Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Hearat Shulayim [Footnote] (2011) του Joseph Cedar κι ακόμα δυο ταινίες του.

Οι ήρωες του Hearat Shulayim είναι οι ακαδημαϊκοί Σκόλνικ (όχι τυχαίο το επώνυμο), πατέρας και γιος, που ειδικεύονται στη μελέτη του Ταλμούδ στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Όμως παρά τη συγγένειά τους είναι τελείως διαφορετικοί στη μέθοδο έρευνάς τους. Ο πατέρας Ελιέζερ ζει χωμένος μέσα στα χαρτιά, μελετάει αδιάκοπα και δημοσιεύει μόνο ότι θεωρεί έγκυρο επιστημονικά. Και δεν είναι δημοφιλής στους φοιτητές. Ο γιος Ούριελ έχει πιο μοντέρνα προσέγγιση, εκδίδει βιβλία για το ευρύτερο κοινό, όπως πχ «Τα έθιμα του γάμου την εποχή του Μωυσή» και είναι ευχάριστος ομιλητής. Όπως είναι λογικό ο πατέρας του τον θεωρεί επιφανειακό· κάποια στιγμή στην ταινία περιγράφει πολύ ωραία τη διαφορά του με το γιο του: «έστω ότι είμαστε αρχαιολόγοι και βρίσκουμε κομμάτια από πήλινα αγγεία. Εγώ θα τα μελετούσα και θα προσπαθούσα να τα ταξινομήσω σε σχέση με την χρονική περίοδο που πιστεύω ότι ανήκουν, ο γιος μου θα ένωνε κομμάτια από διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαφορετικές τεχνοτροπίες για να ανακατασκευάσει ένα αγγείο που είναι όμως ψεύτικο».
Η κατάσταση περιπλέκεται όταν από λάθος ανακοινώνεται στον Ελιέζερ ότι θα του απονεμηθεί το πολυπόθητο Βραβείο Ισραήλ, ενώ στην πραγματικότητα ο γιος του είναι αυτός που έχουν επιλέξει για το βραβείο.
Η ταινία περιγράφει ειρωνικά την κατάσταση στο πανεπιστήμιο, όπου κυριαρχούν οικογενειοκρατία, προσωπικές κόντρες, γραφειοκρατία και ανοργανωσιά (κάτι μου θυμίζουν όλα αυτά), αλλά και τη σχέση πατέρα και γιου που είναι τελικά πιο πολύπλοκη από σκέτη αντιζηλία. 
Ειδικά στην αρχή ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ασυνήθιστες μεθόδους όπως γραφικά φτιαγμένα με υπολογιστή που δείχνουν τον Ούριελ να δίνει διαλέξεις σε διαφορετικά σημεία πάνω στο χάρτη της Ιερουσαλήμ, ή κάτι σαν γραπτό βόις όβερ όπου γράφεται πχ «Αυτή είναι η αγαπημένη φράση του Ελιέζερ». Όσο προχωράει η ταινία όμως, η ιστορία δένει περισσότερο κι αυτά τα τρικ μειώνονται.
Το Hearat Shulayim έκανε πρεμιέρα πέρυσι στις Κάννες όπου μάλιστα πήρε το βραβείο σεναρίου, μάλλον δίκαια. Αν κάτι την δυσκολεύει σαν ταινία, είναι οι συχνές αναφορές σε θέματα για το Ταλμούδ και γενικότερα πράγματα που έχουν να κάνουν με το Ισραήλ και που μπορεί να «χαθούν» από κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος. Αλλά από την άλλη, η βασική πλοκή θα μπορούσε να λαμβάνει χώρα σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη ;-)

Το ρόλο του Ούριελ παίζει ο Lior Ashkenazi (έχει παίξει σε πάρα πολλές ισραηλινές ταινίες) που τρόμαξα που τον είδα σ' αυτή την κατάσταση, χοντρό, με γκρίζο μαλλί και γένια και καθόλου γοητευτικό.





 Ο Joseph Cedar, έχει σκηνοθετήσει μέχρι τώρα 4 ταινίες. Στην πρώτη (Ha-hesder/Time of Favor) κάποιοι φανατικοί σιωνιστές έποικοι ετοιμάζουν να κάνουν μια τρομοκρατική ενέργεια που έχει σχέση με το Όρος του Ναού, ενώ παράλληλα υπάρχει μια ερωτική ιστορία με την όμορφη κόρη του πνευματικού τους ηγέτη. Δεν είδα πάνω από μισή ώρα, όχι ακριβώς επειδή βαρέθηκα αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα με τους υπότιτλους.


Η δεύτερη Campfire/Medurat Hashevet περιγράφει τη ζωή μιας χήρας με δυο έφηβες κόρες, η οποία αποφασίζει να συμμετέχει σε έναν νέο εποικισμό που έχει οργανώσει η κοινότητά της. Όπως είναι φυσικό τα μέλη της κοινότητας, όχι μόνο είναι εθνικιστές και θρήσκοι, αλλά και πολύ συντηρητικοί και προτείνουν στη μητέρα να βρει κάποιον καινούριο άντρα να παντρευτεί και μαζί να μετακομίσουν στον εποικισμό. Έτσι η μάνα γνωρίζει άντρες που της προξενεύουν ενώ η μεγαλύτερη κόρη της επαναστατεί, και η μικρότερη που είναι ερωτευμένη με ένα συνομήλικο της ξεκινά να πειραματίζεται με τα αγόρια. Σε μια κατασκήνωση από μέλη της νεολαίας τους συμβαίνει κάτι πολύ δυσάρεστο αλλά πολύ ρεαλιστικό δυστυχώς, που εγώ τουλάχιστον δυσκολεύτηκα να το δω: η μικρή κόρη φεύγει από την επίσημη κατασκήνωση και πάει στην παρέα του αγαπημένου της, όπου ένας μεγαλύτερος φίλος του (φαντάρος) την αναγκάζει να κάνει κάποια πράγματα. Αλλά δε θέλω να αποκαλύψω κι άλλα σπόιλερ. Για μένα αυτή η ταινία από τη μια περιγράφει με ευαισθησία δύσκολα θέματα, από την άλλη πολλές φορές ξεπέφτει σε κομεντί του στιλ «χήρα ψάχνει σύζυγο και γνωρίζει γελοίους καθωσπρέπει κυρίους». Το τέλος είναι επίσης πολύ βιαστικό και αδικαιολόγητα αισιόδοξο.
Το ρόλο ενός απ' τους γελοίους υποψήφιους συζύγους παίζει ο Yehoram Gaon, ο οποίος είναι γνωστός και αγαπημένος μου τραγουδιστής λαντίνο τραγουδιών (εδώ ένα), αλλά στην ταινία «ψέλνει» ασκεναζίτικους ύμνους.

Η τρίτη τέλος ταινία του Σίντερ είναι το Beaufort (2007) που κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, αλλά νομίζω ότι δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα. Σε σχέση με τις προηγούμενες του ταινίες, μοιάζει μινιμαλιστική. Παρακολουθούμε την καθημερινότητα μια ομάδας Ισραηλινών στρατιωτών που φυλάνε το οχυρό Beaufort στο έδαφος του Λιβάνου, λίγο πριν το Ισραήλ υποχωρήσει από τα εδάφη του Λιβάνου που είχε καταλάβει. Η ταινία δεν έχει ούτε ερωτικές , ούτε άλλου είδους προσωπικές ιστορίες που κατευθύνουν την εξέλιξη. Ουσιαστικά δεν έχουμε και μεγάλη εξέλιξη, η μάλλον έχουμε, αλλά παρουσιάζεται χωρίς μελοδραματισμούς. Ούτε έχουμε κανένα κραυγαλέο αντιπολεμικό μήνυμα, είναι μικρά συμβάντα και λόγια που δείχνουν την έλλειψη ηρωισμού στον πόλεμο, και πάλι αυτή είναι δική μου ερμηνεία. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι φόρος τιμής στους νέους που έχασαν τη ζωή τους (ή τα νιάτα τους) υπερασπίζοντας την πατρίδα τους, έστω κι αν τελικά δεν είχε μεγάλο νόημα η θυσία τους: το κάστρο έτσι κι αλλιώς θα επιστρεφόταν στο Λίβανο. Πολύ ωραία είναι και η φωτογραφία. Φυσικά τα γυρίσματα δεν έγιναν στο Beaufort που όπως είπαμε ανήκει πλέον στο Λίβανο, αλλά στο παραπλήσιο κάστρο Nimrod που βρίσκεται στα υψώματα του Γκολάν (χε χε). Μερικοί απ΄τους ηθοποιούς έπαιξαν δυο χρόνια αργότερα στο Lebanon, που έχει κατά κάποιο τρόπο παρόμοια θεματολογία και στιλ.

Ο σκηνοθέτης διάβασα ότι είναι ορθόδοξος εβραίος κι αν αυτό είναι αλήθεια μάλλον ανήκει στην προοδευτική μερίδα της (εβραϊκής, μην ξεχνιόμαστε) ορθοδοξίας. Οι δυο τελευταίες του ταινίες μου άρεσαν αρκετά ως πολύ και ελπίζω να μου αρέσει ακόμα περισσότερο η επόμενη.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Polisse (2011) της Maïwenn

To Polisse ξεκινάει με ένα κοριτσάκι -παρεμπιπτόντως είναι η μικρή αδερφή της Λορ απ΄την ταινία Tomboy- να διηγείται πως ο πατέρας του το παρενοχλεί. Και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αυτής αποτελείται από συνεντεύξεις σε κακοποιημένα παιδιά κι εφήβους και από ανακρίσεις των παιδεραστών, συνήθως πατεράδων των παιδιών. Παρακολουθούμε μια ομάδα αστυνομικών με ειδίκευση σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται παιδιά, οπότε δεν τους απασχολούν μόνο σεξουαλικά εγκλήματα αλλά και κάθε είδους έγκλημα όπου εμπλέκονται παιδιά. Όλα αυτά, αλλά και κάποιες συζητήσεις των μελών της ομάδας μεταξύ τους πχ την ώρα που τρώνε παρουσιάζονται σαν σε ντοκιμαντέρ. Επίσης δε βλέπουμε την εξέλιξη καμιάς από τις υποθέσεις των παιδιών, μόνο σκόρπια  αποσπάσματα. Κι αυτό είναι το καλύτερο μέρος της ταινίας για μένα.
Η ίδια η σκηνοθέτισσα υποδύεται μια ντροπαλή φωτογράφο που συνοδεύει την ομάδα των αστυνομικών και τους φωτογραφίζει την ώρα της δουλειάς τους, και υποθέτω ότι παίζει τον εαυτό της.
Το κακό με την ταινία είναι ότι εκτός από τη ρουτίνα της δουλειάς, έχουμε και κάποιες προσωπικές ιστορίες των αστυνόμων που είναι όλες πολύ μα πολύ κλισέ, όπως χωρισμοί, διαζύγια, μια μίσανδρη μπατσίνα που θέλει να κάνει παιδί και δε μπορεί, μια μουσουλμάνα μπατσίνα που οργίζεται με έναν μουσουλμάνο που θέλει να παντρέψει με το ζόρι την κόρη του και ουρλιάζει μπροστά του ότι στο κοράνι δεν είναι γραμμένα τέτοια πράματα. Αυτό το τελευταίο με ξένισε ιδιαίτερα. Το ακόμα χειρότερο είναι ότι η φωτογράφος μεταμορφώνεται στη διάρκεια της ταινίας ως μια άλλη «Μαρία η Άσχημη». Και το τέλος δε θα μπορούσε να είναι χειρότερο.
Συνολικά την βρήκα αρκετά άνιση την ταινία: από τη μια καταπιάνεται μ' ένα πολύ δύσκολο θέμα χωρίς υστερίες, από την άλλη έχει στοιχεία που θα ταίριαζαν περισσότερο σε αμερικάνικο σίριαλ.  Για μένα πάντως αξίζει τον κόπο.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Údolí včel [Valley of the Bees] (1968) του František Vláčil


Βρισκόμαστε στο Μεσαίωνα κάπου στην Κεντρική Ευρώπη. Η Κοιλάδα των Μελισσών είναι ο τόπος που γεννήθηκε ο Όντζεϊ και που πρέπει να εγκαταλείψει όταν ο πατέρας του τον τάζει σε ένα τάγμα μοναχών.  Εκεί ο ήρωας μας θα γνωρίσει ένα βαθιά θρησκευόμενο μοναχό-σταυροφόρο που θα τον πάρει υπό την προστασία του. Ανάμεσα τους θα δημιουργηθεί μια (αδερφική) αγάπη η οποία κάποια στιγμή θα δοκιμαστεί, αφού ο Όντζεϊ δεν είναι διατεθειμένος να περάσει όλη τη ζωή του μέσα στα τείχη του μοναστηριού και να ζήσει την αυστηρή και άχαρη ζωή του τάγματος. Η διαφορά στο χαρακτήρα των δυο αντρών αλλά και η εισβολή της σκληρής και «αφύσικης» χριστιανικής θρησκείας σε ένα εξίσου σκληρό κι ανελέητο περιβάλλον, η σύγκρουση θρησκευτικότητας και φύσης είναι τα βασικά θέματα σ' αυτήν την ταινία. Όμως αυτό που πραγματικά αξίζει για μένα στην «Κοιλάδα των Μελισσών» δεν είναι το σενάριο που περιέχει αρκετά κλισέ για το Μεσαίωνα αλλά η πολύ όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ειδικά οι πρώτες σκηνές του γάμου του πατέρα με την πολύ νέα Λενόρα είναι απ' τις πιο όμορφες που έχω δει σε ταινία.

Ο František Vláčil είναι περισσότερο γνωστός για το μεσαιωνικό δράμα «Marketa Lazarová» που ψηφίστηκε μάλιστα η καλύτερη τσέχικη ταινία όλων των εποχών. Τα θέματα και των δυο ταινιών αλλά και η φωτογραφία και η σκηνοθεσία μοιάζουν πάρα πολύ. Αν και η Κοιλάδα των Μελισσών έχει κατά κάποιο τρόπο πιο συντηρητικό σενάριο, με την έννοια ότι ξέρεις από νωρίς τι περίπου πρόκειται να συμβεί. Επίσης αντίθετα με τη Μαρκέτα οι χαρακτήρες εδώ είναι πολύ λίγοι, ουσιαστικά τρεις μόνο. Και οι δυο ταινίες πάντως είναι πολύ καλές.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Φεστιβάλ Καννών: Βραβεία Γυναικείας Ερμηνείας 1992- 2000

Φτάσαμε αισίως στην προ τελευταία δεκάδα. Αυτή τη φορά έχουμε 10 ταινίες σε 9 χρόνια, αφού μόνο μια χρονιά, το 99 βραβεύτηκαν δυο ταινίες ταυτόχρονα. Έχουμε όμως 11 βραβευμένες ηθοποιούς, αφού το 98 βραβεύτηκαν και οι δυο πρωταγωνίστριες της «Ονειρεμένης Ζωής των Αγγέλων». Είχα δει πιο παλιά πέντε απ' αυτές τις ταινίες (Μαθήματα Πιάνου, Μυστικά και Ψέματα, Ονειρεμένη Ζωή, Ροζέτα, Χορεύοντας στο Σκοτάδι) κι οι πέντε ήταν σημαντικές για μένα, κι η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας τους, κι εξαιτίας μερικών απ' τις επόμενες (2001-2012), αποφάσισα να κάνω αυτό το αφιέρωμα και να δω όλες τις ταινίες που έχουν πάρει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών. Δυστυχώς βέβαια απογοητεύτηκα πολύ, αλλά τέλος πάντων τώρα δεν έχει μεγάλη σημασία.


 1992 Pernilla August. Den goda viljan του Bille August (συζύγου της Περνίλλας). Η ταινία είναι περίληψη μιας μίνι σειράς που γυρίστηκε για τη σουηδική τηλεόραση και περιγράφει τη γνωριμία και τα πρώτα χρόνια του γάμου των γονιών του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Ο πατέρας του είναι ένας φτωχός φοιτητής θεολογίας, ιδεαλιστής και λιγομίλητος και ενώ είναι αρραβωνιασμένος κρυφά με μια όμορφη σερβιτόρα, θαμπώνεται από την προσωπικότητα της πρόσχαρης (και πλούσιας) Άννας. Όλοι οι συγγενείς τους είναι αντίθετοι στο γάμο τους αφού οι δυο νέοι όχι μόνο ανήκουν σε διαφορετική τάξη αλλά έχουν και διαφορετικό χαρακτήρα. Η ταινία είναι λίγο βαριά, έχει κυρίως διαλόγους αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την δει κανείς κυρίως για τις ερμηνείες, ειδικά η August είναι πολύ καλή στο ρόλο της καλομαθημένης δεσποινίδας Όκερμπλουμ. Δε ξέρω όμως αν η ταινία άξιζε και το Χρυσό Φοίνικα.
Προτείνω πάντως, να δει κανείς κατευθείαν τη σειρά, που παρουσιάζει όχι μόνο τη σχέση του ζευγαριού αλλά και άλλα γεγονότα από τη ζωή τους και ίσως επικεντρώνεται περισσότερο στον πατέρα του Μπέργκμαν, ο οποίος παρεμπιπτόντως μας παρουσιάζεται πολύ πιο συμπαθητικός από τον παπά του «Φάννυ και Αλέξανδρος», που υποτίθεται ότι βασίστηκε στον ίδιο χαρακτήρα..
1993 Holly Hunter. The Piano της Jane Campion. Είχα γράψει για τα «Μαθήματα πιάνου» σε μια ανάρτηση με θέμα το μύθο του Κυανοπώγωνα. Ο μύθος αυτός δεν είναι όμως το πιο σημαντικό στοιχείο στην ταινία. Αυτό που με έκανε να την αγαπήσω παρόλο που έχει κάπως αντιδραστικό θέμα είναι η οργιαστική σκηνοθεσία και οι ερμηνείες της Χάντερ και της Anna Paquin που παίζει την κόρη της.

1994 Virna Lisi. La Reine Margot του Patrice Chéreau. Σ' αυτό το δράμα εποχής βλέπουμε ίντριγκες και συνωμοσίες στο γαλλικό παλάτι τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και λίγο αργότερα. Η Βασίλισσα Μαργκό περιφέρεται στο παλάτι με μισάνοιχτο στόμα ψάχνοντας να βρει διάφορους εραστές και η Βίρνα Λίζι είναι η μητέρα της, η δολοπλόκα Αικατερίνη των Μεδίκων, η οποία αν και κινεί τα νήματα, είναι δευτερεύον χαρακτήρας στην ταινία. Δε μπόρεσα να δω πάνω από μισή ώρα.

1995 Helen Mirren. The Madness of King George του Nicholas Hytner. Ακόμα μια ταινία εποχής με θέμα τους βασιλιάδες. Ο Βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος ο Γ πάσχει από μια αρρώστια (πορφυρία;) που προκαλεί επεισόδια ψύχωσης και η οποία είναι κληρονομική όπως φροντίζει να μας ενημερώσει ο σκηνοθέτης λίγο πριν από τους τίτλους τέλους. Ουσιαστικά σατιρίζεται ο θεσμός της μοναρχίας, και πολλοί άλλοι θεσμοί , όπως και οι παλιότερες ιατρικές και ψυχιατρικές μέθοδοι θεραπείας. Οι ηθοποιοί παίζουν πολύ καλά ειδικά ο βασιλιάς, αλλά η Μίρεν όπως και η Λίζι έχει ένα δευτερεύοντα ρόλο.

1996 Brenda Blethyn. Secrets & Lies του Mike Leigh. Ότι και να πω για τις ερμηνείες των ηθοποιών στις ταινίες του Μάικ Λι δεν είναι αρκετό. Ουσιαστικά οι ταινίες του βασίζονται στους ηθοποιούς: δε σε νοιάζει τόσο τι θα γίνει όσο το πως θα αντιδράσουν οι χαρακτήρες σ' αυτό που ξέρεις ότι θα γίνει. Το καταθλιπτικό είναι ότι πολλοί απ' αυτούς τους καταπληκτικούς ηθοποιούς δεν έχουν παίξει κυρίως στον κινηματογράφο αλλά στην τηλεόραση: είναι βλέπεις χοντροί, γερασμένοι χωρίς πλαστικές, κι όχι ιδιαίτερα φωτογενείς.
Στα «Μυστικά και Ψέματα» η Σίνθια, μια μεσήλικη προβληματική εργάτρια δέχεται ένα τηλεφώνημα από την κόρη της, την οποία είχε δώσει για υιοθεσία πριν πολλά χρόνια και που τώρα θέλει να συναντήσει τη βιολογική της μητέρα. Η Χορτένς, η κόρη της είναι το μοναδικό φυσιολογικό άτομο της ιστορίας και είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει σχετικά ψυχρά και συγκρατημένα, σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικογένεια που παίζουν με τον τυπικό «ζωντανό» τρόπο που συναντούμε στα έργα του σκηνοθέτη.

1997 Kathy Burke. Nil by Mouth του Gary Oldman. Η Kathy Burke είναι μια κακοποιημένη σύζυγος της εργατικής τάξης του Λονδίνου. Παρακολουθούμε τη ζωή της με τον αλκοολικό σύζυγο αλλά και της υπόλοιπης οικογένειάς της: ο αδερφός της είναι μπλεγμένος με τα ναρκωτικά ενώ η μητέρα της προσπαθεί να τους στηρίξει με όποιον τρόπο μπορεί. Η ταινία είναι βασισμένη στη ζωή του Όλντμαν, ο οποίος ήθελε να δείξει την αλήθεια του αλκοολισμού και της βίας με ρεαλισμό χωρίς τη γκλαμουριά που βλέπουμε συνήθως στον κινηματογράφο. Πράγματι, οι χαρακτήρες είναι όλοι σχεδόν άσχημοι, μίζεροι και αντιπαθητικοί, αξιολύπητοι. Πχ ο (ναρκομανής) Μπιλ όταν χρειάζεται χρήματα για τη δόση πηγαίνει να τα ζητήσει απ' τη μητέρα ζητιανεύει στο δρόμο και κλέβει απ΄την αδερφή του. Πάντως προσωπικά δεν ξετρελάθηκα.

1998 Élodie Bouchez, Natacha Régnier. La Vie rêvée des anges του Erick Zonca. Η Ιζά γυρίζει στη Γαλλία με ένα σακίδιο στην πλάτη, κι όποτε δεν έχει δουλειά, φτιάχνει κάρτες και τις πουλάει για φιλανθρωπικούς σκοπούς (και καλά). Στη Λιλ πιάνει δουλειά σε ένα υφαντουργείο κι εκεί γνωρίζει τη Μαρί, μια συνομήλικη της, που δέχεται να τη φιλοξενήσει στο σπίτι της. Οι δυο κοπέλες έχουν πολλά κοινά, είναι κι οι δυο απένταρες, αυθάδεις κι έχουν μια τάση να αδιαφορούν για τους κανόνες της καθώς πρέπει ζωής. Όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, κι αυτό φαίνεται από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Η Ιζά αντιμετωπίζει τη ζωή με αισιοδοξία και μερικές φορές μοιάζει αφελής και ρομαντική, όμως στο βάθος κάνει τη ζωή που η ίδια έχει επιλέξει και είναι ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Η Μαρί είναι κυνική και μονίμως τσαντισμένη, θα έλεγα ότι είναι πιο κοντά στο είδος της καταραμένης κινηματογραφικής ηρωίδας που συνεχώς παίρνει λάθος αποφάσεις. Ο χαρακτήρας της Ιζά είναι βασισμένος σε αλήθινό πρόσωπο που γνώρισε ο σκηνοθέτης.
Η Ιζά είναι φυσικά πιο ενδιαφέρουσα για μένα, και όταν είχα δει το Sans toit ni loi της Βαρντά δε μπόρεσα να μη συγκρίνω τις δυο ηρωίδες. Η Ιζά είναι ακριβώς το αντίθετο της Μονά, έχει τα εφόδια να επιζήσει. Είναι από τους λίγους κινηματογραφικούς χαρακτήρες με αντισυμβατική ζωή που δεν λειτουργεί για να φοβίσει «εμάς» τους συμβιβασμένους. Και είναι κι απ' τους πιο ρεαλιστικούς χαρακτήρες.

1999 Émilie Dequenne. Rosetta των αδερφών Dardenne. Η Ροζετά είναι μια άνεργη έφηβη που δεν έχει σχέσεις με τους συνανθρώπους της και που αγωνίζεται να βρει δουλειά για να κρατήσει όσο περισσότερο μπορεί την αξιοπρέπειά της. Ο ορισμός της αξιοπρέπειας είναι βέβαια διαφορετικός για κάθε άνθρωπο. Εμείς την ακολουθούμε να περιφέρεται αγχωμένη και κατσουφιασμένη στους δρόμους της πόλης ή γύρω απ' το «σπίτι» της. Η ταινία αυτή όπως και άλλες (όλες;) των Νταρντέν μας παρουσιάζουν την εξαθλίωση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων στη χώρα του. Στα αρνητικά ότι με πιάνει ναυτία από το πολύ κούνημα της κάμερας. Αν δεν είχε αυτό το κούνημα, ή αν εγώ δεν είχα την ευαισθησία αυτή, θα ήταν απ' τις αγαπημένες μου ταινίες.

1999 Séverine Caneele. L'Humanité του Bruno Dumont. Ένας ντροπαλός αστυνόμος με το όνομα Φαραώ (!) ερευνά την υπόθεση του βιασμού και δολοφονίας ενός εντεκάχρονου κοριτσιού στην επαρχία της βόρειας Γαλλίας. Δεν ενδιαφέρει τόσο το έγκλημα και η διαλεύκανσή του όσο ο αλλόκοτος χαρακτήρας του πρωταγωνιστή και η απειλητική ατμόσφαιρα που υπάρχει σε όλη την ταινία ·ακόμα κι όταν ο ήρωας μας χαϊδεύει ένα γουρούνι νιώθεις ότι κάτι κακό θα συμβεί. Ο Φαραώ είναι εργένης και ζει με τη μητέρα του σε κάτι εργατικές κατοικίες. Η Séverine Caneele είναι η σέξι γειτόνισσα που γουστάρει ο ήρωας, αλλά δεν έχει μεγάλο χρόνο παρουσίας και για πολλοστή φορά δεν καταλαβαίνω γιατί την βράβευσαν και μάλιστα μαζί με την Émilie Dequenne που σηκώνει όλόκληρη ταινία στην πλάτη της.
Με το συμπάθιο, η Caneele εκτός από το να ρεμβάζει και να συνουσιάζεται δεν κάνει και πολλά άλλα πράγματα. Είναι όμως ενδιαφέρον ότι είναι η πρώτη (και μάλλον τελευταία) τροφαντή ηθοποιός που βραβεύεται. Δεν το είχα σκεφτεί πριν, αλλά υπολογίζω ότι ο μέσος όρος βάρους των γυναικών με βραβείο ερμηνείας στις Κάννες είναι γύρω στα 50 κιλά.
Ένα από τα αλλόκοτα στοιχεία της ταινίας είναι ότι ο Φαραώ μοιάζει πολύ εξωτερικά στο φίλο της γυναίκας αυτής. Υπάρχουν 2-3 σκηνές που σοκάρουν, ειδικά όσους δεν είναι συνηθισμένοι στη βία του σινεμά του δημιουργού. Η ταινία είναι ενδιαφέρουσα αλλά προς το τέλος βαρέθηκα λίγο και γενικά ο Ντιμόν δεν είναι το καλύτερό μου.

2000 Björk. Dancer in the Dark του Lars von Trier. Πριν από 11 περίπου χρόνια ήρθα για κάτι εξετάσεις στην Αθήνα αποφασισμένη να δω επιτέλους σινεμά (στην πόλη μου δεν είχαμε). Μ' έπεισαν  με το ζόρι να πάμε στο Χορεύοντας στο Σκοτάδι, παρόλο που είχα διαβάσει μια κριτική (στην ελευθεροτυπία) που περιέγραφε την ταινία σαν σινεφίλ, και τότε από ταινίες έβλεπα μόνο θρίλερ, αστυνομικά, φαντασίας, μυστηρίου κτλ, και βασικά ήθελα πολύ να δω τον Τίγρη και Δράκο. Η παρέα όμως επέμεινε στα αστεράκια του Αθηνοράματος. Πάω λοιπόν στο σινεμά- στην Πλατεία Αμερικής ήταν- με πολύ κακή διάθεση. Εκεί, στα τελευταία λεπτά της ταινίας έκλαψα για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Όταν βγήκα, είχε ένα γεφυράκι (ή μονοπατάκι ήταν;) έξω από τον κινηματογράφο και θυμάμαι ότι όταν το περνούσα, συνειδητοποίησα ότι έχω αλλάξει και δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Και πράγματι από τότε άρχισα να παίρνω στα σοβαρά τον κινηματογράφο, να ψάχνω το όνομα του σκηνοθέτη, κτλ, κι αυτή η ταινία ήταν για πολύ καιρό η αγαπημένη μου, πρέπει να την ξανάδα 2-3 φορές. Εννοείται ότι όταν την επόμενη μέρα είδα τον Τίγρη και Δράκο, μου φάνηκε ψεύτικη, ανούσια και βαρετή ταινία.
Αναρωτιόμουνα αν το Χορεύοντας στο Σκοτάδι θα με συγκινούσε το ίδιο μετά από τόσα χρόνια. Μπεεεε. Κλασσικό ευρωπαϊκό σινεμά του δημιουργού + αφελής αντιαμερικανισμός.
Παρεμπιπτόντως ο ίδιος κινηματογράφος είχε κάθε άνοιξη αφιερώματα όπου μπορούσες να δεις 4 ταινίες με ένα εισιτήριο 5 ευρώ. Την Ονειρεμένη Ζωή και πολλές άλλες ταινίες εκεί τις πρωτοείδα. Αυτές ήταν εποχές. Όχι τώρα που οι προσφορές είναι αν πας μεσημέρι Τετάρτης και φέρεις κι άλλους 10 μαζί σου και δε ξέρω κι εγώ τι άλλο ψυχαναγκαστικό.

Το πιο αξιοπερίεργο σ' αυτή τη δεκάδα είναι ότι οι τελευταίες 7 απ' τις 11 ηρωίδες ανήκουν στην εργατική τάξη και είναι από πολύ φτωχές που με το ζόρι τα βγάζουν πέρα (Ροζέτα, τα κορίτσια της Ονειρεμένης ζωής) μέχρι «τακτοποιημένες» εργάτριες (Μυστικά και ψέματα,Nil by Mouth, L'Humanité κτλ). Αντίθετα οι πρώτες 4 ανήκουν στην ανώτερη τάξη και μάλιστα δυο είναι βασίλισσες! Επίσης οι εργάτριες είναι τσαλακωμένες, ταλαιπωρημένες και πολλές απ' αυτές δύστροπες και αντιπαθητικές. Με λίγα λόγια είναι πιο ρεαλιστικοί και πολύπλοκοι χαρακτήρες. Κι οι ίδιες οι ταινίες είναι βέβαια ρεαλιστικές, πολλές είναι γυρισμένες με κάπως ντοκιμενταρίστικο στιλ.

Έχουμε επίσης 4 (κι αν βάλουμε και τη Σέλμα 5) ηρωίδες χωρίς ερωτικό σύντροφο το οποίο είναι ανήκουστο ρεκόρ!



Τρεις ή τέσσερις δεν είναι οι κύριες πρωταγωνίστριες της ταινίας. 2 πεθαίνουν. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι 36. 
Εδώ να πω ότι κάνω κάτι περίεργο όταν υπολογίζω την ηλικία. Όταν σε μια ταινία έχουν βραβευτεί πάνω από μια ηθοποιοί, βάζω το μέσο όρο την ηλικίας τους και τον προσθέτω στις ηλικίες των υπόλοιπων γυναικών από άλλες χρονιές. Έτσι, αφού τις προσθέσω όλες μαζί, στο τέλος το διαιρώ με το δέκα. Δεν έχει και τρομερή σημασία βέβαια.


Τα μυστικά και Ψέματα είναι η αγαπημένη μου ταινία απ' τις παραπάνω και για μένα πλησιάζει την τελειότητα. Τα Μαθήματα Πιάνου, η Ροζέτα και η Ονειρεμένη Ζωή των Αγγέλων είναι επίσης αγαπημένες. Το Den goda viljan όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο μου αρέσει. Η Τρέλα του Βασιλιά Γεωργίου είναι πολλές φορές διασκεδαστική. Το L'Humanité αν το είχα δει μικρότερη ίσως να με συγκλόνιζε, αλλά τώρα έχω μια ανοσία στο γκροτέσκο. Το σκεφτόμουνα βλέποντας το Bam gua nat τις προάλλες: πιο πολύ με συγκλονίζει μια αποστασιοποιημένη απεικόνιση ρεαλιστικών καθημερινών καταστάσεων παρά ένα κοντινό πλάνο του αιδοίου ενός δολοφονημένου κοριτσιού. Το Nil by Mouth περίμενα να μου αρέσει πιο πολύ και είχα διαβάσει ότι είναι αντίστοιχο του Naked του Μάικ Λι. Δε ξέω γιατί, αλλά δεν άντεξα για πολύ τις ανούσιες κουβέντες των ηρώων ειδικά στην αρχή. Και έχω αλλεργία στις ταινίες κατά της κατάχρησης αλκοόλ/ναρκωτικών. Αλλεργία έχω και στην πρωταγωνίστρια της Βασίλισσας Μαργκό, που ευτυχώς δε βραβεύτηκε για τρίτη φορά, ειδικά όταν παίρνει το χαζολάγνο ύφος της με το στόμα να χάσκει. 



Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Bam gua nat [Night and Day] 2008 του Hong Sang-Soo

Ένας Κορεάτης ζωγράφος μετά από ασήμαντη ανάμειξη του σε ...κάπνισμα μαριχουάνας και επειδή φοβάται ότι η αστυνομία θα τον συλλάβει παίρνει το πρώτο αεροπλάνο για το Παρίσι. Αυτά τα όχι και τόσο ηρωικά γεγονότα που οδήγησαν στο ταξίδι του, τα πληροφορούμαστε γραπτά αμέσως μετά τους τίτλους αρχής.
Η ταινία δεν είναι με κανένα τρόπο αφορμή για ξενάγηση στο Παρίσι ή για στοχασμό πάνω στις πολιτισμικές διαφορές. Άλλωστε ο Sung-nam δεν έχει όρεξη να δει αξιοθέατα και περνάει το χρόνο του σε ένα κορεάτικο χόστελ και συναναστρέφεται αποκλειστικά με Κορεάτες. Παρόλο που είναι καλλιτέχνης δεν έχει κανένα από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά των ανθρώπων της τέχνης: ποτέ δε φαίνεται να εμπνέεται από κάτι ούτε έχει βαθιές αναζητήσεις, είναι ένας τυπικός αστός που έχει βρεθεί εκτός τόπου και ανησυχεί για τα λεφτά του που τελειώνουν. Μάλιστα ζητάει απ' τη γυναίκα του να πείσει τη μητέρα του να του παραχωρήσει ένα ποσό για να νοικιάσει σπίτι στο Παρίσι.
Η σημαντικότερη ασχολία του Sung-nam είναι να πολιορκήσει μια νεαρή φοιτήτρια, Κορεάτισσα βέβαια, που γνωρίζει μέσω γνωστών. Εξάλλου οι Κορεάτες στο Παρίσι είναι τόσο λίγοι που γνωρίζονται μεταξύ τους. Αλλά ακόμα και στις ερωτικές του περιπέτειες ο πρωταγωνιστής δεν έχει τίποτα από την αίγλη των ερωτευμένων. Είναι άτσαλος, ακόμα και γκαφατζής ορισμένες φορές. Και οι γυναίκες που συναντάει είναι καθημερινές, πεζές κοπέλες χωρίς κάτι ιδιαίτερο στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους. Αντί για το θαύμα του έρωτα ασχολούνται με κουτσομπολιό, με τις σπουδές τους, ή με τη συγκάτοικο που τις έχει τσαντίσει. Όλη η ταινία ουσιαστικά απομυθοποιεί το κλισέ του έρωτα και της μποέμικης ζωής στο Παρίσι.
Εκτός από τις διάφορες περιπέτειες του Sung-nam βλέπουμε και σκηνές από τους δρόμους του Παρισιού που είναι γυρισμένες σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Κι εδώ έχουμε συνήθως πεζές καταστάσεις αν και μερικές φορές κρύβεται μέσα τους ποίηση, όπως όταν δυο μέλη κινηματογραφικού συνεργείου ανακαλύπτουν ένα πουλάκι στο δρόμο.

Ο Hong Sang-Soo είναι διάσημος μεταξύ των αβανγκαρντιστών σκηνοθετών και το έργο του έχει βρει θαυμαστές σ' όλον το κόσμο. Αυτή είναι η πρώτη του ταινία που βλέπω κι ενώ προφανώς δε συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό, δε βαρέθηκα ούτε στιγμή τις δυόμιση ώρες που κρατάει η ταινία.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Gone with the Wind (1939)

Παρόλο που δεν το συνηθίζω, σήμερα θα γράψω για μια απ' τις πιο δημοφιλείς ταινίες όλων των εποχών, το θρυλικό «Όσα παίρνει ο άνεμος». Κι αυτό γιατί μερικές σκηνές είναι απλά υπέροχες, η φωτογραφία, τα χρώματα είναι τέλεια, είναι από τα καλύτερα που έχω δει ποτέ σε ταινίες. (Ήταν βέβαια και το ριπ πολύ καλό). Δεν έχω δει βέβαια πολλές ταινίες αυτής της εποχής και δε ξέρω πως έβαλαν το χρώμα στο υποθέτω ασπρόμαυρο φιλμ, είναι όμως τόσο μαγικό που μοιάζει ζωγραφισμένο στο χέρι.
Σκοπός της ταινίας είναι να παρουσιάσει το χαμένο παράδεισο του Αμερικανικού Νότου λίγο πριν από τον εμφύλιο και την παρακμή (οικονομική και ηθική) που ακολούθησε μετά την ήττα στον πόλεμο. Ο Νότος μοιάζει πράγματι κομμάτι ενός παραμυθιού, δεν είναι μόνο τα χρώματα, τα τοπία, οι τουαλέτες των δεσποινίδων, είναι και το σενάριο που θέλει όλους τους νότιους ευγενείς κι ανέμελους, και οι ερμηνείες των ηθοποιών που είναι πολύ ψεύτικες, θεατρινίστικες και δίνουν στην ταινία μια «ελαφρότητα». Οι χαρακτήρες από την εγωίστρια Σκάρλετ μέχρι τον τελευταίο καθυστερημένο σκλάβο είναι όλοι σχηματικοί, κι αν έχει διαβάσει κανείς λογοτεχνία του 19ου αιώνα -το βιβλίο βέβαια γράφτηκε τον 20ο-, τους έχει συναντήσει άπειρες φορές, κι αυτούς και τα προβλήματά τους. Υπάρχει η αγνή παρθένα που γίνεται αγνή σύζυγος, ο γοητευτικός ξένος, η καλλονή που κάνει θραύση στα σαλόνια, αλλά θέλει να ξεφύγει απ' τα στενά όρια της γυναικείας ζωής, η πιστή υπηρέτρια, οι κουτσομπόλες καθωσπρέπει θείτσες, οι γάμοι που φέρνουν χρήμα, η τιμωρία της ηρωίδας που διαπράττει ύβρι με τη (σεξουαλική) της συμπεριφορά. Δε λείπουν και τα μεγάλα λόγια και οι θυσίες για έναν ανώτερο σκοπό που είναι βασικά χαρακτηριστικά του αμερικάνικου κινηματογράφου. Με λίγα λόγια το σενάριο είναι παιδαριώδες, εφάμιλλο της χειρότερης σαπουνόπερας. Όσο για την ερμηνεία της Λι, παραείναι ψεύτικη και υστερική και θυμίζει τη Βουγιουκλάκη. Άλλοι ηθοποιοί όπως η de Havilland είναι πιο ψύχραιμοι.
Όλα αυτά τα μειονεκτήματα, στην πραγματικότητα δε με ενόχλησαν ιδιαίτερα, η έλλειψη ρεαλισμού μάλλον πρόσθεσε στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας παραμυθιού, και τις πρώτες δυο με δυόμιση ώρες έβλεπα να περνάν από μπροστά μου οι πανέμορφες εικόνες χωρίς να με απασχολεί η γελοιότητα και η αντιδραστικότητα του σεναρίου. Προς το τέλος όμως ή τα χρώματα έχασαν τη ζωηράδα τους ή η υπόθεση παρατράβηξε σε διάρκεια κι άρχισε να επαναλαμβάνεται ή τέλος πάντων βαρέθηκα τον χρωματιστό αυτόν κόσμο κι άρχισα να χάνω την υπομονή μου. Δηλαδή άρχισε να μου τη δίνει η κενότητα των χαρακτήρων που δε με ενδιέφεραν καθόλου, και δε μπορούσα να μην προσέξω τις αδυναμίες του σεναρίου.
Συνολικά από τα πιο ενοχλητικά στοιχεία που δυσκολεύομαι να τα συγχωρέσω είναι η απεικόνιση των σχέσεων των σκλάβων με τα αφεντικά τους που είναι πολύ γλυκερή. Όλοι ανεξαιρέτως οι μαύροι είναι ηλίθιοι, δουλοπρεπείς και λατρεύουν τα αφεντικά τους, πολλοί μάλιστα παρελαύνουν με περηφάνια προς το μέτωπο για να σώσουν τους άσπρους αφέντες. Δε θα έχανε τίποτα η ταινία που έτσι κι αλλιώς επικεντρώνεται στα ερωτικά της Σκάρλετ, αν έδειχνε έστω κι ελάχιστα την άλλη πλευρά. Διάολε δε λέω ότι δεν υπήρχαν μαύροι που επέλεξαν να πεθάνουν για να μη χάσουν τα λατρεμένα τους αφεντικά το δικαίωμα να πουλάν τη μαύρη οικογένειά τους όποτε γουστάρουν, αλλά αυτή την κατάσταση κατάπτωσης του χόμο σάπιενς σε επίπεδο ελεεινότερο του σκύλου δε θα την άφηνα ποτέ ασχολίαστη, πόσο μάλλον θα την εκθείαζα.
Το άλλο που με μπερδεύει ακόμα περισσότερο είναι ότι -ΣΠΟΙΛΕΡ- η Σκάρλετ ερωτεύεται το σύζυγό της μόνο αφού αυτός την ...βιάσει. Οκ, έχουμε υλικό σαπουνόπερας, και οι σκληροί άντρες που υποτάσσουν σκληρές γυναίκες είναι απ' τα μεγαλύτερα κλισέ της (παλιότερης) λογοτεχνίας, αλλά εδώ νομίζω ότι ξέφυγε λίγο.
Αλλά να ξαναγυρίσω σ' αυτά που μου άρεσαν περισσότερο: οι σκηνές μέσα από κλειστό χώρο όπου φαίνεται η θέα απ' το παράθυρο, οι σιλουέτες των ανθρώπων με φόντο τον ουρανό, και η παράξενη αυτή η σκηνή όπου η Σκάρλετ ξεφεύγει απ' το δωμάτιο όπου 10-20 δεσποινίδες κοιμούνται στο σπίτι του οικοδεσπότη τους, αραδιασμένες σε κρεβάτια, στρώματα και καναπέδες, ντυμένες με τα εσώρουχα της εποχής, ενώ μικρές σκλάβες τους κάνουν αέρα μ' ένα φτερό.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Φεστιβάλ Καννών: Βραβεία Γυναικείας Ερμηνείας 1984-1991

Φτάσαμε και στην επόμενη δεκάδα. Αυτή τη φορά το 85 και το 86 βραβεύτηκαν από δυο ταινίες, ενώ το 88 βραβεύτηκαν τρεις ηθοποιοί από μια ταινία.
Τρεις απ΄τις παρακάτω ταινίες τις είχα ξαναδεί. Όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερες είναι οι ταινίες που έχω δει παλιότερα, όμως τα γούστα αλλάζουν, και δεν έχω πάντα την ίδια άποψη με τότε που πρωτοείδα ένα έργο..

1984 Helen Mirren. Cal του Pat O'Connor. Ένας νεαρός (τρομοκράτη να τον πώ;) του ΙΡΑ νιώθει ενοχές για τις δολοφονίες στις οποίες συμμετέχει και θέλει να τα παρατήσει. Παρατηρούμε την καθημερινότητά του, τι τραβάνε οι καθολικοί απ΄τους προτεστάντες και τον έρωτά του για μια γυναίκα απ΄ το αντίπαλο στρατόπεδο. Η Μίρεν είναι αυτή η γυναίκα, αλλά δεν παίζει πολύ και δεν έχει κάτι ιδιαίτερο η ερμηνεία της. Η ταινία αν και είναι αξιοπρεπής, έχει πολλά στοιχεία μελό.


1985 Norma Aleandro. La Historia oficial του Luis Puenzo. Μια συντηρητική καθηγήτρια ιστορίας αρχίζει να υποπτεύεται ότι η υιοθετημένη κόρη της είναι ένα απ΄τα παιδιά των desaparecidos, των ανθρώπων που «εξαφανίστηκαν» κατά διάρκεια της χούντας στην Αργεντινή (1976-83). Το παιδάκι είναι πολύ χαριτωμένο έτσι ώστε να νιώθουμε το δίλημμα της μητέρας που αν ερευνήσει την αλήθεια μπορεί να αναγκαστεί να το χάσει. Νομίζω όμως ότι η προσωπική ιστορία είναι αφορμή για να ακουστεί η αλήθεια το 85, όταν οι μνήμες απ΄τη δικτατορία ήταν ακόμα νωπές. Παρόλα αυτά η ταινία είναι καλή χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, και η πρωταγωνίστρια παίζει επίσης καλά. Είναι βέβαια λίγο στρατευμένη αλλά αυτό δε με ενόχλησε ιδιαίτερα. Η Αλεάντρο είναι και η πρώτη ηθοποιός εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ που βραβεύεται.

1985 Cher. Mask του Peter Bogdanovich. Η βασισμένη σε αληθινά πρόσωπα ιστορία ενός παιδιού που πάσχει από μια σπάνια αρρώστια που του 'χει παραμορφώσει το πρόσωπό, και της μηχανόβιας μητέρας του. Η ιστορία αυτή πάντως δεν παρουσιάζεται τραγικά αφού ο Ρόκυ και οι φίλοι ξέρουν να απολαμβάνουν τη ζωή τους και ουσιαστικά είναι συμφιλιωμένοι με την ιδέα και της αρρώστιας και του θανάτου. Ο Ρόκυ της «Μάσκας» είναι ένα τέλειο υπεύθυνο και πανέξυπνο παιδί, είναι πάντα έτοιμος να απαντήσει σε όσους τον κοροϊδεύουν για το αποκρουστικό του πρόσωπο, και γρήγορα γίνεται δημοφιλής παντού. Γενικότερα το σενάριο έχει μερικές υπερβολές και λίγο παραπάνω συναισθηματισμό, και οι ερμηνείες δεν είναι τόσο ιδιαίτερες.

1986 Barbara Sukowa. Rosa Luxemburg της Margarethe von Trotta. Όπως δηλώνει κι ο τίτλος πρόκειται για τη βιογραφία της Ροζας Λούξεμπουργκ, και είναι και η πρώτη ταινία της κατηγορίας που έχει σκηνοθετηθεί από γυναίκα. Χμ, νομίζω ότι η ζωή και το έργο της Λούξεμπουργκ δε χωράνε σε μια δίωρη ταινία. Όσοι δε ξέρουν για τα γεγονότα της εποχής θα χαθούν μέσα σε ένα πλήθος προσωπικοτήτων που μας συστήνονται, λένε την ατάκα τους και μετά χάνονται μέσα σε πολέμους, επαναστάσεις, φυλακές. Για όσους ξέρουν τα βασικά, η ταινία είναι μια απλουστευμένη και αποσπασματική απεικόνιση της κατάστασης, και δεν προσφέρει κάτι άλλο εκτός απ' την παράθεση των γεγονότων. Η Ζούκοβα πάλι δε μοιάζει καθόλου με τη Ρόζα και είναι και πολύ νέα κι αυτό δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Και κάτι άλλο που με ενόχλησε είναι ότι ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ μοιάζουν στο τέλος με ανίσχυρα γεροντάκια. Δε λέω ότι είναι κακή η ταινία, απλά εγώ θα ήθελα πιο ζωντανή σκηνοθεσία, πιο δεμένο σενάριο, και λιγότερες αναγνώσεις γραμμάτων, ομιλιών και άρθρων.

1986 Fernanda Torres. Eu Sei Que Vou Te Amar του Arnaldo Jabor. Πειραματική ταινία όπου ένα ζευγάρι ευκατάστατων Βραζιλιάνων συναντιέται στο σπίτι του άντρα τρεις μήνες μετά το χωρισμό τους για να συζητήσουν για τον έρωτα τους , τη φιλοσοφία του έρωτα, τη βραζιλιάνικη κοινωνία, τα σεξουαλικά ταμπού κτλ. Λίγο ξεπερασμένα τα βρήκα όλα αυτά, αλλά όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ταινίες κι ακόμα περισσότερο με τις πειραματικές μπορεί απλά να μην έπιασα το νόημά της. Παίζουν μόνο τα δυο αυτά άτομα.

1987 Barbara Hershey. Shy People του Andrei Konchalovsky. Δυο νεοϋορκέζες μάνα και κόρη πηγαίνουν στη Λουϊζιάνα για να γνωρίσουν τους μακρινούς τους συγγενείς, οι οποίοι είναι εντελώς καθυστερημένοι. Κουμάντο κάνει η αυταρχική μάνα (Hershey) που έχει κλειδωμένο τον ένα γιο (δεν κατάλαβα γιατί), ένας άλλος είναι διανοητικά καθυστερημένος, ακόμα ένας την υπακούει τυφλά, κι ο μεγαλύτερος έχει φύγει στην πόλη κι έχει ανοίξει ένα κωλόμπαρο. Η γυναίκα αυτή λατρεύει εκτός απ' το θεό και τη μνήμη του πεθαμένου άντρα της που την είχε παντρευτεί όταν αυτή ήταν δώδεκα χρονών. Ακολουθεί σύγκρουση πολιτισμών, αποκαλύπτονται οικογενειακά μυστικά και τελικά όπως συνηθίζεται σ' αυτές οι ταινίες, οι δυο πλευρές συμφιλιώνονται, η κάθε μια μαθαίνει κάτι απ΄την άλλη και παίρνουν σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή τους. Μπλιαξ

1988 Barbara Hershey, Jodhi May, Linda Mvusi. A World Apart του Chris Menges. Αυτή η ταινία βασίζεται στη ζωή της Ruth First, μιας λευκής Νοτιοαφρικάνας που αγωνίστηκε εναντίον του απαρτχάιντ. Εκτός από τον αγώνα της βλέπουμε τη σχέση της με τις κόρες της και κυρίως με την μεγαλύτερη τη Μόλλυ (Jodhi May), η οποία υποφέρει από την απουσία της μητέρας της. Το σενάριο μάλιστα το έχει γράψει μια από τις κόρες της Ruth First, η Shawn Slovo. Βασικά είναι αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, δεν καταφεύγει ποτέ σε συναισθηματισμούς, και πετυχαίνει να προκαλέσει μίσος για το απαρτχάιντ. Η Linda Mvusi είναι στην πραγματικότητα αρχιτέκτονας, αλλά σ'αυτήν την ταινία παίζει το ρόλο της υπηρέτριας στην ευκατάστατη λευκή οικογένεια. Αυτό δε θέλω να το σχολιάσω.

1989 Meryl Streep. Evil Angels [A Cry in the Dark] του Fred Schepisi. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την κοινωνία της Αυστραλίας. Ένα ζευγάρι Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας πάει για κάμπινγκ όπου κάτι απρόοπτο συμβαίνει: χάνουν το μωρό τους. Ένα ντίγκο το πήρε λέει η μητέρα. Σιγά σιγά όμως αρχίζουν να δημιουργούνται υποψίες μήπως η ίδια το σκότωσε. Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη λύση του μυστηρίου, αλλά για τη λειτουργεία των ΜΜΕ και την επιρροή τους στη ζωή των ανθρώπων ακόμα και στη δικαιοσύνη. Πράγματα που δε λέγονται επίσημα όπως η «αίρεση» στην οποία ανήκει το ζευγάρι παίζουν ρόλο στην κρίση των ανθρώπων αλλά και των δικαστών. Η Μέριλ Στριπ παίζει πολύ καλά την ψύχραιμη και όχι πάντα συμπαθητική κυρία Τσαμπερλεν που γίνεται θύμα του τύπου.

1990 Krystyna Janda. Przesłuchanie του Ryszard Bugajski. Μια τραγουδίστρια συλλαμβάνεται στην Πολωνία των αρχών της δεκαετίας του 50 με κάπως ανορθόδοξο τρόπο από τη μυστική αστυνομία, παρόλο που η ίδια δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με την πολιτική. Έτσι αρχίζουν οι πολλές ανακρίσεις -το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αποτελείται από τις ανακρίσεις αυτές που μερικές φορές θα λέγαμε ότι γίνονται με απάνθρωπες μεθόδους. Η Τόνια αρχικά είναι μια ανεύθυνη γυναίκα που δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς της συμβαίνει, σιγά σιγά όμως γίνεται πιο ώριμη και αποκτά κατά κάποιο τρόπο πολιτική συνείδηση. Το κακό σ' αυτήν την ταινία είναι ότι κάποιες σκηνές -ευτυχώς λίγες- αγγίζουν τα όρια σαδομαζοχιστικής τσόντας. Επίσης, αν και βασίζεται σε αληθινή ιστορία, αναρωτιέμαι αν όντως γίνονταν τέτοιες «ανακρίσεις» χωρίς ουσιαστικό λόγο στην Πολωνία έστω τα χρόνια που ζούσε ο Στάλιν. Και έστω ότι γίνονταν-που δε θα με ξάφνιαζε καθόλου, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να δούμε την ιστορία μιας σέξυ τραγουδίστριας που μπλέχτηκε κατά λάθος στα «γρανάζια του σταλινισμού» κι όχι κάποιου ανθρώπου που είχε έστω μικρή ανάμειξη με την πολιτική. Κατά τα άλλα νομίζω ότι είναι καλή ταινία που σίγουρα αξίζει να την δει κανείς. Ανάμεσα στους ηθοποιούς είναι και η Αγκνιέσκα Χόλαντ που παίζει μια αμετανόητη κομμουνίστρια που έχει μπει φυλακή επειδή κατασκόπευε για τους Αμερικάνους ..χωρίς να το ξέρει. Η ταινία γυρίστηκε το 81 ή το 82 αλλά προφανώς για πολύ καιρό απαγορευόταν η προβολή της.

1991 Irène Jacob. La Double vie de Véronique του Krzysztof Kieślowski. Η Βερονίκα και η Βερονίκ είναι δυο κούκλες σε ένα μεταφυσικό κουκλοθέατρο: η πρώτη είναι μια Πολωνέζα τραγουδίστρια και η δεύτερη μια ευκατάστατη Γαλλίδα μουσικός και οι ζωές τους συνδέονται πιθανώς προς όφελος μίας απ' αυτές. Βέβαια δεν είναι η διπλή ζωή το μόνο μεταφυσικό στοιχείο, αλλά δε φτάνει ο χώρος για να γράψω πιο ολοκληρωμένα γι'αυτή την ταινία, έτσι κι αλλιώς το 'χουν κάνει τόσοι πολλοί· μόνο για τη Βερονίκ να πω ότι είναι κάπως παθητικός τύπος ,έρμαιο της «μοίρας» της, παίρνει ελάχιστες πρωτοβουλίες. Αν αυτό έχει σχέση με την ιδιότητά της ως μαριονέτα ή είναι απλά θέμα χαρακτήρα δεν το ξέρω, αλλά κάποιες στιγμές γίνεται ενοχλητικό.

Μεγάλες αλλαγές συμβαίνουν σ' αυτή τη δεκάδα :-) Πρώτον έχουμε ταινίες από πολλές ηπείρους, δυο από Λατινική Αμερική, μια από Αφρική, μια από Αυστραλία. Το πιο χαρακτηριστικό είναι όμως ότι έχουμε ξαφνικά πολιτικές ταινίες: ένοπλος αγώνας των Ιρλανδών, απαρτχάιντ, κομμουνισμός, δικτατορία στην Αργεντινή. Ακόμα και το «A Cry in the Dark» έχει μια πολιτική διάσταση αφού αναφέρεται στη δύναμη του τύπου και στις προκαταλήψεις μιας υποτίθεται μοντέρνας κοινωνίας. Σε πολλές ταινίες είδα ανακρίσεις, φυλακές και δίκες. Ουφ, ευτυχώς λιγοστεύουν οι ταινίες με ευκατάστατες μελαγχολικές νοικοκυρές που βαριούνται τη ζωή τους και ψάχνουν τον έρωτα ή δε ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Ένα άλλο θέμα είναι η μητρότητα που εξερευνάται όχι μόνο το 85 και με τις δυο αυτές ταινίες, αλλά και στο A World Apart, το Shy People και το Cry in the Dark. Μάλιστα στο τελευταίο υπάρχει θέμα με το αν η ηρωίδα είναι σωστή μητέρα καθώς ο τρόπος που χειρίζεται το χαμό της κόρης της δεν ταιριάζει και τόσο με τις αντιλήψεις της κοινής γνώμης. Έχουμε επίσης και πέντε ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα.

Περισσότερο μου άρεσαν η  Historia oficial, το Cry in the Dark , ίσως το  Przesłuchanie  και η διπλή Ζωή της Βερόνικας, αν και για το τελευταίο πρέπει να πω ότι προτιμώ τις πολωνικές ταινίες του Κισλόφσκι στον οποίο έχω (ή είχα) αδυναμία.

Δυο ηρωίδες πεθαίνουν κι ο μέσος όρος ηλικίας είναι 35 (για την Κριστίνα Γιάντα έβαλα ηλικία 30 όταν περίπου γυρίστηκε η ταινία). Περιέργως μόνο 4 εμφανίζονται γυμνές και τουλάχιστον 4 καπνίζουν. Όλες έχουν παιδιά εκτός από δυο + τη μικρή κόρη στο A World Apart. Αυτά δε μάζεψα πολλά στατιστικά αυτή τη φορά.