρος της «δράσης» συμβαίνει μέσα σε αυτοκίνητα και μες στη νύχτα, με αποτέλεσμα να βλέπουμε πολύ λίγο τα πρόσωπα των πρωταγωνιστριών.
Το Free Zone όπως και όλες σχεδόν οι ταινίες του Γκιτάι που έχω δει, είναι μια αλληγορία για τις αραβοϊσραηλινές σχέσεις. Έχουμε εδώ τρεις γυναίκες. Η πρώτη η Ρεμπέκα (Πόρτμαν) είναι μια Αμερικάνα εβραϊκής καταγωγής αλλά όχι Εβραία, η οποία είχε έρθει στο Ισραήλ για να ζήσει με τον αρραβωνιαστικό της, αλλά τελικά τον εγκαταλείπει. Η Χάνα (Hanna Laslo) είναι μια Ισραηλινή που αντικαθιστά τον άντρα της στις επιχειρήσεις του (είναι ταξιτζής και κάνει κάτι ανταλλαγές οχημάτων με άραβες), γιατί αυτός έπεσε θύμα μιας επίθεσης, ίσως τρομοκρατικής. Η τρίτη η Λέιλα (Hiam Abbass) ζει στην Ιορδανία και είναι Παλαιστίνια και είναι η γυναίκα του «Αμερικάνου», ενός Παλαιστίνιου με Αμερικάνικο διαβατήριο, που ζει κι αυτός στην Ιορδανία. Κι αυτή αντικαθιστά τον άντρα της που είναι άρρωστος. Η Χάννα λοιπόν έχει να κάνει μια δουλειά στην Ιορδανία που της ανέθεσε ο σύζυγός της, ουσιαστικά πρέπει να παραλάβει ένα χρηματικό ποσό που τους χρωστάει ο «Αμερικάνος».
Όπως φαίνεται κιόλας απ' την μικρή περιγραφή που έκανα παραπάνω, η ταινία αυτή είναι γεμάτη πολιτικές αναφορές: μέσα με μιάμιση ώρα περνάει την ιστορία του Ισραήλ, των Παλαιστίνιων, 2-3 πολέμους, εποικισμούς, την εβραϊκή ταυτότητα κτλ. Η κάθε γυναίκα συμβολίζει και ένα κράτος (η μια εθνότητα): το Ισραήλ, η Παλαιστίνη, η Αμερική/ο δυτικός κόσμος. Οι πράξεις τους και οι σχέσεις τους μεταξύ τους συμβολίζουν τις σχέσεις αυτών των πολιτικών οντοτήτων.
Ο Γκιτάι είναι αρκετά φιλοπαλαιστίνιος κι ο τρόπος που παρουσιάζει τους Εβραίους (όχι μόνο Ισραηλινούς) είναι λίγο αρνητικός. Η Χάνα πχ θυμίζει αντισημιτική καρικατούρα. Η εβραία πεθερά της Ρεμπέκας που την παίζει η Κάρμεν Μάουρα είναι ψηλομύτα και ρατσίστρια, ο αρραβωνιστικός είναι βιαστής και οι ισραηλινοί στρατιώτες στα σύνορα με την Ιορδανία είναι επιθετικοί και αγενείς. Αντίθετα οι Άραβες είναι πάντα φιλικοί, με μια μόνο εξαίρεση.
Το σενάριο έχει αρκετά τέτοια προβληματάκια, είναι κάπως διδακτικό και η Ρεμπέκα παίζει το ρόλο της αφελούς τουρίστριας που όλοι της διηγούνται την ιστορία τους και της εξηγούν πράγματα έτσι ώστε να κατατοπιστούν οι άσχετοι θεατές. Πέρα απ' αυτά όμως, η ταινία μου άρεσε, η κλειστοφοβική σκοτεινή σκηνοθεσία, το παίξιμο των ηθοποιών, το χιούμορ. Και είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι θα μάθουν πράγματα που δεν ήξεραν όπως πχ ότι για να θεωρηθεί ένας άνθρωπος Εβραίος πρέπει οπωσδήποτε η μητέρα του να είναι Εβραία.

Μιας και έγραψα αυτή την ανάρτηση με αφορμή το βραβείο γυναικείας ερμηνείας που κέρδισε η Χάννα Λάσλο το 2005 στις Κάννες σκέφτηκα να γράψω λίγα λόγια γι' αυτή και τη Χιάμ Αμπάς.
Η Λάσλο ξεκίνησε την κινηματογραφική της καριέρα το 1976 στην κωμωδία Giv'at Halfon Eina Ona (Halfon Hill Doesn't Answer) όπου παίζει μια καλλίγραμμη στρατιωτίνα που κάποια στιγμή μάλιστα πιάνεται στα πράσα με έναν άλλο στρατιωτικό. Η κωμωδία αυτή αν και είναι καλτ στο Ισραήλ νομίζω ότι είναι αδύνατο να την δει κάποιος μη ισραηλινός, είναι απ' τις χειρότερες ταινίες που έχω προσπαθήσει να δω, θυμίζει πολύ κάτι κωμωδίες με το Ψάλтη. Σκηνοθέτης της ήταν ο Assi Dayan, ο γιος του Moshe Dayan , και ο οποίος μου φαίνεται ότι μισεί το στρατό της χώρας του περισσότερο κι απ' τον Γκιτάι. Η Λάσλο έπαιξε και σε μερικές άλλες ταινίες και αργότερα χάθηκε για περίπου 20 χρόνια από τον κινηματογράφο για να επανεμφανιστεί σαν χοντρούλα και καπάτσα πενηντάρα στο Alila του Γκιτάι το 2003. Το Αλίλα είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία και συγκεντρώνει πολλούς γνωστούς ηθοποιούς, όπως τη Ronit Elkabetz που της έχω αδυναμία, αλλά ας μην ξεφεύγουμε απ' το θέμα. Μετά απ' αυτό η Λάσλο έπαιξε και σε άλλες ταινίες, και σχεδόν πάντα παίζει τον ίδιο χαρακτήρα, ίσως κιόλας παίζει τον εαυτό της. Το θέμα είναι ότι παίζει πραγματικά καλά και αληθινά, το ίδιο κάνει και στο Free Zone, όπου η κατινίστικη συμπεριφορά της μ' έκανε να γελάσω πολύ.

Η Χιάμ Αμπάς έχει παίξει σε πάρα πολλές ισραηλινές και παλαιστινιακές ταινίες αλλά και σε διεθνείς συμπαραγωγές, αποκλείεται να μην την έχει πετύχει κανείς κάπου. Υποδύεται σχεδόν αποκλειστικά τη δυναμική και χειραφετημένη, ώριμη στην ηλικία Αράβισσα, και νομίζω δεν έχω δει ποτέ άλλη Παλαιστίνια ηθοποιό να παίζει σε τέτοιο ρόλο. Αν και λέμε ότι είναι Παλαιστίνια, είναι πολίτης του Ισραήλ, και όχι της Παλαιστινιακής Αρχής, κι αυτό φυσικά της δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχει σε τόσες ταινίες.

Το Chad Gadya  είναι ένα παραδοσιακό παιδικό τραγούδι που τραγουδιέται το Πέσαχ (το εβραϊκό Πάσχα). Είναι ίδιο με το δικό μας «ντίλι ντίλι το καντήλι», μόνο που αντί για το ποντίκι που «πήρε το φιτίλι, που έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι» έχουμε ένα κατσικάκι που τρώγεται απ΄τη γάτα. Η Chava Alberstein, διάσημη τραγουδίστρια ασκεναζίτικων τραγουδιών (και όχι μόνο) έγραψε μια δικιά της βερσιόν όπου πρόσθεσε μερικούς στίχους στο τέλος.  Στα αγγλικά είναι κάπως έτσι :

-Why do you sing Had Gadya now? 
Spring hasn't arrived, Passover hasn't come. 
And why is it different for you, what has changed? 
-I've changed this year. 
On all other nights, on all other nights I asked only four questions. 
On this night I have another question. How long will this cycle of violence continue? 
Chaser and chased, beater and beaten. When will this madness end? 

I was once a sheep and a tranquil kid. 
Today I am a leopard and a mad wolf.
I was a dove and I was a deer 
Today I don't know what I am.

Το νόημα των καινούριων στίχων ήταν προφανές: πρέπει να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της εκδίκησης. Κι από την άλλη θεωρεί ότι οι Εβραίοι έχουν μεταλλαχτεί από θύματα σε θύτες και «τώρα δε ξέρουν πια τί είναι». Έχουν γίνει λοιπόν οι Εβραίοι «άγριοι λύκοι» όπως υπονοεί η Χαβα Αλμπερσταιν αλλά και πολλοί άλλοι; Το σίγουρο είναι ότι προς μεγάλη απογοήτευση πολλών συνανθρώπων μου, δεν είναι πια πρόβατα έτοιμα για σφαγή.
Το τραγούδι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και σύμφωνα με τη βικιπαίδεια απαγορεύτηκε να παίζεται στο ραδιόφωνο του Ισραήλ.

Η βερσιόν της Χαβά Αλμπερστάιν: https://www.youtube.com/watch?v=ZzgQi2SAByA
Στα λαντίνο από το Yehoram Gaon με στίχους για όσους ξέρουν ισπανικά: http://www.youtube.com/watch?v=uiMyPUCnzmA
Και το ντίλι ντίλι το καντήλι: http://www.youtube.com/watch?v=_y8JmXC4lNM

Αλλά η βερσιόν που μου αρέσει περισσότερο είναι το Alla Fiera dell'Est του Angelo Branduardi: