Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Madeinusa (2006) της Claudia Llosa



Η Μαδεϊνούσα είναι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, που ζει με τον πατέρα της και την αδερφή της σε ένα απομακρυσμένο χωριό των Άνδεων στο Περού. Έχει ένα κουτάκι όπου κρατάει τους "θησαυρούς" της και ο πολυτιμότερος θησαυρός είναι τα σκουλαρίκια που άφησε η μαμά της πριν φύγει για τη Λίμα. Όμως εδώ τελειώνουν τα φυσιολογικά στοιχεία της διεστραμμένης αυτής ταινίας. Στο χωριό υπάρχει η πεποίθηση ότι τη μέρα ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, ο Θεός είναι νεκρός και δε βλέπει τις αμαρτίες τους. Έτσι σύμφωνα με το έθιμο, γίνονται διάφορες αμαρτίες (που συνήθως είναι ελεγχόμενες). Ο πατέρας της Μαδεϊνούσας που είναι και δήμαρχος, σκοπεύει να κοιμηθεί με την παρθένα κόρη του, και το χωριό που το ξέρει δε φαίνεται να βρίσκει κάτι κακό στην επιθυμία του αυτή. Όμως φτάνει τυχαία ένας γκρινγκο, ο Σαλβαδόρ και ξυπνά το πάθος στο κορίτσι, πάθος όχι ερωτικό, αλλά επιθυμία να φύγει μαζί του στην πρωτεύουσα. Έτσι προσπαθεί να τον γοητεύσει και να τον πείσει να την πάρει μαζί του, πριν όμως την Ανάσταση του Κυρίου, οπότε μια τέτοια αμαρτία -να εγκαταλείψεις το σπίτι σου με έναν ξένο- είναι απαγορευμένη. Η υπόθεση είναι αρκετά διεστραμμένη και θυμίζει τον Κυνόδοντα με την έννοια οτι νιώθεις οτι βρίσκεσαι σε ένα άρρωστο και ενοχλητικό περιβάλλον, το οποίο όμως βιώνεται ως φυσιολογικό από τους πρωταγωνιστές, κι απ' όπου δεν υπάρχει διαφυγή. Εκτός από τη βασική ιστορία υπάρχουν μικρές λεπτομέρειες που κάνουν αυτό το νοσηρό μικρόκοσμο ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπως ο κύριος που γυρίζει το χειροκίνητο "ρολόι" που θα σημάνει τη λήξη του Θανάτου του θεού. Εμένα πάντως αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι αυτές οι λεπτομέρειες και η φυσικότητα με την οποία παρουσιάζονται αλλόκοτα γεγονότα. Και μόνο ο Σαλβαδόρ φαίνεται να συμμερίζεται την απορία μας για όσα βλέπει γύρω του.
Υπάρχει κάτι στην ταινία που δεν κατάλαβα, κι αυτό είναι ο ρόλος του "ξένου" και γενικότερα του δυτικού πολιτισμού. Πολλοί "ιθαγενείς" ονειρεύονται να φύγουν στη μεγάλη πόλη ή να αποκτήσουν τα αγαθά του πολιτισμού όπως τα κόκκινα παπούτσια που επιθυμεί η αδερφή της Μαδεϊνούσας. Και μόνο ο τίτλος της ταινίας και το όνομα της πρωταγωνίστριας δείχνουν ότι αυτή η μανία με τη Δύση είναι κεντρικό θέμα. Όμως δεν καταλαβαίνω που δένει όλο αυτό, με το σκοτεινό παραμύθι που βρίσκεται στο κέντρο της υπόθεσης. Δύσκολα θα πίστευα ότι η ταινία είναι αλληγορία για τη συμπεριφορά των άγριων όταν οι πολιτισμένοι τους έχουν εγκαταλείψει ή τέλος πάντων τους εκμεταλλεύονται.
Επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί μερικοί θεώρησαν οτι πρόκειται για πραγματικό έθιμο των Άνδεων. Είναι τόσο πραγματικό όσο και το ελληνικό έθιμο να κλείνεις τα παιδιά σου στο σπίτι και να τους απαγορεύσεις την επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι να τους πέσει ο κυνόδοντας.
Όπως και να χει, η Μαδεϊνούσα με την παραπλανητικά γλυκιά φωνή είναι από τις αγαπημένες μου ηρωίδες.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Altiplano (2009) των Peter Brosens, Jessica Hope Woodworth


Μια Βελγίδα φωτορεπόρτερ ιρανικής καταγωγής παρατάει τη δουλεία της όταν αναγκάζεται να φωτογραφίσει συνάδελφό της την ώρα της εκτέλεσής του. Ο σύζυγός της είναι οφθαλμίατρος στις Άνδεις, όπου μάλλον εργάζεται εθελοντικά. Τέλος μια ιθαγενής ετοιμάζεται να παντρευτεί- άλλωστε τί άλλα ενδιαφέροντα να έχουν οι ινδιάνοι. Όλα ανατρέπονται από τα απόβλητα υδραργύρου που προέρχονται από ένα ορυχείο. Μέχρι τα μισά περίπου, η ταινία κυλάει όπως θα περίμενε κανείς σε τέτοιες διεθνείς παραγωγές με παράλληλες ιστορίες. Αλλά από τη μέση και μετά γίνεται περισσότερο ένα βίντεο κλιπ, με εικόνες διαδηλώσεων, μανιφέστα υπέρ της μητέρας φύσης και ονειρικά/μαγικά φαινόμενα.
Έμφαση δίνεται σε φολκλορικά στοιχεία, στα έθιμα του λαού και στην υποτιθέμενη αρμονία τους με τη φύση, στο συγκρητισμό που υπάρχει στην περιοχή με μια θρησκεία ανάμεσα στο χριστιανισμό και τον παγανισμό. Το θέμα της συμβίωσης των πολιτισμών γίνεται ακόμα πιο έντονο από την παρουσία άλλων εξωτικών στοιχείων όπως η μάλλον μουσουλμάνα ιρανή δημοσιογράφος, ο βελγικός κατεστραμμένος ναός και ο πόλεμος του Ιράκ. Ακούγονται πολλές γλώσσες, κέτσουα, ισπανικά περσικά, γαλλικά, αγγλικά, αν δε ξέχασα κάποια άλλη.
Είναι ακόμα μια ταινία που την έψαχνα καιρό, κυρίως για τη Magaly Solier, αλλά κια επειδή η προηγούμενη ταινία των ίδιων σκηνοθετών το Khadak που διαδραματίζεται στη Μογγολία μου άρεσε αρκετά. Όμως εδώ νομίζω ότι παρασύρθηκαν πολύ από το φολκλόρ των Άνδεων και χρησιμοποίησαν πολλά κλισέ, και τελικά όλοι οι χαρακτήρες είναι καρικατούρες. Δε μπορώ να μη συγκρίνω με τη Madeinusa και το "Γάλα της θλίψης" ή όπως αλλιώς το μετάφρασαν της Claudia Llosa, που είναι πολύ πιο σύνθετες ταινίες. Έχει όμως το Altiplano μερικές πολύ όμορφες εικόνες και κάποιες ωραίες σουρεαλιστικές σκηνές. Κρίμα πάντως θα μπορούσε να γίνει αρκετά καλύτερο.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

5 ισραηλινές ταινίες για τους ορθόδοξους ή μάλλον υπερορθόδοξους εβραίους

Αυτό το ποστ αφιερώνεται σε όσους νιώθουν μια ανεξήγητη έλξη προς τους «υπερορθόδοξους» εβραίους , ή αλλιώς Χαρεντίμ, αυτούς με τις μπούκλες και τα παράξενα μαύρα ρούχα. Είναι ενδιαφέρον ότι στις περισσότερες φορές που εμφανίζονται στον κινηματογράφο, οι ταινίες επικεντρώνονται στη σεξουαλική τους καταπίεση και γενικά στις ερωτικές σχέσεις τους.


Στο Kadosh (1999) του Amos Gitai, η κοινότητα αναγκάζει ένα άτεκνο αλλά αγαπημένο ζευγάρι να χωρίσει, έτσι ώστε ο άντρας να παντρευτεί μια άλλη γόνιμη γυναίκα. Παράλληλα η αδελφή της πρώτης συζύγου αναγκάζεται να παντρευτεί έναν άντρα που δεν αγαπά. Αυτή ταινία δέχτηκε πολλή κριτική, γιατί έχει πολλές ανακρίβειες, και κυρίως ότι οι ορθόδοξες κοινότητες δεν ενθαρρύνουν το διαζύγιο για λόγους ατεκνίας! Θυμάμαι από την ταινία χαρακτηριστικά μια γραφική σκηνή που περιγράφει την πρώτη νύχτα γάμου της αδερφής με τον άντρα που αναγκάζεται τελικά να παντρευτεί. Ο Γκιται δε μου αρέσει πολύ, χρησιμοποιεί συνέχεια υπερβολές και ανακρίβειες για να εντυπωσιάσει, έτσι κι αυτή η ταινία δε με ενθουσίασε

Το Ushpizin (2004) φτιάχτηκε με πρωτοβουλία ορθόδοξων, σε απάντηση στο Kadosh , και η είναι η μοναδική ταινία που έχω δει που εξηγεί τα πράγματα από την οπτική γωνία αυτών των ανθρώπων. Ένα φτωχό ζευγάρι, και αυτοί άτεκνοι, δέχονται την επίσκεψη δυο κακοποιών από το εγκληματικό παρελθόν του συζύγου. Η επίσκεψη αυτή γίνεται στη διάρκεια της γιορτής Σουκότ, στην οποία ο κόσμος ζει σε «σκηνές» (ξύλινες καλύβες) που στήνουν έξω από το σπίτι και όπου όλοι οι επισκέπτες είναι επιθυμητοί και ευλογημένοι. Παρόλο που οι συγκεκριμένοι επισκέπτες είναι αγενείς και προφανέστατα άπιστοι, το ζευγάρι τους φέρεται εγκάρδια. Ίσως να έχουν σταλθεί από το θεό για να αποδειχτεί η πίστη τους. Μέσα από τη φτώχεια, την επιθυμία τους για τεκνοποίηση, αλλά και τις κωμικές στιγμές με τους απατεώνες, φαίνεται η αγάπη μεταξύ των δυο συζύγων και ο «έρωτας» για το θεό. Στο τέλος ο θεός εισακούει τις προσευχές τους και τους χαρίζει ένα γιο. Ο Shuli Rand, ο σεναριογράφος και πρωταγωνιστής του Ushpizin, είχε μια παράλληλη πορεία με τον ήρωα που υποδύεται, είχε απομακρυνθεί από την ενάρετη ζωή, και έγινε ορθόδοξος σε μεγαλύτερη ηλικία. Το ρόλο της γυναίκας του παίζει η πραγματική γυναίκα του Rand, και γενικά έγινε προσπάθεια να τηρηθούν οι αρχές της πίστης τους. Παρά το κάπως περίεργο σενάριο, είναι μια καλή ταινία, χωρίς πολλούς μελοδραματισμούς ή δογματισμούς, με αρκετό χιούμορ, και με του δυο συζύγους να παίζουν πολύ καλά.

Ha-Sodot [The Secrets] (2007) του Avi Nesher. Τα μυστικά είναι μια διεθνής συμπαραγωγή όπου εμφανίζονται τρεις νέες όμορφες και διάσημες ισραηλινές ηθοποιοί, αλλά και Fanny Ardant σε έναν ρόλο που βασικά δεν ήταν αναγκαίος. Το θέμα είναι οι θεολογικές και μυστικιστικές ανησυχίες δυο ορθόδοξων νέων γυναικών που φτάνουν στη Τσφατ, το κέντρο της Καμπαλά στο Ισραήλ, όπου όμως εκτός απο μυστικιστές συγκεντρώνονται και καλλιτέχνες αλλά και κάθε είδους τουρίστες. Εκεί γράφονται σε μια σχολή θεολογίας για γυναίκες, που είναι κάτι πρωτοποριακό, γιατί οι γυναίκες αποτρέπονταν παραδοσιακά από την μελέτη των ιερών κειμένων. Μετά από διάφορες περιπέτειες, οι δυο νέες που στην αρχή δεν είχαν πολλά κοινά, γίνονται φίλες και ανακαλύπτουν ότι νοιώθουν η μια για την άλλη μια άλλου είδους έλξη- ερωτική. Παρόλο που το θέμα είναι ενδιαφέρον, η ταινία εκτός από την περιήγηση στα ειδυλλιακά σοκάκια της Τσφατ, και τα όμορφα ενίοτε γυμνά σώματα των κοριτσιών, δε προχωράει περισσότερο, ούτε στο μυστικισμό, αλλά ούτε και στο χαρακτήρα και τη σχέση των πρωταγωνιστριών. Περισσότερο μοιάζει με αμερικανική εφηβική ταινία σε ορθόδοξο φόντο.

Hofshat Kaits [My Father, My lord] (2007) του David Volach. Είναι μια πολύ ευαίσθητη και χαμηλών τόνων ταινία, όπου ένα αγοράκι, γιος ορθόδοξου ραβίνου, αρχίζει να αναρωτιέται για τον κόσμο. Ο πατέρας του έχει έτοιμες απαντήσεις για τις περισσότερες ερωτήσεις του γιου του, και για ότι δεν είναι σίγουρος ψάχνει να βρει τη λύση μέσα στην Τορά: για την Τορά φτιάχτηκε ο κόσμος ολόκληρος, κι ο θεός απ' όλα τα πλάσματά του ενδιαφέρεται μόνο για τον άνθρωπο και συγκεκριμένα τον πιστό εβραίο. Όμως πόσο δικαίωμα έχει κανείς να εξηγεί το Θεό σύμφωνα με τα δικά του μέτρα; Και πόσο βοηθάει η θρησκεία όταν βρίσκεσαι απέναντι στο κενό του θανάτου; Ο σκηνοθέτης, πρώην ορθόδοξος και άθεος πλέον, σχολιάζει τη στείρα εκπαίδευση των παιδιών σε μια τέτοια συντηρητική κοινωνία, αλλά κι αυτούς που δίνουν σημασία σε «σπουδαία» πράγματα, και όμως έχουν χάσει την επικοινωνία με το θεό/το μυστήριο της ζωής. Η ταινία δε δίνει απαντήσεις, και παρόλο που τα θέματα που θίγει δεν είναι πρωτότυπα -μάλιστα υπάρχουν έντονη ομοιότητα με την πρώτη εντολή του Δεκαλόγου του Κισλόφσκι- έχει μια ευαισθησία και ένα λυρισμό που με συγκίνησαν.


Το Einayim Petukhoth [Eyes Wide Open ](2009) του Haim Tabakman που διαγωνίστηκε και στο Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες περιγράφει την ακατανίκητη έλξη που νιώθει ένας ευυπόληπτος μεσήλικας χασάπης για ένα ύποπτο νεαρό που λέει ότι θέλει να γραφτεί σε μια γιεσιβά, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον κυνηγάει έναν πρώην φίλο του. Ο χασάπης, που είναι βαθιά θρησκευόμενος, αγωνίζεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και στην κοινωνία που γίνεται εχθρική όταν μαθαίνεται η παράνομη σχέση του. Η ταινία έχει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία και ο σκηνοθέτης είπε ότι προσπάθησε να μην παρουσιάσει μια διαστρεβλωτική εικόνα για την κοινότητα των υπερορθόδοξων. Προσωπικά μου άρεσε πολύ.

Αυτές οι πέντε ταινίες έχουν γυριστεί στο Ισραήλ. Η πιο γνωστή ταινία με θέμα τους Χαρεντιμ είναι μάλλον το Yentl (1983) με τη Barbra Streisand, που αναφέρεται όμως στην ανατολική ευρώπη προηγούμενων αιώνων, όπου αυτό το είδος θρησκευτικότητας ήταν ο κανόνας και όχι συνειδητή επιλογή μιας μικρής (αλλά ολοένα αυξανόμενης) ομάδας που περικλείεται από τον μοντέρνο κόσμο. Μια άλλη ταινία, γυρισμένη στην Αμερική είναι το Arranged (2007), των Diane Crespo και Stefan C. Schaefer που περιγράφει τη φιλία ανάμεσα σε μια ορθόδοξη (αλλά όχι υπερορθόδοξη αν θυμάμαι καλά) εβραία και σε μια αραβικής καταγωγής πιστή μουσουλμάνα. Οι κοπέλες ανακαλύπτουν ότι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους και περνούν και οι δυο από τη φάση που οι γονείς τους τις προξενεύουν με διάφορους, μέχρι αυτές να καταλήξουν στον καλύτερο. Πολύ συντηρητική ιδεολογικά ταινία, αλλά οι νεαρές γυναίκες παίζουν πολύ καλά, εκεί που η μουσουλμάνα περιγράφει τί ένιωσε όταν ο μνηστός της την ακούμπησε τυχαία στο χέρι, ακόμα κι εγώ ανατρίχιασα. Ορθόδοξοι χαρακτήρες εμφανίζονται σε αρκετές άλλες ταινίες, όπως το βραζιλιάνικο «O Ano em Que Meus Pais Saíram de Férias», και σε άλλες που δεν τις θυμάμαι/ήθελα να τις ξεχάσω αμέσως μόλις τις είδα.
Στο Ισραήλ βέβαια, μια στις τρεις ταινίες έχει κάποιους ορθόδοξους τύπους.

Ας τις βάλω και σε σειρά προτίμησης:

My Father, My Lord
Eyes Wide Open
Ushpizin
The Secrets
Kadosh

Όπου γράφω «ορθόδοξος» εννοώ τους υπερορθόδοξους, τους Χαρεντίμ, γιατί ορθόδοξοι είναι και πολλοί «φυσιολογικοί» εβραίοι που δεν διαφέρουν πολύ από τους υπόλοιπους δυτικούς ανθρώπους, αλλά τηρούν κι εκείνοι την Τορά.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Santoori (2007) του Dariush Mehrjui, ακόμα τρεις ταινίες του ιδίου και η άποψη μου για το σκηνοθέτη




Santoori (2007): Ο Αλί , ένας νέος μουσικός -παίζει σαντούρι και τραγουδάει τα δικά του ποπ τραγούδια- διηγείται μέσα από φλας-μπακ, που δεν εμφανίζονται με χρονική σειρά την πορεία του προς την καταστροφή. Ενώ αρχικά ήταν ένας σχετικά διάσημος καλλιτέχνης με όρεξη για δημιουργία, σιγά σιγά από τα ναρκωτικά, αλλά και επειδή οι συναυλίες του απαγορεύονται, πέφτει όλο και πιο χαμηλά. Λόγω του ξεπεσμού του η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, κι αυτή η απώλεια είναι που τον έχει πληγώσει περισσότερο. Θυμάται πώς γνωρίστηκαν, το γάμο τους αλλά και πώς εκείνη τον χωρίζει "γιατί γνώρισε έναν θηλυπρεπή βιολιστή" όπως πιστεύει ο Αλί, ή ίσως επειδή ο ίδιος έγινε αφόρητος. Αυτά μοιάζουν με την τυπική ιστορία του καταραμένου καλλιτέχνη που χάνεται στον κόσμο των ναρκωτικών. Υπάρχουν όμως μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ' όλα μου έκανε εντύπωση ότι στη σχέση του Αλί με τη Χανιέ τη γυναίκα του -που είναι πιανίστρια- υπάρχουν κάποια "οπισθοδρομικά" στοιχεία. Η Χανιέ του λέει ότι δεν είναι καλός σύζυγος γιατί δεν μπορεί να τη συντηρήσει και έτσι εκείνη αναγκάζεται να δουλέψει σε ένα μουσικό τρίο (όπου παίζει κι ο βιολιστής) για να πληρώσει το νοίκι. Ίσως ακόμα και οι προοδευτικοί καλλιτέχνες στο Ιράν δεν είναι τόσο προοδευτικοί όσο θέλουν να δείχνουν, ίσως να είναι σημάδι της ηλικίας του σκηνοθέτη. Αλλά και οι πλούσιοι γονείς του Αλί, που τον έχουν αποκληρώσει γιατί η μουσική είναι αμαρτωλή σύμφωνα με το ισλάμ, φαίνονται να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Υπάρχει μια σκληρή σκηνή, όπου ο πατέρας τον βοηθάει να κάνει ένεση ηρωίνης, αφού το χέρι του είναι σπασμένο. Υπάρχει και μια άλλη σκηνή όπου ο Αλί λέει στη γυναίκα του "Θα έκανες μ' αυτόν -το βιολιστή- ότι έκανες με μένα;" και η κάμερα δείχνει ένα αδειανό κρεβάτι σε δωμάτιο ξενοδοχείου και τα ρούχα της αφημένα σε μια πολυθρόνα και αργότερα τη μπανιέρα. Επίσης ήταν ενδιαφέρουσα η απεικόνιση της ζωής των αστέγων, με τους οποίους καταλήγει ο Αλί στο τέλος, με διάφορα σουρεαλιστικά στοιχεία, όπως το πτώμα που ανήκει σε έναν άστεγο επειδή "αυτός το είδε πρώτος".
Συνολικά δε ξέρω αν μου άρεσε, μερικές φορές η επανάληψη των ίδιων σκηνών με κούρασε. Συνήθως δε μπορώ να κρίνω το παίξιμο των ηθοποιών σε ξένη γλώσσα, αλλά η Γκολσιφτέ Φαραχανί που παίζει τη Χανιέ μου φαίνεται υπερβολική, βγάζει έναν ενθουσιασμό και μια ανέμελη παιδικότητα που είναι πολύ ψεύτικα. Και παίζει έτσι σε όλες τις ταινίες που έχω δει (και στο "Για την Ελι" όπου είναι η εκνευριστική Σεπιντέ).

Hamoun (1990): Ο Χαμούν μοιάζει πολύ σε δομή με το Σαντουρί, είναι η ιστορία του χωρισμού ενός ζευγαριού και της κατάπτωσης του πρωταγωνιστή. Ο Χαμούν, ένας φιλόλογος, θυμάται με τον ίδιο τρόπο την πορεία της σχέσης του με τη γυναίκα του που επίσης τον εγκαταλείπει για κάποιον "χειρότερο". Εδώ υπάρχουν πιο πολλές χιουμοριστικές σκηνές, υπάρχει και ψυχανάλυση και κάποια οράματα του, μου θύμισε αρκετά Γούντυ Άλλεν. Η σύζυγος είναι μια αποτυχημένη και εγωίστρια καλλιτέχνης που συνέχεια δοκιμάζει καινούριες ενασχολήσεις (ζωγράφος, σχεδιάστρια μόδας), φυσικά ασχολείται και με τον μυστικισμό, και φέρνει το Χαμούν στην οικονομική καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι βαρέθηκα.



Pari (1995): Βασίζεται στο βιβλίο του J. D. Salinger Franny and Zooey και αναφέρεται στην εμμονή μιας φοιτήτριας με το μυστικισμό. Δε ξέρω αν φταίει η ταινία ή οι κακοί υπότιτλοι και το γεγονός ότι δε μπορώ να διαβάζω φιλοσοφικούς διαλόγους που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα στα αγγλικά, αλλά και πάλι δεν ενθουσιάστηκα. Ακούγονται τα ονόματα του Βούδα του Κρίσνα του Ιμάμη Αλί και πιθανώς του Χουσεΐν,και του Ιησού, και δεν είμαι σίγουρη αν άπρεπε να τα πάρω στα σοβαρά ή ήταν ειρωνικό σχόλιο προς τις ευκατάστατες τάξεις που δεν έχουν με τι καλύτερο να ασχοληθούν.

Derakhte Golabi [The Pear Tree](1998): Ο Μαχμούντ- τον παίζει ο μελαγχολικός κύριος της Γεύσης του Κερασιού-, ένας συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου έχει πάει στο σπίτι του στην εξοχή για να βρει έμπνευση γιατί τον τελευταίο χρόνο δεν έχει γράψει ούτε σελίδα. Ο γέρος κηπουρός επιμένει να του μιλάει για την αχλαδιά του κήπου, αυτή που πάντα ήταν γεμάτη αχλάδια, αλλά αυτή τη χρονιά δεν έχει καρποφορήσει: είναι πεισματάρα και αν δεν την κόψουνε, θα μεταδώσει την ανυπακοή και στα άλλα δέντρα. Μέσα από αυτό το περιστατικό ο συγγραφέας θυμάται την ξεχασμένη του αγάπη, ένα κορίτσι με το οποίο περνούσαν μαζί τα καλοκαίρια στην εξοχή,και που αργότερα έφυγε στο εξωτερικό. Είναι και πάλι η Γκολσιφτέ Φαραχανί μόλις 15 χρονών τότε, αλλά με τον ίδια υστερική προσωπικότητα. Εκτός από τις παιδικές αναμνήσεις, ο Μαχμούντ θυμάται και επεισόδια από τη νεανική του ηλικία -που μας τα δείχνει σε ασπρόμαυρο-, όταν ανήκε σε μαρξιστική οργάνωση που αγωνιζόταν εναντίον του Σάχη, και πέρασε κάποιο χρόνο στη φυλακή. Κι αυτή η ταινία μου άρεσε σχετικά, αν και δε συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του παιδιού για την έφηβη φίλη του, αλλά και οι μεγάλης διάρκειας μονόλογοι του πρωταγωνιστή στην αρχή, ήταν λίγο κουραστικοί.

Χαρακτηριστικό και των 4 ταινιών είναι ότι ασχολούνται με φιλοσοφικές αναζητήσεις διανοούμενων και σημαντικότατο ρόλο παίζουν οι αναμνήσεις. Σχεδόν όλη η διάρκεια της ταινίας αποτελείται από φλας μπακ που έρχονται με τρόπο συνειρμικό, και που συνήθως δείχνουν μια πτωτική πορεία του πρωταγωνιστή. Δεν έχουν πλέον καμία ομοιότητα με την "Αγελάδα", κι αυτό είναι δικαιολογημένο: ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι μόνο αν στραφείς στο δικό σου πολιτισμό γίνεσαι αυθεντικός, κι ο δικός του πολιτισμός δεν βρίσκεται στον μικρόκοσμο του φτωχού "καθυστερημένου" χωριού, αλλά στην κοινωνική ομάδα των ευκατάστατων δυτικοτραφών διανοούμενων. Ίσως και γι' αυτό τα έργα του έχουν μεγάλη απήχηση στους ιρανούς κριτικούς κινηματογράφου, λείπει το εξωτικό στοιχείο που βρίσκει κανείς σε πολλές άλλες ιρανικές ταινίες. Δυστυχώς για μένα, δε μπόρεσα να ακολουθήσω αυτές τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, και ίσως και λόγω ηλικίας δε με συγκίνησαν ιδιαίτερα.
Τέλος είναι ενδιαφέρον ότι ο Μερτζουί σκοπεύει να γυρίσει μια αγγλόφωνη (!) διεθνή συμπαραγωγή με θέμα την θετή κόρη του Ρουμί , την Κιμιά , με πρωταγωνίστρια τη Φαραχανί. Παρόλο που η ηθοποιός έχει παίξει σε πολλές σημαντικές περσικές ταινίες, στην επίσημη σελίδα της ταινίας στο ..facebook, αναφέρεται μόνο η συμμετοχή της στα χολιγουντιανά δράματα "Body of Lies" και "There Be Dragons", όπου πιθανότατα έχει μια ασήμαντη εμφάνιση ως εξωτική ανατολίτισσα την οποία κανείς δε θυμάται μετά το τέλος της ταινίας. Προσωπικά προτιμώ να φάω ντομάτα με γεύση ανανά, παρά να δω αγγλόφωνη ταινία με θέμα το Ρουμί. Ειδικά αν απευθύνεται στο κοινό του "Body of Lies".

Και η σειρά με την οποία μου άρεσαν  οι ταινίες του:
Αγελάδα
Σαντουρι
Αχλαδιά
Παρι
Χαμουν

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Gav (1969) [The cow] του Dariush Mehrjui


Η αγελάδα του Dariush Mehrjui θεωρείται η πρώτη ταινία του νέου ρεύματος του ιρανικού κινηματογράφου. Ο Mehrjui, 30 χρονών τότε, είχε μόλις φτάσει στο Ιράν από την Αμερική επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό και από άλλους ευρωπαίους σκηνοθέτες, και πίστευε οτι για να βρεις την αλήθεια πρέπει να ψάξεις στη δική σου κουλτούρα, και μ' αυτόν τον τρόπο το έργο σου θα γίνει παγκόσμιο. Μ' αυτήν τη νοοτροπία ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς του Σάχη, ο οποίος ήθελε να παρουσιάσει προς τα έξω την εικόνα μιας εκσυγχρονισμένης χώρας.
Η "Αγελάδα" διαδραματίζεται σε ένα φτωχό περσικό χωριό, όπου ένας χωρικός ο Χασάν αγαπάει με πάθος την αγελάδα του. Όταν αυτή πεθαίνει, όλο το χωριό συνωμοτεί, την θάβουν κρυφά και συμφωνούν να του πουν ψέματα ότι απλά το ζώο έφυγε, με σκοπό ο Χασάν να μην πληγωθεί με τα άσχημα νέα. Το κόλπο όμως δεν πετυχαίνει γιατί ο Χασάν δεν αντέχει χωρίς την αγαπημένη του, και σταδιακά μεταμορφώνεται ο ίδιος στην αγελάδα του. Στο χωριό πλανάται συνέχεια μια απειλή: οι Μπουλουριά, οι κλέφτες κάτοικοι ενός άλλου χωριού, των οποίων βλέπουμε τις σιλουέτες στον ορίζοντα.
Εκτός από τη βασική κάπως σουρεαλιστική υπόθεση, βλέπουμε πολλές σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων, όπως ένα γάμο, επίσκεψη στο νεκροταφείο, το μοιρολόι (για την αγελάδα), έναν έρωτας που γεννιέται, αλλά και τη σκληρή αντιμετώπιση του "τρελού του χωριού" ενώ υπάρχουν κοντινά ντοκιμενταρίστικα πλάνα στα πρόσωπα των χωρικών. Κάπου στο τέλος υπάρχει και μια σκηνή που θυμίζει την έβδομη σφραγίδα.
σκηνή από το Nassereddin Shah Actore Cinema
Στο "Nassereddin Shah Actore Cinema" του Μαχμαλμπαφ γίνεται αναφορά και σε αυτήν την ταινία, μάλιστα ο Ezzatolah Entezami, ο Χασάν της "Αγελάδας" παίζει εκεί τον Σάχη. Επίσης στο "Two legged horse" της Σαμίρα Μαχμαλμπάφ υπάρχει το ίδιο θέμα, η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε ζώο. Λέγεται ότι και ο Χομεϊνί συγκινήθηκε από την ταινία και αποφάσισε για χάρη της να μην απαγορεύσει εντελώς τον κινηματογράφο.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Δυο ταινίες του Bahram Beizai με τη Susan Taslimi

Marg-e Yazdgerd [Death of Yazdgerd] (1982) Ο «Θάνατος του Yazdgerd» αναφέρεται στο μύθο που λέει ότι ο Ισδιγέρδης Γ΄ , ο τελευταίος αυτοκράτορας των Σασσανιδών δολοφονήθηκε από έναν άπληστο μυλωνά μετά από μια μάχη με τους Άραβες που σήμαινε και την ήττα των Περσών, την κατάληψη της αυτοκρατορίας τους από τους Άραβες και την αντικατάσταση του ζωροαστρισμού από το ισλάμ.
Στην ταινία, που βασίζεται σε ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο ίδιος ο Bahram Beizai, πρωταγωνιστές είναι ο μυλωνάς, η γυναίκα και η κόρη του, οι οποίοι προσπαθούν να απολογηθούν στους αυλικούς πους έχουν καταδικάσει σε θάνατο για τη δολοφονία του Yazdgerd. Η ταινία θυμίζει θέατρο, και μάλιστα αρχαίο ελληνικό: όλη η δράση εκτυλίσσεται μέσα στο μύλο, και ουσιαστικά τα τρία πρόσωπα κάνουν αναπαράσταση των γεγονότων που προηγήθηκαν και οδήγησαν στο θάνατό του αυτοκράτορα, ενώ οι αυλικοί τους έχουν περικυκλώσει αλλά σπάνια επεμβαίνουν. Μέσα από τους διαλόγους αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του βασιλιά που δεν είναι καθόλου μεγαλειώδης, αλλά ένα ανθρωπάκι χωρίς αξιοπρέπεια και ξεσκεπάζεται η υποκρισία του παλατιού. Αντίθετα οι άραβες παρουσιάζονται ως λυτρωτές.
Η ταινία γυρίστηκε το 1982 (ή το 81), λίγα χρόνια μετά την ισλαμική επανάσταση, αλλά δεν προβλήθηκε ποτέ στις ιρανικές αίθουσες επειδή οι γυναίκες δεν είναι ντυμένες ευπρεπώς (δε φοράνε μαντήλα). Παρόλο που είναι εντυπωσιακή και ασυνήθιστη ταινία δεν μπορώ να πω πως ενθουσιάστηκα.


Bashu, gharibeye koochak [Bashu, the Little Stranger] (1990) Αυτή είναι και η πρώτη ιρανική ταινία που έχω δει ποτέ και περιέργως τότε είχα προσέξει κυρίως το γλωσσολογικό θέμα, και δε μου άρεσε τόσο σαν ταινία. Ο Μπασού ένα παιδί αραβικής καταγωγής, αφού έχει χάσει την οικογένεια του στον πόλεμο με το Ιράκ, κρύβεται μέσα σε ένα φορτηγό για να σωθεί από τις βόμβες, και ξυπνάει σε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο, στο βόρειο Ιράν σε ένα ειδυλλιακό χωριό όπου ο πόλεμος δεν έχει φτάσει. Εκεί τον βρίσκει μια χωριάτισσα, μητέρα δυο παιδιών, και αποφασίζει να τον μεγαλώσει. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο: ο Μπασού είναι πολύ μελαχρινός και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα τους, ξέρει μόνο αραβικά και λίγα περσικά που τα έμαθε στο σχολείο, και δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους που μιλάνε μια διάλεκτο που δε μοιάζει με την "καθαρεύουσα" που έχει μάθει στο σχολείο. Και η ταινία εξερευνά όχι μόνο την εξέλιξη της σχέσης του παιδιού και της γυναίκας, αλλά και τον μικρόκοσμο του χωριού που δεν αποδέχεται έναν εισβολέα και μάλιστα ..μαύρο. 

Ο "Μπασού" είναι το ακριβώς αντίθετο με το «Γιαζντγκερντ». Ενώ εκεί οι ηθοποιοί απαγγέλλουν δυνατά, καθαρά και τραγουδιστά τα λόγια τους σε σωστά περσικά, εδώ οι χωριάτες μιλούν φυσιολογικά και μέσα στα δόντια τους τη γλώσσα/διάλεκτό τους. Οι περισσότεροι είναι μάλλον ερασιτέχνες και παίζουν τον εαυτό τους. 
Μερικές σκηνές είναι πολύ ωραίες, ενώ υπάρχουν και μαγικά/υπερφυσικά στοιχεία, όπως η νεκρή μητέρα του παιδιού που στέκεται δίπλα του στις δύσκολες στιγμές, αλλά και κάποιες πρακτικές που μοιάζουν παγανιστικές. Σίγουρα είναι πλέον μια απ' τις αγαπημένες μου ταινίες

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ayneh [Mirror] (1997) του Jafar Panahi


Ένα κοριτσάκι με το χέρι στο γύψο βγαίνει από το σχολείο της και περιμένει τη μαμά της. Η μαμά όμως δεν έρχεται. Έτσι το κοριτσάκι προσπαθεί να γυρίσει μόνο του στο σπίτι. Ένας γνωστός μιας δασκάλας, το πηγαίνει στη στάση του λεωφορείου, όμως το λεωφορείο που παίρνει πάει στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι εκεί που ετοιμάζεται να πάρει το σωστό λεωφορείο, συμβαίνει κάτι περίεργο: το κοριτσάκι τα παίρνει, λέει ότι βαρέθηκε να παίζει στην ταινία, βγάζει τον ψεύτικο γύψο, τους παρατάει όλους και φεύγει μόνο του για το πραγματικό του σπίτι. Έχει όμως ξεχάσει το μικρόφωνο πάνω της και ο Παναχί και το συνεργείο του την ακολουθούν από μακριά με την κάμερα, ενώ εμείς την ακούμε να μιλάει με περαστικούς να προσπαθεί να σταματήσει ταξί, να παζαρεύει με τους ταξιτζήδες, και την βλέπουμε να διασχίζει τους εφιαλτικούς δρόμους της Τεχεράνης μέχρι τελικά να φτάσει στο σπίτι της.
Η ταινία ξεκινάει σαν μια συνέχεια του "Άσπρου μπαλονιού",το κορίτσι που είναι μάλιστα αδερφή της πρωταγωνίστριας του μπαλονιού, περιφέρεται στους δρόμους προσπαθώντας να λύσει το δικό της πρόβλημα, ενώ γύρω της η ζωή συνεχίζεται. Η αλλαγή όμως που γίνεται στη μέση της ταινίας με ξάφνιασε. Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ στην αρχή πίστευα οτι είναι μια πολύ ρεαλιστική ταινία, στο δεύτερο μισό γίνεται πολύ πιο ρεαλιστική, ακόμα και το παιδί παίζει πολύ πιο φυσικά, κι αυτό κάνει το πρώτο μισό να φαίνεται ψεύτικο.
Στη διάρκεια της περιπλάνησης της μικρής Μινα, ακούγονται γύρω της "τυχαίες" συζητήσεις σχετικά με τη θέση της γυναίκας, ή με τον κύκλο της ζωής της, ένα θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα τον Παναχί. Πιο ενδιαφέρον βρήκα αυτό που λέει το κορίτσι, ότι έχει βαρεθεί να προσποιείται το αδύναμο και κλαψιάρικο παιδί που πρέπει να το πάρεις από το χέρι για να το παραδώσεις στον επόμενο ενήλικα: εκείνη πάει ήδη στη δευτέρα δημοτικού και ξέρει να κυκλοφορεί μόνη της. Να είναι αυτό νύξη του σκηνοθέτη για τον τρόπο που παρουσιάζονται οι γυναίκες στον κινηματογράφο, αδύναμες και απροστάτευτες, ανίκανες να πάρουν αποφάσεις; Η μήπως έχει βαρεθεί τη χρησιμοποίηση αξιαγάπητων συχνά ανάπηρων παιδιών στον Ιρανικό κινηματογράφο;
Επίσης είναι ενδιαφέρον οτι στη διάρκεια της ταινίας ακούγεται η ραδιοφωνική μετάδοση ενός αγώνα του Ιράν με την Κορέα (νομίζω). Αλλά είναι ενδιαφέρουσα και η ξενάγηση στα μέσα μεταφοράς της Τεχεράνης και στη χαοτική κυκλοφορία στου δρόμους της. Φυσικά γίνεται αναφορά και στα περίφημα αστικά λεωφορεία, όπου οι γυναίκες κάθονται πίσω και οι άντρες μπροστά, και ανάμεσα τους, στα παλιά λεωφορεία τουλάχιστον, υπάρχουν μεταλλικές διαχωριστικές μπάρες.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

7 ταινίες του Majid Majidi



Baduk 1992 Δυο ορφανά παιδιά πέφτουν στα χέρια της μαφίας του Μπαλουτσιστάν, το αγόρι αναγκάζεται να δουλέψει για τους λαθρέμπορους που διακινούν προϊόντα ανάμεσα στο Πακιστάν και το Ιράν, ενώ το κορίτσι προορίζεται για πώληση προς Σαουδάραβες. Μια από τις πρώτες ταινίες του σκηνοθέτη, έχει απαίσιο ήχο, σαφή διαχωρισμό καλών- κακών, οι κακοί μάλιστα έχουν ένα μοχθηρό γέλιο που κάνει αμέσως εμφανείς τις προθέσεις τους. Στην αρχή θεώρησα ότι είναι παιδική ταινία, όμως έχει πολύ σκληρές σκηνές, και όσο πάει γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Αν και το σενάριο δεν είναι εντελώς απρόβλεπτο, τελικά δεν είναι και το πιο αναμενόμενο. Κυρίως αξίζει για την περιγραφή της εγκληματικότητας σε μια «δύσκολη» περιοχή που μοιράζεται στις δυο χώρες. Πάντως μου φαίνεται απίστευτο οτι ο ίδιος σκηνοθέτης γύρισε σε μόλις 4 χρόνια τον «Πατέρα».

Pedar (Πατέρας)1996 Η δεύτερη ιρανική ταινία που έχω δει ποτέ ;) Ένα αγόρι προσπαθεί να εκδικηθεί τον πατριό του που τόλμησε να παντρευτεί τη μητέρα του. Ο πατριός όμως δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται.

Bacheha-Ye aseman (Τα παιδιά του Παραδείσου) 1997 Η ταινία που καταξίωσε το Ματζιντί: όταν ένα αγόρι χάνει τα παπούτσια της αδερφής του, τα δυο παιδιά μοιράζονται το ζευγάρι παπουτσιών του αδερφού για να μην επιβαρύνουν κι άλλο τους φτωχούς γονείς του. Ενδιαφέρον είναι να δει κανείς και το ινδικό ριμέικ του Bumm Bumm Bole – η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν άντεξα πάνω από εικοσάλεπτο-, ευκαιρία να συγκρίνει κανείς και το Ιράν με τη μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου;) Έχουν γίνει και άλλα ριμέικ όπως το Homerun (2003) ή το Salaam Bacche (2007) και ποιος ξέρει πόσα ακόμα..

Rang-e khoda 1999 Το χρώμα του θεού ή του παραδείσου, όπως για άγνωστο λόγο μεταφράστηκε ο τίτλος. Ένα τυφλό αγόρι απορρίπτεται από τον πατέρα του με φόντο τα πανέμορφα φυσικά τοπία στα δάση της Κασπίας. Η φύση παρουσιάζεται σαν κατοικία του θεού, και γενικά η παρουσία του θεού και η αναζήτησή του είναι το βασικό μοτίβο σε όλη την ταινία. Μου έχει μείνει η σκηνή προς το τέλος με το άλογο στο ποτάμι.

Baran (Βροχή) 2001 Ένας έφηβος εργάτης σε οικοδομή ερωτεύεται μια αφγανή παράνομη μετανάστρια. Άλλη μια αγαπημένη μου ταινία.
 
Beed-e majnoon (The Willow Tree) 2005 Έναν τυφλός καθηγητής πανεπιστημίου πηγαίνει στη Γαλλία για εγχείρηση νεοπλάσματος και ..βρίσκει το φως του! Αυτή η ταινία διαφέρει από τις προηγούμενες γιατί πρώτον δεν ασχολείται με φτωχά και κατατρεγμένα παιδιά, αλλά με έναν μεσήλικο διανοούμενο μεσοαστό, και δεύτερον είναι πιο πληθωρική με την κακή έννοια, δηλαδή έχει υπερβολική μουσική στα συγκινητικά σημεία και είναι πιο συμβατική ,και δε ξέρω πως να το περιγράψω, αλλά δεν υπάρχει η ομορφιά που βρήκα στις υπόλοιπες ταινίες του. Αλλά και το μήνυμα που θέλει να δώσει, το κάνει πιο χοντροκομμένα.

Avaze gonjeshk-ha (Και τα σπουργίτια τραγουδούν) 2008 Παρά τον τίτλο της, το πτηνό που δεσπόζει δεν είναι το σπουργίτι, αλλά η στρουθοκάμηλος, που είναι σύμβολο αγνότητας. Της αγνότητας που χάνει ένας λαϊκός άνθρωπος, όταν δουλεύοντας ως παράνομος ταξιτζής στην πόλη καταφέρνει να κερδίσει περισσότερα χρήματα απ' όσο είχε συνηθίσει. Κι αυτή η ταινία, ενώ είναι μάλλον κωμωδία, μου θύμισε την ιτιά: υπερβολική μουσική, χοντροκομμένο χιούμορ, υπερβολικές γκριμάτσες από τον πρωταγωνιστή, τον Mohammad Amir Naji, ο οποίος έχει παίξει και σε άλλες ταινίες του σκηνοθέτη.




Γενικά ο Ματζιντί, ενώ μου αρέσει και μάλιστα πολύ, τα έργα του έχουν κάποια στοιχεία που τα βρίσκω ενοχλητικά. Παρουσιάζει τη φτώχεια με τρόπο ρομαντικό και εξιδανικευμένο, ο ίδιος πάντως δεν προέρχεται από φτωχή απλή οικογένεια. Στις ταινίες του θέλει να περάσει το μήνυμα οτι πρέπει να είσαι ευχαριστημένος με τα λίγα και όποιος «θελήσει τα πολλά, χάνει και τα λίγα», ενώ πολλοί ήρωες του θυσιάζονται για το «καλό». Οι γυναίκες σε όλες τις ταινίες παίζουν έναν περιφερειακό ρόλο, υπάρχουν, ζουν και πεθαίνουν μόνο ως οχήματα για να φτάσει ο ήρωας στην αυτογνωσία. Αυτό το τελευταίο πάντως δεν είναι τόσο σωστό να το προσάπτω στο Ματζιντί αφού είναι χαρακτηριστικό του κινηματογράφου αλλά και της τέχνης γενικότερα. Αλλά η νοοτροπία του «σκύψε το κεφάλι και ο θεός θα νοιαστεί για σένα, μην κυνηγάς τα όνειρά σου» κάποιες φορές κουράζει.

Και η σειρά με την οποία μου άρεσαν:
Το χρώμα του Παραδείσου
Βροχή
Τα παιδιά του Παραδείσου
Πατέρας
Willow Tree
Και τα σπουργίτια περπατούν
Baduk

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Panje asr [At Five in the Afternoon] (2003) της Samira Makhmalbaf

Σ'αυτή την ταινία που πήρε και το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες, παρακολουθούμε μια νεαρή Αφγανή που ζει στα ερείπια της Καμπούλ και πηγαίνει κρυφά απ' τον πατέρα της στο σχολείο, όπου και της μπαίνει η ιδέα να γίνει πρόεδρος του Αφγανιστάν. Παράλληλα βλέπουμε το πορτρέτο της κατεστραμμένης από τον πόλεμο πόλης και σκηνές από την καθημερινή ζωή των κατοίκων της, αλλά και καινούριους πρόσφυγες να φτάνουν.
Δε ξέρω αν μου άρεσε η ταινία. Για μένα το πρόβλημα είναι ότι αποτελείται από δυο ιστορίες που δε δένουν μεταξύ τους: η μία με τη Nogreh να πηγαίνει σχολείο και να εξερευνεί το ενδεχόμενο μια γυναίκα να γίνει πρόεδρος μιας χώρας, και η άλλη, πιο ρεαλιστική και πιο ωραία, η ιστορία του πατέρα και της νύφης με το άρρωστο παιδί. Όσο βρίσκεται στο προσκήνιο ο πατέρας, η Νογρέ παίζει μηδαμινό ρόλο και είναι δύσκολο να πιστέψω οτι μια γυναίκα που κυκλοφορεί στους δρόμους της Καμπούλ με τακούνια και οδηγεί η ίδια μια μεγάλη ομάδα προσφύγων στη γειτονιά της, και που μιλάει με ευκολία σε άγνωστους άντρες, δέχεται να ακολουθήσει τον πατέρα της σε ένα ταξίδι στην έρημο και στο σίγουρο θάνατο. Και δε με πειράζει τόσο οτι το δέχεται χωρίς αντιρρήσεις, όσο ότι η ταινία ξαφνικά χάνει το ενδιαφέρον της για τη βασική ηρωίδα, δε βλέπουμε καν την αντίδρασή της.



Στο ντοκιμαντέρ Joy of Madness που γύρισε στα κρυφά η Χανα Μαχμαλμπάφ, η αδερφή της Σαμιρα, και αν δεν κάνω λάθος είχε προβληθεί κι αυτό στις Κάννες, βλέπουμε πως η Σαμιρα με τη βοήθεια του πατέρα της προσπαθεί να πείσει κάποιους ανθρώπους να παίξουν στην ταινία της. Αυτό το ντοκιμαντέρ μου άρεσε περισσότερο από το "Στις πέντε το απόγευμα". Δείχνει την αντίδραση των ανθρώπων που δεν θέλουν να παίξουν στην ταινία, ενώ η σκηνοθέτις συχνά χάνει την ψυχραιμία της και το φίδι απ' την τρύπα το βγάζει ο πατέρας της. Είναι ενδιαφέρον κι επειδή λέγεται ότι ο ίδιος ο Μαχμαλμπάφ είναι ο πραγματικός σκηνοθέτης των ταινιών που γυρίζουν οι κόρες και η σύζυγός του. Η ηθοποιός που παίζει την Ναγρέ είναι μια δασκάλα- μάλιστα την συνάντησαν κατά λάθος, ενώ έψαχναν μια συνονόματη συνάδελφό της-, η οποία λέει μάλλον ψέματα ότι είναι 22 χρονών και προσβάλλεται όταν της λένε για τη φήμη  ότι ο άντρας της ήταν Ταλιμπάν. Ωραίες ήταν και οι σκηνές όπου κυνηγάνε την οικογένεια με το άρρωστο μωρό, οι οποίοι είναι πάμφτωχοι και μάλλον λίγο καθυστερημένοι, και έχουν εξαφανιστεί γιατί έχει βγει η φήμη ότι οι Μαχμαλμπάφ θέλουν το μωρό για να το σκοτώσουν.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Asbe du-pa [Two Legged Horse] (2008) της Samira Makhmalbaf


Η ιστορία είναι απλή και όπως συνηθίζεται έχει για πρωταγωνιστές παιδιά: Στο Αφγανιστάν ο πατέρας ενός αγοριού που έχει χάσει τα πόδια του από νάρκη, προσλαμβάνει για ένα δολάριο τη μέρα ένα μεγαλύτερο παιδί για να κουβαλάει το γιο του από και προς το σχολείο. Κι αυτό το παιδί έχει κάποιου είδους αναπηρία, έχει κάτι σαν σπαστικότητα, δε μπορεί να μιλήσει καλά και πρέπει να είναι και ελαφρά καθυστερημένο. Ανάμεσα στα δυο παιδιά αναπτύσσεται μια σαδομαζοχιστική σχέση, και σταδιακά το μεγαλύτερο αγόρι μετατρέπεται σε άλογο. Συνολικά  η μισή ταινία αποτελείται από κοντινά πλάνα στο πρόσωπο του παιδιού-αλόγου να υποφέρει, να κάνει περίεργους μορφασμούς και να ουρλιάζει. Η άλλη μισή δείχνει σε πιο μακρινά πλάνα τη σαδιστική συμπεριφορά του αφέντη του, αλλά και άλλες μορφές βίας μεταξύ παιδιών. Πουθενά δεν υπάρχει ίχνος αισιοδοξίας.
Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, η Σαμιρα Μαχμαλμπάφ λέει ότι η ιστορία αυτή είναι μια πολιτική αλληγορία, για τη σχέση εξουσιαστών - λαού, μια σχέση που περνάει από 3 στάδια: α) φόβος, β) αλληλοαπορρόφηση, γ) ερωτισμός*.  Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να την εφαρμόσει σε ανάπηρα παιδιά, που παίζουν τόσο φυσικά- και είναι και το στυλ κινηματογράφησης που μοιάζει με ντοκιμαντέρ- που άρχισα να αναρωτιέμαι για πόσα δολάρια δέχτηκαν τα παιδιά να συμμετέχουν στην ταινία.
Είναι η πιο απωθητική ταινία που έχω δει ποτέ, με ενόχλησε περισσότερο από τα Παράξενα παιχνίδια του Χάνεκε ή το Σαλό.



*"Πρώτα φόβος: Και οι δύο φοβούνται ο ένας τον άλλον. Η εξουσία φοβάται να ανατραπεί από επανάσταση και ο λαός φοβάται τα βασανιστήρια και τις φυλακίσεις.
Δεύτερον,  σταδιακή απορρόφηση Η εξουσία και ο λαός απορροφάνε σταδιακά ο ένας τον άλλον και η συμπεριφορά τους γίνεται ίδια. Για παράδειγμα, όποια δύναμη εφαρμόζεται στους νόμους λογοκρισίας της, ο λαός την εσωτερικεύει στον πολιτισμό του.
Τρίτον ερωτισμός: Σταδιακά, ο λαός απολαμβάνει να κουβαλάει στην πλάτη του την εξουσία και η εξουσία απολαμβάνει να καβαλάει. Σταδιακά, το να υποφέρεις γίνεται συνήθεια και στη συνέχεια απόλαυση, κι αυτό το λέω αμοιβαίο ερωτισμό μεταξύ εξουσίας και λαού. Αυτή είναι η αίσθησή μου." 
Η συνέντευξη βρίσκεται στην ιστοσελίδα των Μαχμαλμπάφ

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Μερικές σκέψεις για το Ajami

Η ταινία αυτή βλέπω ότι προβλήθηκε και στην Ελλάδα με τον τίτλο "Σταυροδρόμια της ζωής", έχει πάρει και χρυσό Αλέξανδρο, και φυσικά έχει σχολιαστεί σε διάφορα μπλογκ και άλλες ιστοσελίδες για τον κινηματογράφο και μη. Όταν την είδα πρώτη φορά το προηγούμενο φθινόπωρο ενθουσιάστηκα, παρόλο που γενικά αντιπαθώ τις ταινίες με αποκαλύψεις, ανατροπές κτλ. και ήταν αφορμή να ασχοληθώ λίγο περισσότερο με τον ισραηλινό κινηματογράφο. Η ιστορία ξεκινάει όταν ο ισραηλινός Yaron Shani γράφει ένα σενάριο για ένα θρίλερ που δεν είχε σχέση με τη γειτονιά Ατζαμί,. Γνωρίζει όμως τον χριστιανό άραβα Scandar Copti που έχει μεγαλώσει στο Ατζαμί και αποφασίζουν να διασκευάσουν μαζί το σενάριο, και να γυρίσουν μια ταινία, όπου τα τεχνάσματα του σεναρίου δεν είναι τόσο σημαντικά όσο η απεικόνιση της ζωής και των σχέσεων των κατοίκων της γειτονιάς, αλλά και γενικά του Ισραήλ. Σχέσεις μεταξύ αράβων-εβραίων, μεταξύ χριστιανών-μουσουλμάνων, μεταξύ αράβων πολιτών του Ισραήλ και αράβων προερχόμενων από τα εδάφη της Παλαιστινιακής Αρχής, μεταξύ βεδουϊνων (μαφιόζων) και αράβων της πόλης, και λίγο επιφανειακά ίσως το αιώνιο θέμα της θέσης της γυναίκας στις αραβικές κοινωνίες. Η ταινία γυρίστηκε με ερασιτέχνες ηθοποιούς πραγματικούς κατοίκους του Ατζαμι, -μάλιστα ο Κοπτι είχε δουλέψει στο εστιατόριο όπου δουλεύει ο Μπινζ, τον οποίο υποδύεται,-και ήταν αρκετά επιτυχημένη στο Ισραήλ. Ο Γιαρον Σανι δήλωσε ότι δεν ήθελε να κάνει πολιτική ταινία, αλλά πιστεύει ότι οι πολιτικές του απόψεις φαίνονται στην ταινία, ενώ ο Κοπτι έχει δηλώσει ότι ήθελε να παρουσιάσει την καταπίεση της αραβικής μειονότητας. Δεν ξέρω πόσο αντικειμενική είναι η ταινία, αλλά εγώ βλέποντας την, έκανα τις παρακάτω παρατηρήσεις (σπόιλερ):
Ο Binj (Scandar Copti) με την εβραία φίλη του


Στην ταινία σκοτώνονται: α) ο 16χρονος γείτονας από τους βεδουίνους, β) ο εβραίος γείτονας από άραβες νταήδες γ) ο αδερφός του Ντάντο από άγνωστους (μάλλον άραβες) δ) ο Ντάντο από το Νασρι, τον μικρό αδερφό του Ομάρ ε)ο Νασρι από έναν ισραηλινό αστυνόμο
Ο Μπινζ, που αρχικά νομίζαμε, και πολλοί χαρακτήρες τις ταινίας νομίζουν μέχρι το τέλος οτι δολοφονήθηκε, στην πραγματικότητα πέθανε από χρήση ουσιών.
Ο μόνος ουσιαστικά ισραηλινός πρωταγωνιστής είναι ο Ντάντο. Αν και είναι βίαιος και άσχημος, παρουσιάζεται με ανθρώπινο πρόσωπο, δικαιολογείται από το συμβάν με τον αδερφό του, ενώ έχει καλές προθέσεις, όπως και όλη η αστυνομία. Κάποια στιγμή μάλιστα, ένας εβραίος αστυνόμος παραπονιέται για την έλλειψη συνεργασίας από τους άραβες λέγοντας "εμείς προσπαθούμε να σώσουμε τα παιδιά τους απ' τα ναρκωτικά κι αυτοί μας μισούν". Ουσιαστικά ο Ντάντο είναι ο χαρακτήρας για τον οποίο κατεξοχήν αλλάζει η άποψη μας κατά την εξέλιξη της ταινίας, στην αρχή φαίνεται ο κλασικός "κακός", ενώ τελικά είναι ένα ακόμα θύμα. Οι άλλοι εβραίοι είναι ο γείτονας που μαχαιρώνεται, ο οποίος είναι μεν εκνευριστικός, αλλά κι εγώ έχω και χειρότερους γείτονες και ποτέ δεν σκέφτηκα να τους σκοτώσω, και η κοπέλα του Μπινζ, που είναι συμπαθέστατη, αλλά η παρέα του Μπινζ της φέρεται ρατσιστικά και υποτιμητικά.
Ο "κακός" που κινεί τα νήματα είναι τελικά ο πατέρας της Χαντίρ που είναι άπληστος , προδότης και οπισθοδρομικός. Κακοί είναι φυσικά και οι βεδουίνοι, που είναι και η πηγή του προβλήματος. Δολοφονικά είναι και τα ναρκωτικά τα οποία διακινούν -ποιός άλλος, οι άραβες.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

2 ταινίες του Idrissa Ouedraogo






Ο Idrissa Ouédraogo απο τη Μπουρκίνα Φάσο είναι από τους ελάχιστους σχετικά γνωστούς σκηνοθέτες της Υποσαχάριας Αφρικής. 
Εκτός από τη Yaaba (1989) και το Tilai (1990) έχω δει και μια μικρού μήκους ταινία του στο 11'09"01 /September 11.
Στη Yaaba ένα μικρό αγόρι αρχίζει να κάνει παρέα με μια γριά γυναίκα που ζει περιθωριοποιημένη, γιατί θεωρείται μάγισσα στο χωριό, κι αυτή η σχέση τον κάνει πιο ανοιχτόμυαλο.
Στο Tilai (νόμος), ένας άντρας επιστρέφει στο χωριό του και μαθαίνει ότι ο πατέρας του έχει παντρευτεί τη γυναίκα που αγαπάει. Οι δυο πρώην εραστές συναντούνται κρυφά έξω από το χωριό, με τη βοήθεια της μικρής αδερφής της γυναίκας, αλλά το μυστικό τους μαθαίνεται με τραγικές συνέπειες. 
Και οι δύο ταινίες είναι γυρισμένες σε ένα ανώνυμο σκονισμένο χωριό και σε απροσδιόριστο χρόνο (δε νομίζω οτι οι συνθήκες ζωής που απεικονίζονται ισχύουν και σήμερα), και μοιάζουν κάπως πρόχειρα φτιαγμένες, όμως έχουν κάτι αγνό, αυθεντικό που συνήθως λείπει από τον κινηματογράφο. Οι ιστορίες είναι απλές και νομίζω ότι δεν έχει μεγάλη σημασία το σενάριο, παρόλο που ο Ouedraogo θέλει να σχολιάσει τη σκληρότητα και την έλλειψη ανεκτικότητας αυτών των κλειστών κοινωνιών και σίγουρα συμπάσχει με τις γυναίκες που δεν ικανοποιούνται σεξουαλικά από τους συζύγους τους. Πιο ενδιαφέρον μου φάνηκε η καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τα αστεία που λένε, ο τρόπος που γελάνε, και μια νωχελική αίσθηση που διαπερνάει τις ταινίες. Ωραία είναι και η μουσική.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Raye makhfi [Secret Ballot] (2001) του Babak Payami


Σε ένα ανώνυμο νησί του Περσικού κόλπου, ένα κουτί προσγειώνεται με αλεξίπτωτο. Είναι η κάλπη για τις εκλογές που θα γίνουν την επόμενη μέρα. Το άλλο πρωί φτάνει με βάρκα μια δημόσια υπάλληλος που είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά της κάλπης στο νησί, έτσι ώστε να μπορέσουν οι κάτοικοι του αραιοκατοικημένου νησιού να ψηφίσουν. Γι' αυτό έχει φέρει μαζί της ένα χάρτη του νησιού, μια λίστα με τους υποψηφίους, τα ψηφοδέλτια και μια σφραγίδα. Η νεαρή γυναίκα είναι ιδεαλίστρια και προσπαθεί να τηρήσει τους κανόνες διεξαγωγής της ψηφοφορίας, αλλά και να πείσει όποιον δει μπροστά της ότι είναι σημαντικό να ψηφίσει για να αλλάξει τη ζωή του. Τη συνοδεύει ένας βαριεστημένος στρατιώτης που θεωρεί τις εκλογές άχρηστη διαδικασία και ότι χάνει το χρόνο του ενώ θα πρεπε να κυνηγάει λαθρεμπόρους. Στη διάρκεια της ταινίας οι δυο τους συναντάνε διάφορους τύπους του νησιού, που είτε θέλουν να ψηφίσουν για τους λάθος λόγους, είτε ψηφίζουν ότι να ναι (ένας κύριος ψηφίζει το Θεό), είτε δεν ψηφίζουν καθόλου, και δεν τηρείται ούτε το απόρρητο της ψήφου. Η μορφωμένη γυναίκα «από την πόλη» βλέπει γύρω της φτώχεια, εγκατάλειψη από το κράτος, κατάργηση των νόμων, και μια παραδοσιακή (αραβική) κουλτούρα που είναι αδύνατο να "εκδημοκρατιστεί". Χαρακτηριστικά κάποιες γυναίκες αρνούνται να ψηφίσουν χωρίς την άδεια του συζύγου τους, αλλά και να δουν τις φωτογραφίες ξένων αντρών.
Έχω την εντύπωση ότι οι εκλογές δεν γίνονται με αυτόν τον τρόπο στις απομακρυσμένες περιοχές στο Ιράν και η ιστορία λειτουργεί περισσότερο συμβολικά. Βέβαια με αυτά που έγιναν στις προηγούμενες εκλογές δε ξέρει κανείς. Η ταινία, εκτός από το ρεαλισμό στην απεικόνισης των κατοίκων, έχει πολλά σατυρικά ή ακόμα και σουρεαλιστικά στοιχεία. Πολύ μου άρεσε και ο χαρακτήρας της πρωταγωνίστριας που αντιδρά στωικά σε όσα απίστευτα βλέπει και ακούει, και ποτέ δε χάνει τον ενθουσιασμό της και την πίστη στην ιερότητα του σκοπού της. Η δύστυχη τρέχει μες στη έρημο με ένα τσαντόρ που από θαύμα δε ξεκολλάει από πάνω της, και με την κάλπη στο χέρι κυνηγώντας όποιον θα μπορούσε να είναι σε νόμιμη ηλικία να ψηφίσει.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

My Tehran for Sale (2009) της Granaz Moussavi


Σ' αυτήν την ιρανο-αυστραλέζικη ταινία παρακολουθούμε μια νεαρή καλλιτέχνιδα (ηθοποιό και σχεδιάστρια μόδας) στην αντεργκράουντ σκηνή της Τεχεράνης. Είναι μια ομάδα νέων καλλιτεχνών που προσπαθούν να φέρονται όσο πιο «δυτικά» γίνεται, και όντως οι σκηνές που βλέπουμε μέσα στους χώρους συγκέντρωσης τους δε διαφέρουν καθόλου από τη Δύση. Αλκοόλ, ναρκωτικά, δυτικού στυλ μουσική, πάρτυ, χίπικο ντύσιμο και διακόσμηση, και απελευθερωμένη συμπεριφορά. Η πολιτική κατάσταση, όμως, τους εμποδίζει να ζήσουν τη ζωή τους και να εκφραστούν ελεύθερα, γι' αυτό και το όνειρό τους είναι να ξεφύγουν έξω απ΄τη χώρα τους με κάθε δυνατό τρόπο. Έτσι και η πρωταγωνίστρια, η Marzieh γνωρίζει έναν ιρανικής καταγωγής Αυστραλό σε ένα πάρτυ, και τελικά πουλάει τα πάντα για να πραγματοποιήσει το όνειρο της να φύγει στο εξωτερικό.
Η ταινία είναι αρκετά καλή με υπέροχη μουσική, ή τουλάχιστον το είδος της μουσικής που μου αρέσει, με ωραίες σκηνές από μοντέρνο θέατρο και με πειστικούς χαρακτήρες. Αν κάτι με ενόχλησε είναι η κεντρική ηρωίδα, που δεν την συμπάθησα καθόλου. Η αλήθεια είναι ότι δε μπόρεσα να συμπαθήσω κανέναν απ' αυτήν την τάξη των προοδευτικών ιρανών καλλιτεχνών και των φίλων τους, που μου φάνηκαν υπερόπτες και επιφανειακοί, αλλά τελικά νομίζω ότι οι άνθρωποι της τέχνης είναι έτσι κι αλλιώς εγωιστές και ψωνισμένοι.
Γενικά είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία που θα της άξιζε περισσότερη προσοχή.

Update: Για την ίδια ταινία έγραψα κι εδώ.