Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Tαινίες για τη φτωχή Σουηδία

Έχουμε συνηθίσει στo σουηδικό και γενικότερα το σκανδιναβικό κινηματογράφο να παρουσιάζονται θέματα όπως η αποξένωση, η αλλοτρίωση, η απιστία, το νόημα της τέχνης, η σχέση του ανθρώπου με το θεό κτλ . Οι ήρωες του Μπέργκμαν, για παράδειγμα, βασανίζονται από υπαρξιακά ζητήματα (όταν δεν ικανοποιούν τις σεξουαλικές τους ανάγκες με τις πάντα πρόθυμες υπηρέτριες τους), οι δε ηρωίδες του μπορεί να μονολογούν για ώρες κατηγορώντας τη μητέρα τους ότι φταίει που ήταν ψυχρή, φταίει κι όταν δεν ήταν ψυχρή, γιατί κατά βάθος φταίει αυτή τέλος πάντων. Με λίγα λόγια, όλες αυτές οι ταινίες σου δίνουν την εντύπωση ότι όλα πάνε καλά σ'αυτή τη χώρα. Γι' αυτό το λόγο, μου προκάλεσαν αρχικά έκπληξη κάποιες ταινίες που είδα, οι οποίες περιγράφουν μια άλλη Σουηδία, όπου οι άνθρωποι έχουν πιο ταπεινά προβλήματα, όπως φτώχεια, ανεργία, και πέφτουν θύματα ρατσισμού και εκμετάλλευσης.

Το Äta, sova, dö είναι προσωπικά μια από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει, και ασυνήθιστα πρωτότυπη: Η ηρωίδα δεν έχει κανένα οικογενειακό πρόβλημα, αντίθετα έχει μια πολύ καλή και ζεστή σχέση με τον πατέρα της. Δεν είναι ούτε αλκοολική, ούτε καταθλιπτική, ούτε πέφτει θύμα κυκλωμάτων πορνείας, είναι απλά μια νέα ευχαριστημένη με τον εαυτό της που τυχαίνει να χάσει τη δουλειά της, και που πρέπει να βρει μια καινούρια.'

To Svinalängorna , ενώ περιγράφει μια κινηματογραφικά πιο γνώριμη φτωχιά οικογένεια καταφέρνει να συγκινήσει χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς διδακτισμό, χωρίς κλισέ. Είναι μια πιο κομψή ταινία, με ωραία φωτογραφία, αλλά ταυτόχρονα πολύ σκληρή και δεν είναι τόσο εύκολο να την δεις δεύτερη φορά.

Ο «Πέλε ο Κατακτητής» (Pelle Pelle Erobreren/Pelle the Conqueror) του Bille August είναι στην πραγματικότητα δανέζικη ταινία, και περιγράφει τη ζωή φτωχών Σουηδών μεταναστών στη Δανία του δέκατου ένατου αιώνα. Πήρε πολλά βραβεία το 1987/88 ανάμεσά τους το Χρυσό Φοίνικα, το όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά και το Guldbagge Καλύτερης Ταινίας. [Τα guldbagge (χρυσά σκαθάρια) είναι τα βραβεία που δίνει η σουηδική ακαδημία κινηματογράφου (Svenska Filminstitutet).]
Δε ξέρω αν όλες αυτές οι βραβεύσεις ήταν λίγο υπερβολικές, πάντως όσο περνάνε τα χρόνια εκτιμώ περισσότερο ταινίες σαν τον Πέλε που είναι διακριτικές και, ακόμα κι αν έχουν κάποιο μήνυμα, δε στο χτυπάνε στη μούρη με γελοίους μελοδραματισμούς και απίθανες ανατροπές. Οι χαρακτήρες του Πέλε είναι πολύπλοκοι και ρεαλιστικοί, και περισσότερο απ' όλους ο πατέρας του που τον παίζει πολύ ωραία ο Μαξ φον Σίντοφ. Η φωτογραφία είναι επίσης πολύ ωραία.


Οι παρακάτω ταινίες είναι σε κάθε περίπτωση πιο ανώδυνες και λιγότερο καλλιτεχνικές, αλλά νομίζω ότι οι τρεις πρώτες είναι αρκετά αξιόλογες.

Elina – som om jag inte fanns /Elina: As If I Wasn't There (2003) του Klaus Härö. Η Ελίνα είναι νομίζω η πιο γνωστή ταινία απ' όσες ακολουθούν, και μάλλον δίκαια, αφού είναι απλή. αισιόδοξη, και δεν έχει ενδοοικογενειακή βία. Η πρωταγωνίστρια ανήκει σε οικογένεια φινλανδικής καταγωγής και ζει τη δεκαετία του 50 στη Βόρεια Σουηδία κοντά στα σύνορα με τη Φινλανδία σε μια περιοχή γεμάτη βάλτους. Όταν υπερασπίζεται έναν συμμαθητή της που δε ξέρει σουηδικά, τιμωρείται από τη δασκάλα της με σκληρό τρόπο. Οι ταινίες του Κλάους Χάρε φωτίζουν σκοτεινές πτυχές της ιστορίας της Σουηδίας που θεωρείται ένα κράτος-πρότυπο σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που όμως δεν ίσχυε πάντα, ούτε ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.

Στο Den nya människan /The New Man (2007) βλέπουμε την τραγική ιστορία των νέων γυναικών που «φιλοξενούνται» σε ένα άσυλο για ψυχικά ασταθείς γυναίκες στη δεκαετία του 50. Ο ψυχίατρος εκεί τις ωθεί, μερικές φορές τις αναγκάζει να κάνουν εγχείρηση στείρωσης έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν την κοινωνία με ακόμα περισσότερα φτωχά «αντικοινωνικά» παιδιά. 63.000 άνθρωποι στειρώθηκαν χωρίς τη θέληση τους από 1934 μέχρι το 1976 σύμφωνα με τη βικιπαίδεια. Σαν ταινία, πάντως, θυμίζει αρκετά τις Magdalene sisters του Peter Mullan, και έχει κάποια μη ρεαλιστικά και ίσως μελοδραματικά στοιχεία, ειδικά στο τέλος.

Maria Larssons eviga ögonblick/Everlasting Moments (2008) του Jan Troell. Βιογραφική ταινία για τη λαϊκή φωτογράφο Μαρία Λάρσον που στις αρχές του εικοστού αιώνα φωτογράφιζε
απλούς ανθρώπους για να κερδίσει κάποια χρήματα. Έχουμε κι εδώ μια πολυμελή οικογένεια με έναν αυταρχικό, μέθυσο και βίαιο πατέρα. Εκτός από την ιστορία της οικογένειας, παρουσιάζεται και το εργατικό κίνημα της εποχής, και κυρίως τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ανατίναξη της Αμάλθειας, ενός πλοίου που μετέφερε Βρετανούς απεργοσπάστες στο λιμάνι του Μάλμε το 1908.
Είναι ωραία ταινία κυρίως για την αναπαράσταση της εποχής. Κέρδισε μάλιστα το Guldbagge Καλύτερης Ταινίας το 2008 τη χρονιά που βγήκε το «Άσε το κακό να μπει».


Populärmusik från Vittula/Popular Music (2004) του Reza Bagher Σ'αυτήν την ταινία που λένε ότι έκανε θραύση στα ταμεία, παρακολουθούμε την παιδική και εφηβική ηλικία δυο φίλων στο χωριό Πάγιαλα της Βόρειας Σουηδίας τη δεκαετία του 60. (Είναι η ίδια περιοχή όπου υποτίθεται ότι διαδραματίζεται η «Ελίνα»). Ο ένας από αυτούς προέρχεται από μια φτωχή φινλανδική οικογένεια, και έχει έναν βίαιο και αυταρχικό πατέρα. Είναι μια πολύ τυπική κωμωδία ενηλικίωσης, με όλα τα κλισέ και το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι δείχνει πόσο ανυπόφορη ήταν η ζωή στη σουηδική επαρχία βόρεια του αρκτικού κύκλου. Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε σ'αυτήν την ταινία είναι μια σκηνή όπου το ποτάμι μεταφέρει κομμάτια πάγων από το βορρά.




Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Svinalängorna [Beyond] 2010 της Pernilla August


 Η Περνίλλα Άουγκουστ είναι περισσότερο γνωστή σαν ηθοποιός. Έπαιξε μεταξύ άλλων την υπηρέτρια Μάι στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Μπέργκμαν, ενώ στη σειρά (και ταινία) Den goda viljan που σκηνοθέτησε ο τότε σύζυγός της Bille August παίζει τη μητέρα του Μπέργκμαν. Για το ρόλο της αυτό βραβεύτηκε στις Κάννες το 1992. Το 2010 σκηνοθέτησε το Svinalängorna την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Susanna Alakoski.

 Η ταινία διαδραματίζεται σε δυο χρονικές περιόδους: τη δεκαετία του 70 όπου η μικρή Λένα μετακομίζει με τους γονείς της στο νέο τους διαμέρισμα στη μικρή σουηδική πόλη Ίσταντ, και κάποιες δεκαετίες αργότερα όταν η πρωταγωνίστρια ενήλικη πια επιστρέφει στο Ίσταντ για να αποχαιρετίσει την ετοιμοθάνατη μητέρα της.

 Οι γονείς της Λένας είναι φτωχοί και αμόρφωτοι Φινλανδοί μετανάστες. Ο πατέρας της είναι συχνά άνεργος κι αλκοολικός, κάτι που κάνει την κατάσταση στο σπίτι ανυπόφορη και τελικά καταστρέφει την οικογένεια. Η Λένα καταφεύγει στις σουηδικές λέξεις τις οποίες σημειώνει και ερμηνεύει στα ημερολόγια της. Αυτό το κομμάτι της ταινίας που αναφέρεται στο παρελθόν είναι το πιο ενδιαφέρον, καθώς δείχνει από μια τη σταδιακή διάλυση της οικογένειας, κι από την άλλη περιγράφει τη σουηδική κοινωνία της εποχής, από την πλευρά την χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Μέσα από τις αποσπασματικές αναμνήσεις της Λένας βλέπουμε τους χαρακτήρες των γονιών της, ταπεινωμένων απ' την θέση τους στη σουηδική κοινωνία, και ανίκανων να μεγαλώσουν τα παιδιά τους παρά τις καλές προθέσεις. Βλέπουμε τα παιδιά να παρατηρούν, να προσπαθούν να αγνοήσουν την κατάσταση χωρίς να το καταφέρνουν.

 Είναι από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει μ'αυτό το δύσκολο θέμα, και γενικά μια πολύ καλή ταινία. Θα προτιμούσα το κομμάτι από παρόν να είναι μικρότερο σε διάρκεια, και η αλήθεια είναι ότι η Noomi Rapace που παίζει την ενήλικη Λένα μου φάνηκε υπερβολικά νευρική και κάπως ψεύτικη στο ρόλο της. Οι υπόλοιποι όμως ηθοποιοί, ειδικά οι Φινλανδοί ηθοποιοί που υποδύονται τους γονείς είναι καταπληκτικοί.



Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Äta sova dö [Eat sleep die] της Gabriela Pichler



Φαγητό, ύπνος και μετά θάνατος. Έτσι περιγράφει μια ηρωίδα της ταινίας τη ζωή στο χωριό της, κι αυτή η φράση δίνει τον τίτλο, όχι άδικα. Η ταινία περιγράφει τη ζωή μιας νέας εργάτριας σε ένα χωριό στη νότια Σουηδία, όπου πράγματι, δεν υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι να περάσεις την ώρα σου μετά τη δουλειά. Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, εμφανίζεται όταν το εργοστάσιο συσκευασίας σαλάτας, η βασική πηγή απασχόλησης στο χωριό, «αναγκάζεται» να απολύσει εργαζόμενους για να μην «αναγκαστεί» να κλείσει.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάνουν την ταινία ξεχωριστή και ο σημαντικότερος είναι η πρωταγωνίστρια του που κλέβει την παράσταση. Είναι η νεαρή Ράσα, Σουηδέζα με καταγωγή από το Μαυροβούνιο, εργάτρια στο εργοστάσιο από τα 16 της, αυθόρμητη, δυναμική και ευχαριστημένη με τη ζωή της (και τη δουλειά της). Ένας άλλος λόγος είναι ότι η ταινία είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική, οι χαρακτήρες είναι αληθινοί κι ανθρώπινοι. Έχουν πολλά ελαττώματα, όπως ότι είναι ρατσιστές και όχι ιδιαίτερα συναδελφικοί όταν έρχονται οι απολύσεις. Παρόλο το ρεαλισμό όμως, η ταινία έχει ωραίες ποιητικές σκηνές, και μπόλικο διακριτικό χιούμορ που χτυπάει στην ουσία των κοινωνικών προβλημάτων.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι περισσότερες ταινίες που ειρωνεύονται το παράλογο του συστήματος, περιγράφουν τη ζωή της ανώτερης ή μεσαίας αστικής τάξης. Ταυτόχρονα η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών που περιγράφουν τη ζωή της εργατικής τάξης, έχουν βία, ναρκωτικά, παρανομία...

Η Gabriela Pichler, που μεγάλωσε σε ένα παρόμοιο χωριό - όπως και οι ηθοποιοί άλλωστε- είπε σε μια συνέντευξη ότι αποφάσισε να αφαιρέσει απ' την ταινία της τον έρωτα και το έγκλημα, δυο στοιχεία που είναι τόσο σημαντικά από μόνα τους που δεν θα χωρούσαν στην ταινία της.




Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ρωτάνε τη Ράσα ποιες είναι οι δεξιότητες της. Κι εκείνη, μετά από λίγη σκέψη απαντάει: «Ξέρω να ζυγίζω με το χέρι ακριβώς 170 γραμμάρια ρόκας. Μπορώ να πακετάρω 12 συσκευασίες σαλάτας σε τεσσεράμισι δευτερόλεπτα».

Θυμάμαι σε μια συζήτηση στο φέισμπουκ, κάποιοι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν την ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» και του Νότιους γενικότερα. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν ήταν όλοι οι αφέντες σκληροί με τους σκλάβους κι ότι κάποιοι σκλάβοι αγαπούσαν τους αφέντες τους, άρα η δουλεία δεν ήταν και το απόλυτο κακό, όπως το παρουσιάζουν οι νικητές Βόρειοι. Για μένα, η δουλεία είναι μισητή όχι τόσο επειδή κάποιοι αφέντες κακομεταχειρίζονται τους δούλους τους, αλλά επειδή κάνει τους ανθρώπους να πέσουν τόσο χαμηλά ώστε να αγαπήσουν την κατάντια τους και να μην νοιάζονται για την ελευθερία.