Σ' αυτή τη δεύτερη ταινία του Stillman οι ήρωες είναι δυο Αμερικάνοι ξάδερφοι που βρίσκονται για επαγγελματικούς λόγους στη Βαρκελώνη: ο ένας είναι στέλεχος επιχείρησης που ζει για πολύ καιρό στην πόλη ενώ ο δεύτερος είναι αξιωματικός του ναυτικού και έχει έρθει για να παραλάβει ένα πλοίο του αμερικανικού στόλου, ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβα. Οι δυο ηθοποιοί που τους υποδύονται έχουν παίξει και στο Μετροπόλιταν, ο ένας μάλιστα παίζει τον ίδιο πάνω κάτω χαρακτήρα. Οι περιπέτειες τους στη Βαρκελώνη περιλαμβάνουν τη γνωριμία τους με Βαρκελωνέζες που δουλεύουν σε εμπορικές εκθέσεις (κάτι σαν μοντέλα), αλλά και την ατυχή συνάντηση τους με τον αντιαμερικανισμό και τους αριστερούς τρομοκράτες.
Κι ενώ οι διάλογοι μεταξύ των δυο ξαδέρφων είναι το ίδιο έξυπνοι και αστείοι όπως και στο Μετροπόλιταν, υπάρχει κάτι πολύ ενοχλητικό σε σχέση με τη Βαρκελώνη και τα στερεότυπα του σκηνοθέτη για τους Ευρωπαίους και τους Ισπανούς (ή Καταλανούς να πω;)
Για τον Stillman τα στερεότυπα είναι δυο: αντιαμερικανισμός και σεξουαλική ελευθεριότητα. Οι διάφορες Ισπανίδες καλλονές που συναντούν οι δυο ήρωες συνδυάζουν με μεγάλη ευκολία δυο ή τρεις εραστές και το θεωρούν μάλιστα πολύ φυσιολογικό και δεν το κρύβουν. Αλλά ο αντιαμερικανισμός είναι το βασικό χαρακτηριστικό: από την πιο ηλίθια ξανθιά μέχρι τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, όλοι μισούν για γελοίους λόγους την Αμερική. Όχι ότι αυτό απέχει πολύ απ' την πραγματικότητα, αλλά το να κάνεις μια ταινία σε ξένη χώρα που να αφορά την άγνοια των ντόπιων για την πατρίδα σου, κι εσύ να επιδεικνύεις ακόμα μεγαλύτερη άγνοια γι' αυτή τη χώρα, είναι μάλλον ένδειξη υποκρισίας και σνομπισμού, και απόδειξη ασχετοσύνης. Πόσο μάλλον όταν ο σκηνοθέτης έχει ζήσει αρκετά χρόνια στην Ισπανία.
Πρώτα απ' όλα οι Ισπανοί (ή Καταλανοί) χαρακτήρες είναι στην πλειοψηφία τους ανεγκέφαλα κορίτσια, με ελάχιστους διαλόγους και ατάκες, κι ενώ οι δυο Αμερικάνοι λένε τα έξυπνα λόγια τους, τους κοιτάζουν με ηλίθιο βλέμμα και παραπονιούνται ότι δεν κατάλαβαν. Οι ηθοποιοί που τις παίζουν είναι από χώρες εκτός Ισπανίας, και ειδικά η ξανθιά πρωταγωνίστρια δεν μιλάει καθόλου ισπανικά, αφού η προφορά της θα πρόδιδε ότι είναι Αμερικάνα ή ότι άλλο είναι. Με τη γλώσσα συμβαίνει ακόμα ένα παράδοξο, οι χαρακτήρες που υποτίθεται ότι είναι Καταλανοί μιλάνε - όποτε μιλάνε- μεταξύ τους ισπανικά αλλά πετάνε που και που και καμιά καταλανική λέξη, όπως, γεια, αντίο, παρακαλώ κτλ.
Το αστείο είναι ότι συνήθως οι σκηνοθέτες που γυρίζουν ταινίες στη Βαρκελώνη, για να δικαιολογήσουν τη χρήση ισπανικών και όχι καταλανικών από τους κατοίκους της, συνήθως διαλέγουν χαρακτήρες που να έχουν καταγωγή από κάποιο ισπανόφωνο μέρος πχ καλλιτέχνες απ' τη Μαδρίτη, το Τολέδο ή μετανάστες από κανένα λασποχώρι της Ανδαλουσίας. Άνθρωποι να είναι Καταλανοί, όπως θέλει η ταινία αλλά να μιλάνε καστιλιάνικα μεταξύ τους, είναι από τις λίγες φορές που το βλέπω σε ταινία στη μετα Φράνκο εποχή.
Και μιας που το φερε η κουβέντα, ένας απ' τους ξαδέρφους θυμώνει που οι Βαρκελωνέζοι αποκαλούν του Αμερικάνους φασίστες και λέει ότι «πολλοί άντρες μας έχασαν τη ζωή τους για να απαλλάξουν την Ευρώπη από το φασισμό». Δε θέλω να σχολιάσω τους λόγους που η Αμερική μπλέχτηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά κι η γάτα μου το ξέρει ότι η Ισπανία δε συμμετείχε σ΄αυτόν τον πόλεμο, αντίθετα κανένας δεν απάλλαξε τους Ισπανούς από το φασίστα το Φράνκο, και οι σχέσεις του με την Αμερική δεν ήταν καθόλου μα καθόλου άσχημες. Με λίγα λόγια οι Καταλανοί δεν έχουν κανένα λόγο να ευχαριστήσουν τους Αμερικάνους για τη «συμβολή τους στη νίκη κατά του φασισμού».
Δεν υπάρχει στην «Barcelona» ίχνος από την πραγματικότητα της πόλης, ίχνος από Καταλωνία πέρα απ΄ την υποτιθέμενη καταλανική ταυτότητα των κοριτσιών, υπάρχουν μόνο τα κλισέ που περιμένει ο κάθε αδαής τουρίστας όπως το φλαμένκο.
Πάντως πέρα από την εξοργιστική και γεμάτη κλισέ απεικόνιση της Βαρκελώνης, δε μπορώ να πω ότι η ταινία δε μου άρεσε. Είναι πολύ διασκεδαστική. Κι ακόμα κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση ότι γυρίστηκε σαν εκδίκηση ενός πληγωμένου πατριώτη για τις προσβολές που άκουγε για χρόνια στην Ισπανία, η αλήθεια είναι ότι οι Ευρωπαίοι είναι αδικαιολόγητα αντιαμερικάνοι, και δε μπορώ να μη δώσω κάποιο δίκιο στο Stillman. Αλλά την ασχετοσύνη σε σχέση με την Καταλωνία δεν την συγχωρώ και βασικά θα προτιμούσα οι σκηνοθέτες απ' το Μανχάταν κι απ' τον υπόλοιπο κόσμο, να περιοριζόταν σ' αυτά που ξέρουν καλύτερα, και ν' άφηναν τη Βαρκελώνη στην ησυχία της.
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
Metropolitan (1990) του Whit Stillman
Μια παρέα από φοιτητές της ανώτερης κοινωνικής τάξης του Μανχάταν συναντούνται στο σπίτι μιας φοιτήτριας αλλά και σε χορούς, ή σε λέσχες, στη σύντομη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων. Στα πάρτυ αυτά τους βλέπουμε να συζητάνε για την κοινωνία, τη ζωή, την πολιτική, τις σχέσεις, την τέχνη. Όλοι τους είναι μορφωμένοι, με σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια, έχουν επίγνωση των προνομίων τους, και ένα από τα θέματα που τους απασχολούν περισσότερο είναι η μοίρα της κοινωνικής τους τάξης. Σιγά σιγά γνωρίζουμε καλύτερα τους χαρακτήρες των αγοριών, ο ένας είναι κυνικός, ο άλλος έχει συνέχεια θεωρίες και προσπαθεί να είναι ηθικός, κι ο πρωταγωνιστής είναι κάπως φτωχότερος απ' τους υπόλοιπους, όλοι όμως είναι υποκριτές και εγωιστές. Πολύ συχνά μάλιστα κατακρίνουν κάποιον για τον τρόπο που φέρεται, για να κάνουν ακριβώς το ίδιο αμέσως μετά. Τα κορίτσια δεν τα γνωρίζουμε τόσο καλά, εξάλλου συζητάνε συνήθως για γκομενικά, με εξαίρεση την Όντρι που είναι αγνή, απλή και ειλικρινής, ακριβώς σαν τις ηρωίδες της Τζέιν Όστιν.
Βασικά η ταινία μοιάζει στη δομή και στο νόημα με μυθιστόρημα της Όστιν: Δεν υπάρχει τόσο δράση όσο διάλογοι, και μέσω των διαλόγων αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του κάθε ήρωα, ενώ το κεντρικό θέμα είναι πότε και πως οι δύο πρωταγωνιστές θα καταλάβουν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Στις ομοιότητες είναι βέβαια και το περιβάλλον των πλούσιων νέων με το σαβουάρ βιβρ να έχει αλλάξει ελάχιστα απ' την εποχή της Όστιν. Μάλιστα κάπου εμφανίζεται κι ένας νεαρός βαρόνος
.
Αυτό πάντως που κάνει το Metropolitan να ξεχωρίζει είναι οι πολύ έξυπνοι διάλογοι, που είναι τόσο έξυπνοι που καμιά φορά μπορεί να μην προλάβεις να καταλάβεις την ειρωνεία που κρύβουν.
Το όνομα του Whit Stillman δεν το είχα ξανακούσει ποτέ, αλλά έτυχε ψάχνοντας για διασκευές του «Mansfield Park» να πέσω σε ένα κειμενάκι στη βικιπαίδεια που έλεγε ότι στο Metropolitan οι δυο ήρωες διαφωνούν γι 'αυτό το μυθιστόρημα: ο Τομ πιστεύει ότι είναι παρωχημένο και ότι η ηρωίδα του η Φάννυ Πράις είναι εντελών ασυμπάθιστη, ενώ η Όντρεϊ δεν καταλαβαίνει τι κακό έχει η Φάννυ. Ο Τομ τελικά λέει ότι δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, αλλά έχει διαβάσει κριτικές (!).
Κατάφερα να βρω δυο διασκευές του Mansfield Park, η μια χειρότερη από την άλλη, και σκεφτόμουν να κάνω μια ανάρτηση για το πως μπορεί κανείς να καταστρέψει μια ταινία που βασίζεται σε κλασσικό μυθιστόρημα με το να απαλύνει ή να αλλάζει τα συντηρητικά στοιχεία του βιβλίου, αλλά δε βαριέσαι..
Βασικά η ταινία μοιάζει στη δομή και στο νόημα με μυθιστόρημα της Όστιν: Δεν υπάρχει τόσο δράση όσο διάλογοι, και μέσω των διαλόγων αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του κάθε ήρωα, ενώ το κεντρικό θέμα είναι πότε και πως οι δύο πρωταγωνιστές θα καταλάβουν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Στις ομοιότητες είναι βέβαια και το περιβάλλον των πλούσιων νέων με το σαβουάρ βιβρ να έχει αλλάξει ελάχιστα απ' την εποχή της Όστιν. Μάλιστα κάπου εμφανίζεται κι ένας νεαρός βαρόνος
.
Αυτό πάντως που κάνει το Metropolitan να ξεχωρίζει είναι οι πολύ έξυπνοι διάλογοι, που είναι τόσο έξυπνοι που καμιά φορά μπορεί να μην προλάβεις να καταλάβεις την ειρωνεία που κρύβουν.
Το όνομα του Whit Stillman δεν το είχα ξανακούσει ποτέ, αλλά έτυχε ψάχνοντας για διασκευές του «Mansfield Park» να πέσω σε ένα κειμενάκι στη βικιπαίδεια που έλεγε ότι στο Metropolitan οι δυο ήρωες διαφωνούν γι 'αυτό το μυθιστόρημα: ο Τομ πιστεύει ότι είναι παρωχημένο και ότι η ηρωίδα του η Φάννυ Πράις είναι εντελών ασυμπάθιστη, ενώ η Όντρεϊ δεν καταλαβαίνει τι κακό έχει η Φάννυ. Ο Τομ τελικά λέει ότι δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, αλλά έχει διαβάσει κριτικές (!).
Κατάφερα να βρω δυο διασκευές του Mansfield Park, η μια χειρότερη από την άλλη, και σκεφτόμουν να κάνω μια ανάρτηση για το πως μπορεί κανείς να καταστρέψει μια ταινία που βασίζεται σε κλασσικό μυθιστόρημα με το να απαλύνει ή να αλλάζει τα συντηρητικά στοιχεία του βιβλίου, αλλά δε βαριέσαι..
Τετάρτη 4 Απριλίου 2012
Φεστιβάλ Βενετίας 2009
Το 2009 διαγωνίστηκαν στο φεστιβάλ της Βενετίας 25 ταινίες στο επίσημο πρόγραμμα. Από αυτές κατάφερα να μαζέψω μόνο 23, κι από αυτές δεν κατάφερα να τις δω όλες μέχρι το τέλος.
Ας αρχίσουμε απ' αυτές που έφαγα το ίντερνετ και δεν τις βρήκα. Η μία είναι το «Al Mosafer» από την Αίγυπτο για το οποίο δυσκολεύτηκα να βρω ακόμα και κριτικές. Η άλλη είναι το Ahasin Wetei του Vimukthi Jayasundara από τη Σρι Λάνκα που πιστεύω ότι θα μου άρεσε, κρίνοντας απ' τη σκηνή αυτή.
Για τις υπόλοιπες ξεκινώ από αυτές που μου περισσότερο μου άρεσαν.
Ο Λίβανος του Samuel Maoz που πήρε το χρυσό λιοντάρι είναι μαι πολύ ενδιαφέρουσα κλειστοφοβική αντιπολεμική ταινία που λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα τανκ, και τον έξω κόσμο τον βλέπουμε μέσα απ' το τανκ αυτό (δε ξέρω πως λέγεται αυτό το πράγμα, περισκόπιο;). Έχουμε ελάχιστη δράση, περισσότερο βλέπουμε την ψυχολογική κατάπτωση των αρχικά κεφάτων φαντάρων, την αγωνία τους, ενώ γύρω τους συμβαίνουν διάφορα μίνι εγκλήματα πολέμου. Οι κακοί στην ταινία όπως και σε όλες όσες έχω δει με θέμα το Λίβανο είναι οι χριστιανοί, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία σ' αυτή τη χώρα κι εδώ γνωρίζουμε ένα δείγμα απ' αυτούς: είναι ένας γλοιώδης τύπος που εμφανίζεται προς το τέλος αλλά δε λέω τι απειλεί να κάνει γιατί είναι σπόιλερ. Υπάρχει και το υποχρεωτικό ημιδιεστραμμένο ανέκδοτο, ένα μελό περιστατικό σχετικά με την οικογένεια ενός φαντάρου, και η επίσης υποχρεωτική εναλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των φαντάρων σ'αυτή την ακραία κατάσταση που βρίσκονται. Αυτά όμως δε με ενόχλησαν ιδιαίτερα και συνολικά μου άρεσε πολύ, η υπόθεση θα μπορούσε να μην αναφέρεται στο Λίβανο αλλά σε ένα φανταστικό βασίλειο στον Άρη.
Το Life During Wartime του Todd Solondz είναι συνέχεια του «Happiness» με εντελώς διαφορετικούς ηθοποιούς. Μπορεί να μην θεωρείται τόσο πετυχημένο όσο το Χάπινες αλλά για μένα ήταν η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη που είδα και η πιο ευχάριστη έκπληξη σ' αυτό το βαρετό φεστιβάλ.
Το θαύμα στη Λούρδη (Lourdes) είναι ακόμα μια αγαπημένη ταινία που μελετά μια ομάδα πιστών οι περισσότεροι άρρωστοι που επισκέπτονται τη Λούρδη ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Η ταινία παρακολουθεί πιστούς, τους συνοδούς τους και τους παπάδες και τις καλόγριες που συμμετέχουν στο προσκύνημα, και κυρίως μια γυναίκα που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι πολύ αντικειμενική η ματιά της Jessica Hausner και ούτε καν κάνει κριτική στην καθολική εκκλησία και στο εμπόριο με τη δυστυχία των ανθρώπων, απλά παρατηρεί. Στο τέλος δε ξέρεις τι να πιστέψεις, όπως άλλωστε στην αληθινή ζωή. Έχοντας μια μικρή εμπειρία σε προσκυνήματα, τάματα, μοναστήρια κτλ, η ταινία μου έφερε ευχάριστες αναμνήσεις.
Ο Χέρτσογκ συμμετείχε με δυο έργα του στο διαγωνιστικό τμήμα, το περισσότερα γνωστό Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans και το My Son, My Son, What Have Ye Done που προβλήθηκε σαν έκπληξη. Το πρώτο το βρήκα άθλιο και δε θέλω να το σχολιάσω, αλλά το δεύτερο ήταν αρκετά ενδιαφέρον και σουρεαλιστικό. Ένας νέος άντρας έχει σκοτώσει τη μητέρα του και η αστυνομία προσπαθεί να τον πείσει να παραδοθεί και να μαζέψει πληροφορίες για τα κίνητρα του. Αφορμή για σουρεαλισμό και μερικούς χαρακτήρες υποτονικούς και καθυστερημένους που νιώθεις την ανάγκη να τους ταρακουνήσεις.
Η πιο εκκεντρική ταινία του φεστιβάλ είναι όμως το 36 vues du Pic Saint-Loup του Ριβέτ όπου παρακολουθούμε την περιοδεία ενός μικρού κι εντελώς αποτυχημένου οικογενειακού τσίρκου, στη γαλλική επαρχία το καλοκαίρι. Υπάρχει και πλοκή στην ταινία, δηλαδή ένα μυστικό σχετικά με την πρωταγωνίστρια κι ένα τραύμα που πρέπει να ξεπεράσει, όλα αυτά πολύ κακόγουστα, αλλά η αίσθηση της καλοκαιρινής νωχέλειας, και άλλα στοιχεία που δεν μπορώ να προσδιορίσω με έκαναν να διασκεδάσω αρκετά ειδικά στη μέση της ταινίας. Μερικά από τα νούμερα του τσίρκου που παρουσιάζονται φαίνεται να είναι αληθινά και νομίζω ότι ο σκοπός ύπαρξης της ταινίας είναι η νοσταλγία για μια μορφή διασκέδασης που έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί .
Το A Single Man επίσης δε μου φάνηκε καθόλου κακό και απέφυγε πολλά κλισέ του εμπορικού κινηματογράφου, αν και η επιμονή με τα αισθησιακά αντρικά σώματα κάπου με ξένισε. Στο White Material η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι μια λευκή γαιοκτήμονας στην Αφρική (σε μια χώρα που δεν κατονομάζεται) και προσπαθεί να κρατήσει τη φάρμα της και τους υπηρέτες της ενώ γύρω της γίνεται πόλεμος και η οικογένειά της διαλύεται. Αρκετά ενδιαφέρον, χωρίς καθόλου μελόδραμα, απλά στο τέλος δεν κατάλαβα το νόημά της. Να μην ξεχνάμε και το Zanan bedun-e mardan (Γυναίκες χωρίς άντρες) για το οποίο έχω ήδη γράψει, όπως έχω γράψει και για τη Λόλα του Brillante Mendoza. Επίσης το The Road με το Βόγκο Μόρτενσεν ήταν αρκετά καλύτερο απ' ότι το περίμενα, αν και κάπως γκρίζο, βαρετό και αμερικάνικο (εμμονή με την αντίθεση καλού-κακού, σχέση πατέρα-γιου κτλ).
Το Persécution του Πατρίς Σερό θα έλεγα ότι είναι κλασσικό γαλλικό ταινιάκι με ένα κάπως ιδιότροπο νεαρό, τη γιάπισσα φιλενάδα του και μια προοδευτική παρέα (απ΄την οποία δε λείπει η Χιάμ Αμπάς), και που δε γίνεται τίποτα, αυτή τη φορά με την κακή έννοια. Είναι όμως τελείως διαφορετικό απ' τη βασίλισσα Μαργκό, και κατά την άποψή μου απείρως καλύτερο. Το Soul Kitchen είναι μια κομεντί με μπόλικο χιούμορ επιπέδου γερμανικής τηλεόρασης (όχι ότι έχω εντρυφήσει) και ότι κλισέ μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Πάντως περνάει ευχάριστα η ώρα, κι αυτό κάτι είναι. Ευχάριστα πέρασε η ώρα και στο Survival of the Dead, όπου μια ομάδα κυνηγάει, τι άλλο, ζόμπι, και στο Yi ngoi (Accident), μια χαμηλών τόνων ταινία μυστηρίου όπου μια ομάδα πληρωμένων δολοφόνων φροντίζει να ξεφορτωθεί τα θύματά της με ευφάνταστο τρόπο.
Διαγωνίστηκαν 4 ιταλικές ταινίες, που στο μυαλό μου τις έχω μπερδεμένες αφού μοιάζουν πολύ στο στιλ και κάποιες έχουν τους ίδιους ηθοποιούς σε παρόμοιους ρόλους. Απ' αυτές ξεχωρίζω το La doppia ora, που ξεκινάει σαν δράμα με δυο όχι τόσο νέους ανθρώπους που γνωρίζονται και προσπαθούν να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους, αλλά ευτυχώς γρήγορα η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή, αν και περίμενα καλύτερο τέλος. Στο Il grande sogno ο σκηνοθέτης (Michele Placido) χρησιμοποιώντας αυτοβιογραφικά στοιχεία περιγράφει το φοιτητικό κίνημα στο τέλος της δεκαετίας του 60 στην Ιταλία μέσα από τις ιστορίες ενός αστυνόμου με ιδιαίτερη αγάπη στο θέατρο, και μιας ευκατάστατης οικογένειας, τις οποίας τα τρία τέκνα πρωτοστατούν στις φοιτητικές εξεγέρσεις.
Το Lei wangzi (Prince of Tears) ενώ είναι κακόγουστος συνδυασμός σαπουνόπερας και υποθέτω και προπαγάνδας, έγινε αφορμή για να μάθω ένα μελανό σημείο της ιστορίας της Ταϊβάν που μέχρι τώρα θεωρούσα υπόδειγμα δημοκρατικού (ψευδο)κράτους. Φαίνεται λοιπόν ότι λίγο μετά την εγκατάσταση της «νόμιμης» κινεζικής κυβέρνησης στο νησί, επικρατούσε ένα κλίμα τρομοκρατίας και χαφιεδισμού όπου γίνονταν φυλακίσεις και εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες (ή και χωρίς), με θύματα όσους είχαν την ατυχία να πέσουν σε ανυποληψία/να θεωρηθούν ύποπτοι για σπιούνοι του Μάο. Κι εγώ που νόμιζα ότι αυτά τα έκαναν μόνο οι κομμουνιστές.
Για τις υπόλοιπες ταινίες δε θέλω να γράψω γιατί τις θεωρώ απαράδεκτες, να πω μόνο ότι χειρότερη απ' όλες βρήκα το Tetsuo.
Ας αρχίσουμε απ' αυτές που έφαγα το ίντερνετ και δεν τις βρήκα. Η μία είναι το «Al Mosafer» από την Αίγυπτο για το οποίο δυσκολεύτηκα να βρω ακόμα και κριτικές. Η άλλη είναι το Ahasin Wetei του Vimukthi Jayasundara από τη Σρι Λάνκα που πιστεύω ότι θα μου άρεσε, κρίνοντας απ' τη σκηνή αυτή.
Για τις υπόλοιπες ξεκινώ από αυτές που μου περισσότερο μου άρεσαν.
Ο Λίβανος του Samuel Maoz που πήρε το χρυσό λιοντάρι είναι μαι πολύ ενδιαφέρουσα κλειστοφοβική αντιπολεμική ταινία που λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα τανκ, και τον έξω κόσμο τον βλέπουμε μέσα απ' το τανκ αυτό (δε ξέρω πως λέγεται αυτό το πράγμα, περισκόπιο;). Έχουμε ελάχιστη δράση, περισσότερο βλέπουμε την ψυχολογική κατάπτωση των αρχικά κεφάτων φαντάρων, την αγωνία τους, ενώ γύρω τους συμβαίνουν διάφορα μίνι εγκλήματα πολέμου. Οι κακοί στην ταινία όπως και σε όλες όσες έχω δει με θέμα το Λίβανο είναι οι χριστιανοί, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία σ' αυτή τη χώρα κι εδώ γνωρίζουμε ένα δείγμα απ' αυτούς: είναι ένας γλοιώδης τύπος που εμφανίζεται προς το τέλος αλλά δε λέω τι απειλεί να κάνει γιατί είναι σπόιλερ. Υπάρχει και το υποχρεωτικό ημιδιεστραμμένο ανέκδοτο, ένα μελό περιστατικό σχετικά με την οικογένεια ενός φαντάρου, και η επίσης υποχρεωτική εναλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των φαντάρων σ'αυτή την ακραία κατάσταση που βρίσκονται. Αυτά όμως δε με ενόχλησαν ιδιαίτερα και συνολικά μου άρεσε πολύ, η υπόθεση θα μπορούσε να μην αναφέρεται στο Λίβανο αλλά σε ένα φανταστικό βασίλειο στον Άρη.Το Life During Wartime του Todd Solondz είναι συνέχεια του «Happiness» με εντελώς διαφορετικούς ηθοποιούς. Μπορεί να μην θεωρείται τόσο πετυχημένο όσο το Χάπινες αλλά για μένα ήταν η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη που είδα και η πιο ευχάριστη έκπληξη σ' αυτό το βαρετό φεστιβάλ.
Το θαύμα στη Λούρδη (Lourdes) είναι ακόμα μια αγαπημένη ταινία που μελετά μια ομάδα πιστών οι περισσότεροι άρρωστοι που επισκέπτονται τη Λούρδη ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Η ταινία παρακολουθεί πιστούς, τους συνοδούς τους και τους παπάδες και τις καλόγριες που συμμετέχουν στο προσκύνημα, και κυρίως μια γυναίκα που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι πολύ αντικειμενική η ματιά της Jessica Hausner και ούτε καν κάνει κριτική στην καθολική εκκλησία και στο εμπόριο με τη δυστυχία των ανθρώπων, απλά παρατηρεί. Στο τέλος δε ξέρεις τι να πιστέψεις, όπως άλλωστε στην αληθινή ζωή. Έχοντας μια μικρή εμπειρία σε προσκυνήματα, τάματα, μοναστήρια κτλ, η ταινία μου έφερε ευχάριστες αναμνήσεις.
Ο Χέρτσογκ συμμετείχε με δυο έργα του στο διαγωνιστικό τμήμα, το περισσότερα γνωστό Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans και το My Son, My Son, What Have Ye Done που προβλήθηκε σαν έκπληξη. Το πρώτο το βρήκα άθλιο και δε θέλω να το σχολιάσω, αλλά το δεύτερο ήταν αρκετά ενδιαφέρον και σουρεαλιστικό. Ένας νέος άντρας έχει σκοτώσει τη μητέρα του και η αστυνομία προσπαθεί να τον πείσει να παραδοθεί και να μαζέψει πληροφορίες για τα κίνητρα του. Αφορμή για σουρεαλισμό και μερικούς χαρακτήρες υποτονικούς και καθυστερημένους που νιώθεις την ανάγκη να τους ταρακουνήσεις.
Η πιο εκκεντρική ταινία του φεστιβάλ είναι όμως το 36 vues du Pic Saint-Loup του Ριβέτ όπου παρακολουθούμε την περιοδεία ενός μικρού κι εντελώς αποτυχημένου οικογενειακού τσίρκου, στη γαλλική επαρχία το καλοκαίρι. Υπάρχει και πλοκή στην ταινία, δηλαδή ένα μυστικό σχετικά με την πρωταγωνίστρια κι ένα τραύμα που πρέπει να ξεπεράσει, όλα αυτά πολύ κακόγουστα, αλλά η αίσθηση της καλοκαιρινής νωχέλειας, και άλλα στοιχεία που δεν μπορώ να προσδιορίσω με έκαναν να διασκεδάσω αρκετά ειδικά στη μέση της ταινίας. Μερικά από τα νούμερα του τσίρκου που παρουσιάζονται φαίνεται να είναι αληθινά και νομίζω ότι ο σκοπός ύπαρξης της ταινίας είναι η νοσταλγία για μια μορφή διασκέδασης που έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί .Το A Single Man επίσης δε μου φάνηκε καθόλου κακό και απέφυγε πολλά κλισέ του εμπορικού κινηματογράφου, αν και η επιμονή με τα αισθησιακά αντρικά σώματα κάπου με ξένισε. Στο White Material η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι μια λευκή γαιοκτήμονας στην Αφρική (σε μια χώρα που δεν κατονομάζεται) και προσπαθεί να κρατήσει τη φάρμα της και τους υπηρέτες της ενώ γύρω της γίνεται πόλεμος και η οικογένειά της διαλύεται. Αρκετά ενδιαφέρον, χωρίς καθόλου μελόδραμα, απλά στο τέλος δεν κατάλαβα το νόημά της. Να μην ξεχνάμε και το Zanan bedun-e mardan (Γυναίκες χωρίς άντρες) για το οποίο έχω ήδη γράψει, όπως έχω γράψει και για τη Λόλα του Brillante Mendoza. Επίσης το The Road με το Βόγκο Μόρτενσεν ήταν αρκετά καλύτερο απ' ότι το περίμενα, αν και κάπως γκρίζο, βαρετό και αμερικάνικο (εμμονή με την αντίθεση καλού-κακού, σχέση πατέρα-γιου κτλ).
Το Persécution του Πατρίς Σερό θα έλεγα ότι είναι κλασσικό γαλλικό ταινιάκι με ένα κάπως ιδιότροπο νεαρό, τη γιάπισσα φιλενάδα του και μια προοδευτική παρέα (απ΄την οποία δε λείπει η Χιάμ Αμπάς), και που δε γίνεται τίποτα, αυτή τη φορά με την κακή έννοια. Είναι όμως τελείως διαφορετικό απ' τη βασίλισσα Μαργκό, και κατά την άποψή μου απείρως καλύτερο. Το Soul Kitchen είναι μια κομεντί με μπόλικο χιούμορ επιπέδου γερμανικής τηλεόρασης (όχι ότι έχω εντρυφήσει) και ότι κλισέ μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Πάντως περνάει ευχάριστα η ώρα, κι αυτό κάτι είναι. Ευχάριστα πέρασε η ώρα και στο Survival of the Dead, όπου μια ομάδα κυνηγάει, τι άλλο, ζόμπι, και στο Yi ngoi (Accident), μια χαμηλών τόνων ταινία μυστηρίου όπου μια ομάδα πληρωμένων δολοφόνων φροντίζει να ξεφορτωθεί τα θύματά της με ευφάνταστο τρόπο.
Διαγωνίστηκαν 4 ιταλικές ταινίες, που στο μυαλό μου τις έχω μπερδεμένες αφού μοιάζουν πολύ στο στιλ και κάποιες έχουν τους ίδιους ηθοποιούς σε παρόμοιους ρόλους. Απ' αυτές ξεχωρίζω το La doppia ora, που ξεκινάει σαν δράμα με δυο όχι τόσο νέους ανθρώπους που γνωρίζονται και προσπαθούν να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους, αλλά ευτυχώς γρήγορα η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή, αν και περίμενα καλύτερο τέλος. Στο Il grande sogno ο σκηνοθέτης (Michele Placido) χρησιμοποιώντας αυτοβιογραφικά στοιχεία περιγράφει το φοιτητικό κίνημα στο τέλος της δεκαετίας του 60 στην Ιταλία μέσα από τις ιστορίες ενός αστυνόμου με ιδιαίτερη αγάπη στο θέατρο, και μιας ευκατάστατης οικογένειας, τις οποίας τα τρία τέκνα πρωτοστατούν στις φοιτητικές εξεγέρσεις.
Το Lei wangzi (Prince of Tears) ενώ είναι κακόγουστος συνδυασμός σαπουνόπερας και υποθέτω και προπαγάνδας, έγινε αφορμή για να μάθω ένα μελανό σημείο της ιστορίας της Ταϊβάν που μέχρι τώρα θεωρούσα υπόδειγμα δημοκρατικού (ψευδο)κράτους. Φαίνεται λοιπόν ότι λίγο μετά την εγκατάσταση της «νόμιμης» κινεζικής κυβέρνησης στο νησί, επικρατούσε ένα κλίμα τρομοκρατίας και χαφιεδισμού όπου γίνονταν φυλακίσεις και εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες (ή και χωρίς), με θύματα όσους είχαν την ατυχία να πέσουν σε ανυποληψία/να θεωρηθούν ύποπτοι για σπιούνοι του Μάο. Κι εγώ που νόμιζα ότι αυτά τα έκαναν μόνο οι κομμουνιστές.
Για τις υπόλοιπες ταινίες δε θέλω να γράψω γιατί τις θεωρώ απαράδεκτες, να πω μόνο ότι χειρότερη απ' όλες βρήκα το Tetsuo.
Κυριακή 1 Απριλίου 2012
Rewers (2009) του Borys Lankosz
Η Σαμπίνα ζει με τη μητέρα, τη γιαγιά της και τον αλκοολικό αδερφό της σ' ένα διαμέρισμα στη Βαρσοβία του 1952. Την εποχή αυτή οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν τα τραύματα του πολέμου και ταυτόχρονα να συνηθίσουν όσο καλύτερα μπορούν το νέο πολίτευμα, τον κομμουνισμό. Το Rewers προσπαθεί να αποτυπώσει και να διακωμωδήσει αυτό το κλίμα τρομοκρατίας που βασάνισε τον πολωνικό λαό και κυρίως την (πρώην) μπουρζουαζία.
Η κυρία Ιρένα, η μητέρα, ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλου φαρμακείου πριν τον πόλεμο, κι ο αδερφός είναι μποέμης ζωγράφος. Τώρα η μόνη που φέρνει λεφτά στο σπίτι είναι η ίδια η Σαμπίνα που δουλεύει σαν «υπεύθυνη ποίησης» σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό, όπου είναι αναγκασμένοι να εκδίδουν μόνο ότι συμβαδίζει με τη γραμμή του κόμματος. Δύο είναι τα βασικά προβλήματα της οικογένειας: Πρώτον πως θα ξεφορτωθούν ένα παλιό αμερικάνικο νόμισμα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους γείτονες και την αστυνομία. Και το σπουδαιότερο που φαίνεται να βασανίζει μάνα και γιαγιά είναι να βρεθεί άντρας για τη Σαμπίνα που κινδυνεύει να μείνει γεροντοκόρη. Αλλά κι εκείνη νιώθει την ανάγκη ενός άντρα στη ζωή της, για άλλους λόγους βέβαια. Ήδη από την πρώτη σκηνή την βλέπουμε στο σινεμά να θαυμάζει τα γυμνά σώματα των νέων του Πολωνικού Στρατού που προβάλλονται σ' ένα προπαγανδιστικό φιλμ. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας κύριος στη ζωή της που κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, αλλά πόσο σίγουρη μπορεί να είναι μια κοπέλα σε ένα δικτατορικό καθεστώς;
Εκτός από την ανελέητη σάτιρα στον κομμουνισμό, το Rewers αποτελεί και φόρο τιμής στο σινεμά: πολλές σκηνές είναι «αντιγραμμένες» από ταινίες του 50, και η κάμερα μιμείται τα «λάθη» των παλιών καμερών. Κι ο χαρακτήρας του Bronisław είναι καρικατούρα του σκληρού ήρωα των αμερικάνικων ταινιών. Την ασπρόμαυρη ταινία διακόπτουν έγχρωμες σκηνές απ΄το παρόν με την ηλικιωμένη πλέον Σαμπίνα να πηγαίνει στο αεροδρόμιο, αλλά και αληθινές σκηνές από τη Βαρσοβία που έχουν γυριστεί τη δεκαετία του 50.
Το Ρεβέρς είναι όμως πάνω απ' όλα αστείο, και την πρώτη φορά που το είδα γέλασα μέχρι δακρύων. Εκτός από χιούμορ, υπάρχουν και μερικές πολύ έντονες ίσως και σκληρές σκηνές όπως στη μέση περίπου της ταινίας, όπου η ηρωίδα συναντά τον αγαπημένο της στο διαμέρισμα της.
Η πρωταγωνίστρια, η Agata Buzek κέρδισε το 2010 το Βραβείο Πολωνικού Κινηματογράφου για τη γυναικεία ερμηνεία,- και η ίδια η ταινία το βραβείο καλύτερης ταινίας-, τη χρονιά που ήταν υποψήφια και η Κριστίνα Γιάντα με το Τατάρακ του Βάιντα. Βέβαια η Γιάντα παίζει κι εδώ, είναι η μητέρα της Σαμπίνας, αλλά η Μπούζεκ με το χαρακτηριστικό εξωγήινο πρόσωπο είναι η ψυχή του Rewers.
Κεντρικό ρόλο στην ταινία παίζει το Παλάτι του Πολιτισμού και της Επιστήμης, ένα επιβλητικό κτίριο, «δώρο απ΄τη Ρωσία» που άρχισε να χτίζεται το 52 προς τιμή του Στάλιν. Είναι ένα κτίριο που μάλλον αρέσει στους τουρίστες αλλά όχι σε πολλούς Πολωνούς που τους θυμίζει την καταπίεση του κομμουνισμού, και που δεν είναι καν πρωτότυπο αφού «οι Ρώσοι έχουν χτίσει από ένα τέτοιο σε κάθε κομμουνιστική πρωτεύουσα». Προσωπικά νομίζω ότι έχω μπει μέσα για μια συναυλία, όπου έριχνες δυο ζάρια και πλήρωνες για είσοδο τόσα ζλότι όσα έβγαιναν στις ζαριές -και δυστυχώς σε μένα αλλά και στη φίλη μου μας βγήκαν από δυο πεντάρια-, αλλά δεν παίρνω όρκο γιατί ήμουν πολύ μεθυσμένη.
Η κυρία Ιρένα, η μητέρα, ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλου φαρμακείου πριν τον πόλεμο, κι ο αδερφός είναι μποέμης ζωγράφος. Τώρα η μόνη που φέρνει λεφτά στο σπίτι είναι η ίδια η Σαμπίνα που δουλεύει σαν «υπεύθυνη ποίησης» σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό, όπου είναι αναγκασμένοι να εκδίδουν μόνο ότι συμβαδίζει με τη γραμμή του κόμματος. Δύο είναι τα βασικά προβλήματα της οικογένειας: Πρώτον πως θα ξεφορτωθούν ένα παλιό αμερικάνικο νόμισμα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους γείτονες και την αστυνομία. Και το σπουδαιότερο που φαίνεται να βασανίζει μάνα και γιαγιά είναι να βρεθεί άντρας για τη Σαμπίνα που κινδυνεύει να μείνει γεροντοκόρη. Αλλά κι εκείνη νιώθει την ανάγκη ενός άντρα στη ζωή της, για άλλους λόγους βέβαια. Ήδη από την πρώτη σκηνή την βλέπουμε στο σινεμά να θαυμάζει τα γυμνά σώματα των νέων του Πολωνικού Στρατού που προβάλλονται σ' ένα προπαγανδιστικό φιλμ. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας κύριος στη ζωή της που κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, αλλά πόσο σίγουρη μπορεί να είναι μια κοπέλα σε ένα δικτατορικό καθεστώς;
Εκτός από την ανελέητη σάτιρα στον κομμουνισμό, το Rewers αποτελεί και φόρο τιμής στο σινεμά: πολλές σκηνές είναι «αντιγραμμένες» από ταινίες του 50, και η κάμερα μιμείται τα «λάθη» των παλιών καμερών. Κι ο χαρακτήρας του Bronisław είναι καρικατούρα του σκληρού ήρωα των αμερικάνικων ταινιών. Την ασπρόμαυρη ταινία διακόπτουν έγχρωμες σκηνές απ΄το παρόν με την ηλικιωμένη πλέον Σαμπίνα να πηγαίνει στο αεροδρόμιο, αλλά και αληθινές σκηνές από τη Βαρσοβία που έχουν γυριστεί τη δεκαετία του 50.Το Ρεβέρς είναι όμως πάνω απ' όλα αστείο, και την πρώτη φορά που το είδα γέλασα μέχρι δακρύων. Εκτός από χιούμορ, υπάρχουν και μερικές πολύ έντονες ίσως και σκληρές σκηνές όπως στη μέση περίπου της ταινίας, όπου η ηρωίδα συναντά τον αγαπημένο της στο διαμέρισμα της.
Η πρωταγωνίστρια, η Agata Buzek κέρδισε το 2010 το Βραβείο Πολωνικού Κινηματογράφου για τη γυναικεία ερμηνεία,- και η ίδια η ταινία το βραβείο καλύτερης ταινίας-, τη χρονιά που ήταν υποψήφια και η Κριστίνα Γιάντα με το Τατάρακ του Βάιντα. Βέβαια η Γιάντα παίζει κι εδώ, είναι η μητέρα της Σαμπίνας, αλλά η Μπούζεκ με το χαρακτηριστικό εξωγήινο πρόσωπο είναι η ψυχή του Rewers.
Κεντρικό ρόλο στην ταινία παίζει το Παλάτι του Πολιτισμού και της Επιστήμης, ένα επιβλητικό κτίριο, «δώρο απ΄τη Ρωσία» που άρχισε να χτίζεται το 52 προς τιμή του Στάλιν. Είναι ένα κτίριο που μάλλον αρέσει στους τουρίστες αλλά όχι σε πολλούς Πολωνούς που τους θυμίζει την καταπίεση του κομμουνισμού, και που δεν είναι καν πρωτότυπο αφού «οι Ρώσοι έχουν χτίσει από ένα τέτοιο σε κάθε κομμουνιστική πρωτεύουσα». Προσωπικά νομίζω ότι έχω μπει μέσα για μια συναυλία, όπου έριχνες δυο ζάρια και πλήρωνες για είσοδο τόσα ζλότι όσα έβγαιναν στις ζαριές -και δυστυχώς σε μένα αλλά και στη φίλη μου μας βγήκαν από δυο πεντάρια-, αλλά δεν παίρνω όρκο γιατί ήμουν πολύ μεθυσμένη.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
Το κοτόπουλο, τα δαμάσκηνα κι ένα ταρ που έγινε βιολί
Στο Poulet aux prunes, τη δεύτερη ταινία της Σατραπί, αυτή τη φορά με αληθινούς ηθοποιούς κι όχι κινούμενα σχέδια, ο Νασερ Αλί Χαν ένας διάσημος ιρανός βιολιστής ψάχνει όλο το Ιράν για να βρει ένα βιολί τόσο καλό όσο αυτό που έσπασε η γυναίκα του. Επειδή όμως ποτέ δεν καταφέρνει να βρει τέτοιο βιολί αποφασίζει να πεθάνει. Τις επόμενες 8 μέρες μετά την απόφαση αυτή κλείνεται στο δωμάτιό του, όπου τον επισκέπτονται διάφοροι συγγενείς, ενώ ένας αφηγητής μας διηγείται μέσα από φλας μπακ (και φόργουορντ) το παρελθόν του αλλά και το μέλλον κάποιων κοντινών του προσώπων. Η ταινία έχει πολλά συμπαθητικά εφέ κι έχει παραμυθένιο ντεκόρ ειδικά στις σκηνές από τις αναμνήσεις του Νασέρ Αλί Χαν. Είναι γεμάτη από νοσταλγία για την δεκαετία του 50, γενικότερα για την εποχή πριν την επανάσταση.
Παρακολουθείται αρκετά ευχάριστα, μόνο που θα ήθελα κανένα μισάωρο παραπάνω για να γνωρίσουμε καλύτερα τους χαρακτήρες και να καταλάβουμε τα πάθη τους.
Αλλά καλώς η κακώς, το «κοτόπουλο με δαμάσκηνα» δε με ενδιαφέρει τόσο σαν ταινία, αλλά σαν δείγμα ευρωπαϊκής παραγωγής με διεθνές καστ που κάνει βόλτες στα φεστιβάλ του κόσμου. Και φυσικά θα μπορούσε άνετα να μπει στην κατηγορία του «όχι και τόσο ιρανικού κινηματογράφου», είναι δηλαδή μια ταινία γυρισμένη από ανθρώπους που ζουν στη Δύση, κι έχει σκοπό να παρουσιάσει το Ιράν στους δυτικούς θεατές.
Η ταινία διατηρεί πολλές απ' τις «σκηνές» του κόμικ και έχει απρόσμενα λίγες αλλαγές. Νομίζω ότι προτιμώ το δεύτερο.
Και λίγο ταρ: (Στο πρώτο βίντεο είναι ο Qolam Hossein Bigjeh-Khani και στο δεύτερο ο Jalil Shahnaz)
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κομμάτι, που υπάρχει ολόκληρο στο youtube. Και τέλος ο θρυλικός Shahnazi (προσοχή άλλος ο Shahnaz άλλος ο Shahnazi) :
Διάλεξα παλιότερα βίντεο, απ' την εποχή που οι μουσικοί φορούσαν κοστούμια κι όχι «παραδοσιακές» φορεσιές. Βέβαια υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί σύγχρονοι παίχτες του ταρ, πχ. ο Alizadeh, ή ο Lotfi. Απλά τα προηγούμενα είναι τ' αγαπημένα μου.
Κι ένα βίντεο με σετάρ (άσχετο αλλά μ' αρέσει πολύ) :
Αλλά καλώς η κακώς, το «κοτόπουλο με δαμάσκηνα» δε με ενδιαφέρει τόσο σαν ταινία, αλλά σαν δείγμα ευρωπαϊκής παραγωγής με διεθνές καστ που κάνει βόλτες στα φεστιβάλ του κόσμου. Και φυσικά θα μπορούσε άνετα να μπει στην κατηγορία του «όχι και τόσο ιρανικού κινηματογράφου», είναι δηλαδή μια ταινία γυρισμένη από ανθρώπους που ζουν στη Δύση, κι έχει σκοπό να παρουσιάσει το Ιράν στους δυτικούς θεατές.
Το διεθνές Καστ
Πρώτα απ' όλα πρωταγωνιστής είναι ο διάσημος Γάλλος ηθοποιός (και προσφάτως σκηνοθέτης) Mathieu Amalric, ο οποίος δε μοιάζει ιδιαίτερα με Ιρανό, και είναι προφανές ότι τον διάλεξαν για να δώσει αίγλη (εισιτήρια) στην ταινία. Μια άλλη διάσημη ηθοποιός που είναι άσσος δε τέτοιου είδους παραγωγές είναι η Isabella Rossellini που παίζει για λίγα λεπτά τη μητέρα του πρωταγωνιστή. Ο μαροκινής καταγωγής Jamel Debbouze που επίσης δε θυμίζει και πολύ Ιρανό αλλά έχει πρόσωπο αρκετά ανατολίτικο παίζει τον ιδιοκτήτη ενός παλαιοπωλείου. Παίζουν και η Κιάρα Μασρτρογιάνι (λίγα δευτερόλεπτα) και η Πορτογαλέζα Maria de Medeiros. Η μοναδική Ιρανή ηθοποιός μου φαίνεται ότι είναι η Γκολσιφτέ Φαραχανί που οι διάλογοι της δεν ξεπερνούν τις 20 λέξεις. Τη Φαραχανί την λυπάμαι γιατί στο Ιράν ήταν απ' τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς, και τώρα στην εξορία είναι αναγκασμένη να παίζει δεύτερους ρόλους σε όπως και να το κάνουμε δευτεροκλασάτες αρτιστίκ ταινίες. Γιατί είναι ξένη, πολύ μελαχρινή και άγνωστη στο διεθνές κοινό για να παίξει μεγάλους ρόλους, και μάλλον προορίζεται να παίζει μετανάστριες σε γαλλικά δράματα, μεσανατολίτισσες οποιασδήποτε εθνικότητας, άντε και καμιά Ιρανή καλλονή όποτε της δοθεί η ευκαιρία. Κρίμα.Το κόμικ και ο (όχι και τόσο ιρανικός) κινηματογράφος
Στο βιβλίο της Σατραπί στο οποίο βασίστηκε η ταινία -είναι παράξενο πως ένα λιτό ασπρόμαυρο κόμικ μετατράπηκε σε μια τόσο πληθωρική και πολύχρωμη ταινία- ο πρωταγωνιστής δεν παίζει βιολί αλλά ταρ, οι σκηνοθέτες όμως αποφάσισαν να το μεταλλάξουν για να είναι πιο προσιτό στο δυτικό θεατή. «Αν έβλεπε ο κόσμος ένα ασυνήθιστο όργανο θα του αποσπούσε την προσοχή και θα έχανε το πανανθρώπινο νόημα της ταινίας που είναι η αγάπη. Εξάλλου το βιολί υπάρχει και στην ιρανική μουσική, είναι διεθνές όργανο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να είπε η Σατραπί σε συνεντεύξεις. Με τον ίδιο τρόπο τα ονόματα των δυο παιδιών του πρωταγωνιστή από Φαρζανέ και Μοζαφάρ μετατράπηκαν σε Λιλί και Σιρούς. Η Σατραπί έχει δίκιο: η ταινία της μας είναι γνώριμη, θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε χώρα. Χαρακτηριστικά δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή με τσαντόρ, κι η μόνη που φοράει μαντήλα, η Ροσελίνι, την έχει τυλίξει περίτεχνα γύρω απ' το κεφάλι της. Βέβαια η σκηνή στο μαγαζί όπου ο Νασέρ Αλί αγοράζει το δεύτερο βιολί είναι εμπλουτισμένη (και σε σχέση με το κόμικ) με πολλά ανατολίτικα στοιχεία, και μάλιστα οι δύο άντρες καπνίζουν όπιο, μια αρκετά διαδεδομένη ιρανική συνήθεια. Με λίγα λόγια η ταινία απευθύνεται σε θεατές που τους ξενίζει ένα άγνωστο μουσικό όργανο και τα δύσκολα ιρανικά ονόματα, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να δουν την τυπική σκηνή όπου ο ανατολίτης απατεώνας ζαλίζει τον ήρωα με λίγο όπιο.Η ταινία διατηρεί πολλές απ' τις «σκηνές» του κόμικ και έχει απρόσμενα λίγες αλλαγές. Νομίζω ότι προτιμώ το δεύτερο.
Το Ταρ
Είναι αστείο ότι ένας βιολιστής που έχει γυρίσει τον κόσμο 20 χρόνια ψάχνει στραντιβάριους μέσα σε σκονισμένα ιρανικά παλαιοπωλεία. Πάντως το βιολί χρησιμοποιείται πράγματι στην κλασσική περσική μουσική αν και δεν το βλέπω πια στα σύγχρονα κλασσικά συγκροτήματα. Το ταρ είναι όμως ένα απ' τα σημαντικότερα μουσικά όργανα της περσικής μουσικής, ίσως και το σημαντικότερο. Ο ήχος του είναι πιο «τραχύς» απ' του βιολιού, πιο «ζωντανός». Πολύ πιο εύκολα θα πίστευα ότι κάποιος πεθαίνει για ένα ταρ παρά για ένα ψυχρό βιολί.Και λίγο ταρ: (Στο πρώτο βίντεο είναι ο Qolam Hossein Bigjeh-Khani και στο δεύτερο ο Jalil Shahnaz)
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κομμάτι, που υπάρχει ολόκληρο στο youtube. Και τέλος ο θρυλικός Shahnazi (προσοχή άλλος ο Shahnaz άλλος ο Shahnazi) :
Διάλεξα παλιότερα βίντεο, απ' την εποχή που οι μουσικοί φορούσαν κοστούμια κι όχι «παραδοσιακές» φορεσιές. Βέβαια υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί σύγχρονοι παίχτες του ταρ, πχ. ο Alizadeh, ή ο Lotfi. Απλά τα προηγούμενα είναι τ' αγαπημένα μου.
Κι ένα βίντεο με σετάρ (άσχετο αλλά μ' αρέσει πολύ) :
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

+poster.jpg)
.png)

.png)




