Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Bad ma ra khahad bord [The Wind Will Carry Us] (1999) του Abbas Kiarostami

Κάποιοι άνθρωποι από την Τεχεράνη φτάνουν με τ'αυτοκίνητο σε ένα γραφικό Κουρδικό χωριό. Δε ξέρουμε ούτε πόσοι είναι, αφού μόνο τον έναν απ' αυτούς βλέπουμε, τον πρωταγωνιστή- πάντως χωράνε σε ένα αυτοκίνητο-, ούτε γιατί ακριβώς έρχονται, αν και ο σκοπός τους είναι μακάβριος. Μάλλον είναι τηλεοπτικό συνεργείο ή κάτι παρόμοιο και θέλουν να κινηματογραφήσουν την κηδεία μιας ετοιμοθάνατης υπεραιωνόβιας γερόντισσας..
Ο πρωταγωνιστής, ο «μηχανικός» όπως τον αποκαλούν, που μου θυμίζει λίγο τον Ηλιόπουλο, είναι μια καρικατούρα μοντέρνου και «άψυχου» πρωτευουσιάνου, αντιμετωπίζει τους κατοίκους του χωριού με αδιαφορία και ίσως περιφρόνηση, παρά μόνο για την κηδεία- ουσιαστικά εύχεται να πεθάνει η γριά. Συμπεριφέρεται σαν τουρίστας, πχ. θέλει να βρει ντόπιο, «αγνό» γάλα. Σύμβολο της αλλοτρίωσής του και της έλλειψης επικοινωνίας είναι το κινητό του, που χτυπά ακατάλληλες ώρες και που ο μηχανικός πρέπει να φτάσει στο νεκροταφείο για να χει σήμα. Όμως σιγά σιγά αρχίζει να νοιάζεται για τους ανθρώπους και ενώ έψαχνε το θάνατο, βρίσκει παντού ..ζωή.
Η ταινία είναι για μένα από τις πιο μέινστριμ του Κιαροστάμι,- αν μπορεί να το πει κανείς αυτό-, και θυμίζει λίγο ταινία του Ματζιντί. Τα πλάνα είναι όλα πολύ ωραία μερικά από ψηλά, το χωριό είναι απλά πανέμορφο, με σπιτάκια από λάσπη, λίγο σα κυκλαδίτικο νησί- αναρωτιέμαι αν είναι γνωστός τουριστικός προορισμός στο Ιράν. Το ζιγκ ζαγκ, ότι και να συμβολίζει, εμφανίζεται συνέχεια στην ταινία, στην πορεία του αυτοκινήτου, του ποταμιού, στο μήλο που κυλάει.
Το νόημα της ταινίας είναι περίπου ότι ο κάτοικος της πόλης, (ο σκηνοθέτης, ο καλλιτέχνης;) αδιαφορεί για την ουσία της κουλτούρας, του τρόπου ζωής του «εξωτικού χωριού», και επικεντρώνεται σε μια ασυνήθιστη τελετή. Αυτή είναι και η εικόνα που θα δώσει έξω στον πολιτισμένο κόσμο. Όπως λέει ο δάσκαλος του χωριού «για σας το έθιμο μπορεί να είναι ενδιαφέρον, αλλά εγώ που το ζω, δε μου αρέσει». Το έθιμο στο οποίο αναφέρεται είναι οι γυναίκες να γδέρνουν το πρόσωπό τους όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πεθαίνει. Η μητέρα του σημάδεψε το πρόσωπό της όταν πέθανε ο ξάδερφος του εργοστασιάρχη που ήταν αφεντικό του συζύγου της. Γιατί το αφεντικό θα έκανε απολύσεις και εκείνη είχε την ελπίδα ότι μ'αυτό το σημάδι πένθους ο άντρας της θα κρατούσε τη δουλειά του. Οι καιροί ήταν δύσκολοι κι ο καθένας χρησιμοποιούσε ότι μέσο μπορούσε για να μη χάσει τη δουλειά του, λέει ο δάσκαλος.
Σε μια άλλη σκηνή ο «μηχανικός» φλερτάρει με μια δεκαεξάχρονη κοπέλα, η οποία αρμέγει μια αγελάδα σε ένα τρομαχτικά σκοτεινό υπόγειο. Ο πρωταγωνιστής της ζητάει να σηκώσει τη λάμπα για να δει το πρόσωπό της,και την ρωτάει το όνομά της. Αυτή αρνείται (και πολύ καλά κάνει), και μου θυμίζει σ'αυτό την Ταχερέ από «Μέσα από τους ελαιώνες». Στο υπόγειο αυτό απαγγέλει και το ποίημα της Forough Farrokhzad που δίνει τον τίτλο στην ταινία, και της λέει ότι και η Φορούγ πήγε μόνο 5 τάξεις στο σχολείο, αλλά κατάφερε να γίνει ποιήτρια. Τι ειρωνία! Λες και μια φτωχή κούρδα αγρότισσα έχει τις ίδιες ευκαιρίες με μια αστή που μεγάλωσε στην Τεχεράνη.
 Εδώ μπορεί κανείς να βρει κανείς το ποίημα αυτό στα ελληνικά, είναι το τρίτο (Ο άνεμος θα μας πάρει μαζί του) http://www.24grammata.com/?p=1846
Και μερικές εικόνες απ'το χωριό:





Δεν υπάρχουν σχόλια: