Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Rojo y negro (1942) του Carlos Arévalo

Στην ανάρτηση για τη Raza του Φράνκο, είχα γράψει για ακόμα μια φασιστική ταινία, το Rojo y negro που ανέβηκε μόλις για 2 βδομάδες στους ισπανικούς κινηματογράφους το 1942, στη διάρκεια της δικτατορία του Φράνκο. Η ταινία περιγράφει μια ιστορία αγάπης απ' την πλευρά μιας κοπέλας που ανήκει στο φασιστικό κόμμα της Φάλαγγας. Στην αρχή δεν ήθελα να την δω ολόκληρη, αλλά μετά από μέρες αποφάσισα να την δω μέχρι το τέλος και άλλαξα γνώμη γι' αυτήν. Δεν την θεωρώ αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αλλά είναι σίγουρα πολύ αξιόλογη ταινία.
Πρώτα απ' όλα ο τίτλος (κόκκινο και μαύρο) αναφέρεται στις σημαίες των φαλαγγιτών αλλά και του CNT που είναι και οι δυο κοκκινόμαυρες. Οι πρωταγωνιστές είναι ένα ζευγάρι που είναι φίλοι από παιδιά. Η Λουίσα είναι δεξιά και αργότερα γίνεται φαλαγγίτισσα και ο Μιγκέλ είναι αριστερός και αργότερα γίνεται αναρχοσυνδικαλιστής, αν και βασικά δε διευκρινίζεται σε πιο πολιτικό σχηματισμό ανήκει.


Στο πρώτο μέρος βλέπουμε σκηνές από την παιδική ηλικία του Μιγκέλ και της Λουίσας- τα παιδιά ενώ ήταν καλοί φίλοι είχαν από τότε πολιτικές διαφορές. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε λίγο πριν τις εκλογές του 36: η Λουίσα έχει γίνει φαλαγγίτισσα και ο Μιγκέλ εξακολουθεί να είναι αριστερός.
Ιεροσυλίες, εμπρησμοί και επιθέσεις σε εκκλησίες
Στο βάθος οι πρωταγωνιστές
Μετά με ένα γρήγορο μοντάζ βλέπουμε την παρακμή που προκάλεσε η σύντομη τελευταία δημοκρατική κυβέρνηση στην Ισπανία: χαλάρωση των ηθών, υποκρισία, ασυνεννοησία στη βουλή, αδιαφορία των πολιτών, φόνοι παπάδων, βόμβες.  Το ποτήρι ξεχειλίζει (κυριολεκτικά) και ο πόλεμος αρχίζει. Μεταφερόμαστε στη Μαδρίτη που την έχουν καταλάβει οι αριστεροί. Η Λουίσα είναι μέλος της αντίστασης. Εδώ ακολουθούν σπόιλερ :-) Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας συνφαλαγγίτης και της ζητάει βοήθεια, γιατί τον ψάχνει η «αστυνομία». Η Λουίσα τον βοηθάει, κι επειδή είναι τολμηρή και δραστήρια, πηγαίνει σ' ένα παλιό μοναστήρι που τώρα έχει γίνει φυλακή για τους αντιφρονούντες, με την ελπίδα να δει έναν σύντροφό της. Λέει στους αριστερούς ότι περιμένει τον αρραβωνιαστικό της και ζητάει να δει τους δεξιούς φυλακισμένους τάχα από περιέργεια. Αυτό φυσικά κινεί τις υποψίες των αριστερών που την συλλαμβάνουν, την κλείνουν στη φυλακή, όπου κάποιος μεθυσμένος αναρχικός την βιάζει, και τελικά την εκτελούν χωρίς δίκη. Ο Μιγκέλ που τώρα τον θυμάται η ταινία, μόλις βλέπει την αγαπημένη του νεκρή, εξοργίζεται, στρέφεται εναντίον των παλιών συντρόφων του και τελικά τον σκοτώνουν κι αυτόν.

Το Rojo y negro δεν έχει καμία σχέση με τη Raza. Οι διάλογοι είναι φυσικοί, και οι χαρακτήρες ανθρώπινοι, και μάλιστα υπάρχουν αριστεροί που δεν είναι κακοί, όπως ο Μιγκέλ, αλλά και ένας στρατιώτης που μεταφέρει το σημείωμα της φυλακισμένης στη μητέρα της. Η ταινία δεν εμβαθύνει και πολύ στην ιδεολογία των διαφορετικών πλευρών, ειδικά οι αριστεροί στις συζητήσεις μεταξύ τους λένε κυρίως ότι θέλουν να σκοτώσουν όλους τους φασίστες και τους παπάδες. Αλλά και οι φαλαγγίτες δε χάνουν το χρόνο τους αναλύοντας τις απόψεις τους. Μένει το κλασικό μοτίβο που το βρίσκουμε σε πολλές ταινίες με θέμα κάποιο τυραννικό καθεστώς: οι άνθρωποι που φοβούνται μήπως τους καταδώσουν οι γείτονες, οι ξαφνικές εισβολές στα σπίτια, οι συχνά αναίτιες συλλήψεις και εκτελέσεις, οι βασανισμοί και οι βιασμοί στις φυλακές, οι αθώοι που θυσιάζονται.

Εκτός απ' την ωραία ιστορία που και ρεαλιστική είναι και έχει και σασπένς, η ταινία έχει και άλλα ενδιαφέρονται στοιχεία, όπως οι σκηνές της παρακμής, όπου γίνεται πολύ ωραίο μοντάζ, πχ όταν ένας περήφανος φαλαγγίτης σκίζει την οθόνη σηματοδοτώντας την έναρξη της επανάστασης του Φράνκο. Ή η περιήγηση στις φυλακές όπου η κάμερα περνάει μέσα από τους τοίχους για να φανερωθούν οι συζητήσεις των φυλακισμένων στα διάφορα κελιά.
Γυναίκες που καπνίζουν: σημείο ηθικής παρακμής χαρακτηριστικό της δημοκρατίας
Ο φαλαγγίτης «σκίζει» την οθόνη όπου βλέπαμε τις πομπές των κομμουνιστών

Όπως διάβασα και σε μια κριτική, το Rojo y negro είναι αρκετά πιο αντικειμενική ταινία απ' τις περισσότερες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο. Όμως αντικειμενική δεν είναι. Δε δίνεται χώρος στους αριστερούς να εξηγήσουν τις απόψεις τους, και να δικαιολογήσουν τις (συχνά αδικαιολόγητες βέβαια) πράξεις τους. Ούτε φυσικά απεικονίζονται τα εγκλήματα της άλλης πλευράς, που συνεχίστηκαν και μετά τον εμφύλιο.

Μένει το ερώτημα γιατί ενόχλησε τόσο πολύ αυτή η ταινία; Επειδή έδειχνε τους κομμουνιστές πιο ανθρώπινους; Επειδή φαίνεται να είναι κατά της θανατικής ποινής; Επειδή παρουσιάζει την υποκρισία αυτών που είχαν την εξουσία; Επειδή η ηρωίδα ήταν γυναίκα και μάλιστα με «κομμουνιστή» αγαπητικό (όχι ακριβώς το πρότυπο για τις σωστές δεσποινίδες);

Για τους Ισπανούς η ταινία έχει σημαντική ιστορική αξία γιατί είναι η μοναδική που παρουσιάζει τον πόλεμο απ' την οπτική γωνία των φαλαγγιτών. Για μένα που δεν ξέρω και τόσα πολλά για τις διαφορές μεταξύ των διάφορων ακροδεξιών ομάδων που υποστήριξαν το Φράνκο, το Κόκκινο και Μαύρο με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο εύκολα μπορεί να κάνει κανείς προπαγάνδα στο σινεμά χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό. Συνειδητοποίησα δηλαδή ότι παρόμοιες καταστάσεις σε μια αντιφασιστική ταινία δε θα τις αμφισβητούσα, δε θα τις θεωρούσα προπαγανδιστικές, λόγω της προσωπικής μου ιδεολογίας.

Παρεμπιπτόντως, ορίστε μερικές πρόσφατες ταινίες που είναι πιο προπαγανδιστικές: El espinazo del diablo, El laberinto del fauno, La lengua de las mariposas, Las trece rosas. Αυτή η τελευταία περιγράφει την εκτέλεση 13 νέων γυναικών μετά το τέλος του εμφυλίου, και όχι μόνο είναι προπαγανδιστική, αλλά παρουσιάζει τις γυναίκες -που ήταν βέβαια νέες, αλλά συμμετείχαν σε πόλεμο και το ήξεραν- σαν να ήταν κλαψιάρικα κοριτσάκια νηπιαγωγείου.

Υπότιτλους και πάλι δεν βρήκα.


Διαδηλώστε ενάντια στη θανατική ποινή CNT και FAI

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

On connaît la chanson (1997) του Alain Resnais

Τόσο πολύ μου έφτιαξε τη διάθεση το Comme une image, που αποφάσισα να δω όλες τις ταινίες που έχουν για σεναριογράφους την Agnès Jaoui και τον Jean-Pierre Bacri. Έτσι είδα και αυτή εδώ που την έχει σκηνοθετήσει ο Αλέν Ρενέ.
Το σενάριο μοιάζει αρκετά με τις υπόλοιπες κομεντί των Ζαουί-Μπακρί: Έχουμε κάποιους ήρωες που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, και οι σχέσεις τους μεταξύ τους φωτίζουν πτυχές του χαρακτήρα τους. Πολλοί διάλογοι και ελάχιστη δράση. Εδώ βασικά οι ήρωες είναι δυο αδερφές η Οντίλ και η Καμίλ και 4 άντρες, ανάμεσα στους οποίους πρέπει να διαλέξουν. Η Οντίλ είναι παντρεμένη με ένα «ήρεμο» άνθρωπο, αλλά συναντά έναν πρώην της (το Μπακρί) που είναι πιο απρόβλεπτος και ενδιαφέρον. Η Καμίλ γνωρίζει έναν γοητευτικό και πλούσιο μεσίτη, ενώ ταυτόχρονα την ερωτεύεται ένας γέρος που κατά σύμπτωση είναι υπάλληλος του μεσίτη.
Το χαρακτηριστικό που κάνει την ταινία να διαφέρει είναι ότι σε κάθε διάλογο οι πρωταγωνιστές τραγουδάνε κι από ένα απόσπασμα γαλλικού τραγουδιού. Στη βικιπαίδεια μέτρησα 36 τέτοια τραγούδια, που ξεκινάνε απ' τη δεκαετία του 30 και φτάνουν μέχρι τη σύγχρονη (της ταινίας) εποχή και είναι όλα χαζοχαρούμενα, νοσταλγικά, σιροπιαστά, δε ξέρω πώς να τα περιγράψω, αλλά ενώ στην αρχή με έκαναν να χαμογελώ, στο τέλος δεν άντεχα να τα ακούω.

Δε ξέρω πώς θα μου φαινότανε η ταινία χωρίς τα τραγούδια, αλλά σπάνια έχω εκνευριστεί τόσο πολύ..

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Comme une image (2004) της Agnès Jaoui

Μια χοντρή κοπέλα νιώθει παραμελημένη απ' το διάσημο πατέρα της, και έχει και κόμπλεξ για την εμφάνισή της. Θέλει να γίνει τραγουδίστρια και πιστεύει ότι έχει βρει αποκούμπι στη δασκάλα τραγουδιού. Η δασκάλα όμως βαριέται τη Λολίτα -έτσι λένε την κοπέλα- και δε συγκινείται πολύ απ' τον ενθουσιασμό της, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον άντρα της που είναι άσημος συγγραφέας και έχει έλλειψη αυτοπεποίθησης. Όταν όμως μαθαίνει ότι ο μπαμπάς της Λολίτας είναι διάσημος συγγραφέας, αρχίζει να βλέπει με άλλα μάτια τη μαθήτριά της.
Το θέμα της ταινίας όμως δεν είναι η εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ των πρωταγωνιστών, αφού οι σχέσεις αυτές παραμένουν σχεδόν σταθερές μέχρι το τέλος, ούτε και οι χαρακτήρες και η συμπεριφορά των ανθρώπων αλλάζουν ιδιαίτερα. Μάλλον τους παρατηρούμε μέσα απ' τις συζητήσεις τους, αυτούς και την κοινωνία που ανήκουν. Το χαρακτηριστικών των ηρώων είναι ότι συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις εξάρτησης. Οι περισσότεροι εξαρτώνται από τον πατέρα της Λολίτας, είτε επειδή έχει χρήμα και εξουσία, είτε επειδή τον αγαπούν. Άλλοι πάλι πλησιάζουν τη Λολίτα με σκοπό να γνωρίσουν τον πατέρα της. Το περίεργο είναι ότι λίγοι φαίνεται να το αντιλαμβάνονται και να αντιδρούν. Η ταινία δεν τους κρίνει όμως: είναι πολύ εύκολο να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις μαγκιές όταν βρίσκεσαι σε θέση εξουσίας, όταν όμως δε βρίσκεσαι, έχεις λίγες επιλογές.
Επίσης όλοι σχεδόν οι ήρωες λένε πράγματα που χωρίς να το ξέρουν πληγώνουν κάποιον άλλο και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Πχ όταν η μητριά της Λολίτας παραπονιέται ότι έβαλε κιλά, τη στιγμή που η Λολίτα είναι καμιά σαρανταριά κιλά πιο χοντρή. Ή όταν είναι πολύ αυστηρή με τις διατροφικές συνήθειες της μικρής της κόρης, είναι σαν να λέει: «πρόσεχε μη γίνεις σαν την αδερφή σου». Και να σκεφτεί κανείς ότι η μητριά είναι απ' τα πιο συμπαθητικά άτομα στο έργο.

Μερικές καταστάσεις τις βρήκα καταπληκτικές, ή μάλλον ήταν καταπληκτικό ότι τις έχω δει πολλές φορές στη ζωή αλλά σχεδόν ποτέ στο σινεμά. Όπως το να λέει κανείς κάτι ενδιαφέρον σε μια παρέα, αλλά κανείς να μην το σχολιάζει γιατί βρίσκεται χαμηλά στην «ιεραρχία» της παρέας.

Βέβαια το σενάριο, αν και είναι πολύ έξυπνο, δεν είναι και τέλειο και στο τέλος γίνεται λίγο ζαχαρένιο, αλλά τελικά σου μένει ένα χαμόγελο στο στόμα, κι αυτό είναι σημαντικό.

Την ταινία την είδα για τον Jean-Pierre Bacri που μ' άρεσε στο Les sentiments, κι εδώ όχι μόνο παίζει αλλά είναι και συνσεναριογράφος. Έψαξα στο ίντερνετ για την Marilou Berry, την ηθοποιό που παίζει τη Λολίτα, με την ελπίδα να διαψευστεί ο μύθος ότι για να πετύχει μια γυναίκα στις τέχνες πρέπει να είναι ψηλή, αδύνατη, κατά προτίμηση άρια κτλ κτλ. Τελικά η Μαριλού είναι κόρη δυο διάσημων Γάλλων, και δεν έχει κάνει και καμιά σπουδαία καριέρα στον κινηματογράφο. Έχει παίξει σε ταινίες με πολύ χαμηλή βαθμολογία στο imdb (μερικές μάλιστα τις έχει σκηνοθετήσει η μητέρα της), στην τηλεόραση, και σε πολύ μικρούς ρόλους, κι εκεί που πρωταγωνιστεί είμαι σίγουρη ότι παίζει τη χοντρή που έχει κόμπλεξ με την εμφάνισή της.


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Raza, μια ταινία σε σενάριο του Φρανθίσκο Φράνκο

Το 1942, τρία χρόνια μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου, προβλήθηκε στους ισπανικούς κινηματογράφους η ταινία «Raza», μια υπερπαραγωγή με θέμα τις περιπέτειες μια οικογένειας στρατιωτικών στη διάρκεια του πολέμου. Σκηνοθέτης ήταν ο José Luis Sáenz de Heredia, μαθητής του Μπουνιουέλ, αλλά το σενάριό της βασίστηκε σε ένα μυθιστόρημα που είχε γράψει ο Φράνκο με ψευδώνυμο· βέβαια όλοι το ήξεραν ότι ο Φράνκο ήταν ο συγγραφέας.
Έχουμε λοιπόν μια παλιά αριστοκρατική οικογένεια που τα μέλη της, με μία εξαίρεση, εκφράζουν στην εντέλεια τα ιδανικά της ακροδεξιάς: πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Ο μπαμπάς είναι ηρωικός αξιωματικός του ναυτικού, η μαμά πιστή σύζυγος και πολύ θρησκευόμενη, κι απ' τα παιδιά το ένα είναι μωρό ακόμα όταν αρχίζει η ταινία, το άλλο είναι ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το τρίτο είναι ένα αγοράκι που έχει αφομοιώσει την ιδεολογία των γονιών του, και ο πρωτότοκος, ο Πέδρο είναι ένα κακό αγοράκι που από μικρός νοιάζεται μόνο για το χρήμα. Η υπόλοιπη οικογένεια θεωρεί τον πλούτο πολύ κατώτερο αγαθό απ' την τιμή, την αγάπη για την πατρίδα κτλ, φυσικά δεν τους λείπουν ούτε τα χρήματα, ούτε το τεράστιο σπίτι με κήπο, ούτε οι υπηρέτες.  Αυτός ο Πέδρο λοιπόν θα προδώσει αργότερα την οικογένειά του και την πατρίδα και θα γίνει (δημοκρατικός) βουλευτής.
Όταν αρχίζει ο εμφύλιος, οι πρωταγωνιστές μπλέκουν σε διάφορες περιπέτειες, άλλοι σφάζονται απ' τους αναρχοκομμουνιστές, άλλοι δραπετεύουν ηρωικά, μαχητικές νέες ερωτεύονται αξιωματικούς, φτωχοί εκφράζουν τη λατρεία τους για το φασιστικό στρατό, και στο τέλος επέρχεται η λύτρωση: ο Πέδρο αλλάζει στρατόπεδο αφού το αίμα της ράτσας του υπερνικά την αγάπη του για το χρήμα.
Οι διάλογοι στην ταινία είναι εντελώς ψεύτικοι και προπαγανδιστικοί, σε κάθε πρόταση δηλώνεται η πίστη στα φασιστικά ιδεώδη και υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή να μην αμφισβητηθεί από κανέναν ότι «πάνω απ' όλα η πατρίδα». Πολύ συχνά οι ηθοποιοί γυρίζουν το κεφάλι και κοιτάνε προς το άπειρο για να ανακοινώσουν με πολύ στόμφο την αυτοθυσία τους, ή τέλος πάντων για να πουν κάτι συγκινητικό και μεγαλειώδες.  Αυτός είναι κι ο λόγος που η ταινία βλέπεται και σήμερα: οι διάλογοι είναι τόσο γελοίοι που δεν εκνευρίζουν, μάλλον γέλιο βγάζουν.

Υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στη «Ράθα» και η οικογένεια Τσουρούκα της ταινίας είναι μια αρκετά εξευγενισμένη βερσιόν της οικογένειας του δικτάτορα.

Το 1950 έγινε ένα μικρό λίφτινγκ στην ταινία, αφαιρέθηκαν αντιαμερικανικά και φασιστικά στοιχεία και φωτίστηκε περισσότερο η αντικομμουνιστική πλευρά του θέματος. Αιτία ήταν ότι ο Φράνκο ήθελε να έχει φιλικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Βρέθηκε και καινούριος τίτλος: «Espíritu de una raza» που κατά την άποψή μου δεν είναι καλύτερος από τον πρωτότυπο. Οι παλιές κόπιες κάηκαν, κατάφερε όμως να σωθεί μια σε καλή κατάσταση. Έτσι σήμερα κυκλοφορεί στο ίντερνετ η πρωτότυπη βερσιόν, όπου έχει κανείς την ευκαιρία να θαυμάσει φασιστικούς χαιρετισμούς και κάτι υπονοούμενα για την ανάμειξη των ΗΠΑ στον πόλεμο της Κούβας.

Πιο πάνω έγραψα ότι η ταινία βλέπεται επειδή μπορεί κανείς να γελάσει με τους διαλόγους. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως κουστούμια εποχής, μια ναυμαχία προηγούμενων αιώνων, και μερικές σκηνές μου άρεσαν ιδιαίτερα, όπως η εκτέλεση των καλόγερων στην παραλία. Κυρίως όμως είναι ένα ντοκουμέντο που παρουσιάζει την ιδεολογία του Φράνκο και του καθεστώτος του, και από την άλλη δείχνει την άλλη πλευρά των γεγονότων. Σήμερα είναι της μόδας οι φασίστες να παρουσιάζονται σαν τέρατα και οι αναρχικοί/ κομμουνιστές/ δημοκρατικοί σαν άγιοι. Η αλήθεια βρίσκεται στη μέση, ή μάλλον είναι πολύ πιο πολύπλοκη.
Ακόμα καλό είναι να ξέρουμε ότι σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο, αλλά φαντάζομαι περισσότερο στην αρχή, μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών τάχθηκε με την πλευρά του καθεστώτος, με τον ίδιο τρόπο που τώρα όλοι σχεδόν είναι δημοκρατικοί.

Στο γιουτουμπ η Ράθα υπάρχει δυο φορές: εδώ και εδώ. Έχω βρει και ένα αρχείο στο eMule που σιγοκατεβαίνει. Έτσι κι αλλιώς νομίζω ότι έχουν λήξει τα πνευματικά της δικαιώματα, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Ένα dvd πρέπει να υπάρχει και στη βιβλιοθήκη του Θερβάντες στην Αθήνα. Υπότιτλους δεν έχω βρει πουθενά όμως.
Ένα ωραίο άρθρο στα ισπανικά για τις διαφορές μεταξύ των 2 βερσιόν , του 42 και του 50 είναι το παρακάτω: http://nodulo.org/ec/2005/n044p14.htm


Η αγαπημένη μου σκηνή είναι εκεί που μια γυναίκα με κοντό μαλλί και ντυμένη με αντρικά ρούχα παρουσιάζεται σε έναν φασίστα αξιωματικό και του λέει: «θυσίασα τα μαλλιά μου γιατί με κυνηγούσαν πολύ που επισκεφτόμουνα τους αιχμάλωτους συντρόφους». (Δυστυχώς αυτή η σκηνή κόπηκε στο «Espíritu de una raza» λόγω φασιστικών χαιρετισμών). Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτή η φράση «θυσίασα το μαλλί», πόσο μάλιστα που την λέει με μεγάλη περηφάνια μια ηρωική φασίστρια. Σκέφτηκα όμως ότι παλιά το κουρεμένο κεφάλι ήταν σημάδι ντροπής και ατίμωσης για μια γυναίκα.
Χτες έκανα πολλές σκέψεις πάνω σ' αυτό το θέμα και θυμήθηκα δυο πολύ ωραία ισπανικά romances,  δηλαδή δημοτικά τραγούδια. Το πρώτο είναι η doncella guerrera, όπου ένας Σεβιλιάνος έχει την κακοτυχία απ' τα 7 παιδιά του κανένα να μην είναι αρσενικό. Κάποια μέρα η μικρότερη κόρη του αποφασίζει να ντυθεί άντρας και να πάει να πολεμήσει. Ακολουθεί ένας διάλογος όπου ο πατέρας της προσπαθεί αν την αποτρέψει:
-No vayas, hija, no vayas, que te van a conocer
que tienes el pelo largo y dirán que eres mujer
-Si tengo el pelo muy largo, padre, me lo corta usted
 y con el pelo cortado  un varón pareceré..

Στο τέλος η κόρη πάει στον πόλεμο, την ερωτεύεται ο βασιλιάς και παντρεύονται.

Το δεύτερο δημοτικό τραγούδι είναι το El enamorado y la muerte, όπου ο θάνατος προσωποποιημένος επισκέπτεται έναν ερωτευμένο και του δίνει μια ώρα ζωής. Ο ερωτευμένος πάει στο παράθυρο της αγαπημένης του, κι αυτή του πετάει ένα σκοινί από μετάξι, κι εκεί είναι που του λέει: «αν δεν έφτανε το μετάξι, θα πρόσθετα τις πλεξούδες μου». Η συνέχεια είναι τραγική αν και μάλλον αναμενόμενη: Το σκοινί σπάει κι ο ερωτευμένος πέφτει κάτω και σκοτώνεται, ακριβώς όταν έχει περάσει η μια ώρα που του είχε χαρίσει ο θάνατος. Ακόμα ανατριχιάζω όταν ακούω αυτό το τραγούδι. Το βρήκα στους στίχους.γρ  σε ελληνική μετάφραση. Η πρώτη εκτέλεση που άκουσα και η αγαπημένη μου είναι του Amancio Prada.
O Amancio Prada έχει τραγουδήσει πολλά παραδοσιακά τραγούδια, ισπανικά και γαλικιανά, και ήταν καλός φίλος του Chicho Sánchez Ferlosio. Ο Sánchez Ferlosio ήταν ή τέλος πάντων παρίστανε τον αναρχικό βάρδο, και έχει γράψει και τραγουδήσει πολλά ωραία τραγούδια, όπως το gallo rojo, gallo negro ή το historia de tres amigos που εξυμνεί τρεις αναρχικούς ήρωες. Ήταν γιος του Rafael Sánchez Mazas, του φασίστα που σώζεται στην ταινία (και το βιβλίο) Los Soldados de Salamina, μάλιστα συμμετείχε στην ταινία αυτή παίζοντας το εαυτό του. Τους στρατιώτες της Σαλαμίνας τους είδα πριν 8 χρόνια και ήταν η πρώτη φορά που άκουσα καταλανικά και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει. Την ίδια στιγμή είδα και για πρώτη φορά μια ηθοποιό που μου κάθεται στο λαιμό, την Αριάντνα Ζιλ.

Μια που μιλάμε για κόκκινο και μαύρο, υπάρχει μια άλλη ταινία που εξυμνεί τα φασιστικά ιδεώδη και γυρίστηκε στην Ισπανία λίγο μετά τη Ράθα, το Rojo y negro, η οποία όμως δυσαρέστησε κάποιους και γρήγορα αποσύρθηκε απ' τους κινηματογράφους. Υπάρχει κι αυτή στο γιουτουμπ :  http://www.youtube.com/watch?v=lDvNpQWZ_uE  αλλά δεν κατάφερα να δω πάνω από τέταρτο. Για να μην υπάρχει παρεξήγηση το κόκκινο και το μαύρο του τίτλου αναφέρεται στη σημαία των ισπανών φαλαγγιτών.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Baara (1979) του Souleymane Cissé

Στο Μάλι, στο τέλος της δεκαετίας του 70 ο νεαρός Μπάλλα δουλεύει σαν αχθοφόρος, και κοιμάται σε ένα δωμάτιο με άλλα δέκα άτομα, το ίδιο φτωχά μ'αυτόν. Ένας άλλος νέος άντρας με το ίδιο όνομα αλλά αλλά πολύ πιο ευγενές επώνυμο, δουλεύει σε ένα εργοστάσιο μάλλον σαν υπεύθυνος προσωπικού, έχει αριστερές ιδέες και τον ενοχλεί η διαφθορά και η εκμετάλλευση στη χώρα του. Τέλος ο εργοστασιάρχης ζει μια πολυτελή ζωή σε ένα σπίτι με υπηρέτες, και προσπαθεί να εμποδίσει την εξέγερση των εργατών.

Μπααρά σημαίνει εργασία. Όπως φαίνεται από τον τίτλο, το θέμα της ταινίας είναι η εργασία και η ανεργία, αλλά και η οικονομική κρίση στην οποία βρισκόταν το Μάλι εκείνη την εποχή. Βλέπουμε πχ μια γυναίκα να ψωνίζει φρούτα και να υπόσχεται ότι θα πληρώσει το απόγευμα. Και έξω από ένα μαγαζί (ή κέντρο διανομής τροφίμων) υπάρχει ένα οργισμένο πλήθος που γυρεύει να αγοράσει ρύζι. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι έχουν οικονομικά προβλήματα, από τη γυναίκα που ο άντρας της την διώχνει απ' το σπίτι μαζί με τα τέσσερα παιδιά τους, μέχρι τον εργοστασιάρχη που έχει χρέη κι αναγκάζει τη γυναίκα του να υπογράψει μια επιταγή.
Κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση είναι ο δυναμικός χαρακτήρας που έχουν οι γυναίκες, που άσχετα με την κοινωνική τους τάξη αισθάνονται αδικημένες απ' τον άντρα τους.

Το Μπααρα μοιάζει πολλές φορές με ντοκιμαντέρ: συχνά βλέπουμε σκηνές από την καθημερινή ζωή στους δρόμους με κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των ανθρώπων. Μάλιστα μερικές σκηνές είναι τόσο ρεαλιστικές που μπορεί να είναι κι αληθινές. Πολλές συζητήσεις δεν οδηγούν πουθενά και δεν χρειάζονται καθόλου για την εξέλιξη της υπόθεσης. Και οι χαρακτήρες δεν είναι ούτε τέλειοι ούτε τρισάθλιοι, με εξαίρεση ίσως τον εργοστασιάρχη. Είναι δηλαδή το είδος της ταινίας που μου αρέσει.

Δεν καταλαβαίνω τα πάντα σ'αυτή την ταινία, αφού δε ξέρω σχεδόν τίποτα για το Μάλι και το πολιτικό του σύστημα, ούτε για την κοινωνία. Τουλάχιστον με αφορμή την ταινία βρήκα τη θέση του στο χάρτη.

Σε διαφορετικά σάιτ έχω βρει διαφορετικές ημερομηνίες για την ταινία, το imdb έχει το 1980, ενώ η βικιπαίδεια το 1978.