Σ' αυτή τη δεύτερη ταινία του Stillman οι ήρωες είναι δυο Αμερικάνοι ξάδερφοι που βρίσκονται για επαγγελματικούς λόγους στη Βαρκελώνη: ο ένας είναι στέλεχος επιχείρησης που ζει για πολύ καιρό στην πόλη ενώ ο δεύτερος είναι αξιωματικός του ναυτικού και έχει έρθει για να παραλάβει ένα πλοίο του αμερικανικού στόλου, ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβα. Οι δυο ηθοποιοί που τους υποδύονται έχουν παίξει και στο Μετροπόλιταν, ο ένας μάλιστα παίζει τον ίδιο πάνω κάτω χαρακτήρα. Οι περιπέτειες τους στη Βαρκελώνη περιλαμβάνουν τη γνωριμία τους με Βαρκελωνέζες που δουλεύουν σε εμπορικές εκθέσεις (κάτι σαν μοντέλα), αλλά και την ατυχή συνάντηση τους με τον αντιαμερικανισμό και τους αριστερούς τρομοκράτες.
Κι ενώ οι διάλογοι μεταξύ των δυο ξαδέρφων είναι το ίδιο έξυπνοι και αστείοι όπως και στο Μετροπόλιταν, υπάρχει κάτι πολύ ενοχλητικό σε σχέση με τη Βαρκελώνη και τα στερεότυπα του σκηνοθέτη για τους Ευρωπαίους και τους Ισπανούς (ή Καταλανούς να πω;)
Για τον Stillman τα στερεότυπα είναι δυο: αντιαμερικανισμός και σεξουαλική ελευθεριότητα. Οι διάφορες Ισπανίδες καλλονές που συναντούν οι δυο ήρωες συνδυάζουν με μεγάλη ευκολία δυο ή τρεις εραστές και το θεωρούν μάλιστα πολύ φυσιολογικό και δεν το κρύβουν. Αλλά ο αντιαμερικανισμός είναι το βασικό χαρακτηριστικό: από την πιο ηλίθια ξανθιά μέχρι τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, όλοι μισούν για γελοίους λόγους την Αμερική. Όχι ότι αυτό απέχει πολύ απ' την πραγματικότητα, αλλά το να κάνεις μια ταινία σε ξένη χώρα που να αφορά την άγνοια των ντόπιων για την πατρίδα σου, κι εσύ να επιδεικνύεις ακόμα μεγαλύτερη άγνοια γι' αυτή τη χώρα, είναι μάλλον ένδειξη υποκρισίας και σνομπισμού, και απόδειξη ασχετοσύνης. Πόσο μάλλον όταν ο σκηνοθέτης έχει ζήσει αρκετά χρόνια στην Ισπανία.
Πρώτα απ' όλα οι Ισπανοί (ή Καταλανοί) χαρακτήρες είναι στην πλειοψηφία τους ανεγκέφαλα κορίτσια, με ελάχιστους διαλόγους και ατάκες, κι ενώ οι δυο Αμερικάνοι λένε τα έξυπνα λόγια τους, τους κοιτάζουν με ηλίθιο βλέμμα και παραπονιούνται ότι δεν κατάλαβαν. Οι ηθοποιοί που τις παίζουν είναι από χώρες εκτός Ισπανίας, και ειδικά η ξανθιά πρωταγωνίστρια δεν μιλάει καθόλου ισπανικά, αφού η προφορά της θα πρόδιδε ότι είναι Αμερικάνα ή ότι άλλο είναι. Με τη γλώσσα συμβαίνει ακόμα ένα παράδοξο, οι χαρακτήρες που υποτίθεται ότι είναι Καταλανοί μιλάνε - όποτε μιλάνε- μεταξύ τους ισπανικά αλλά πετάνε που και που και καμιά καταλανική λέξη, όπως, γεια, αντίο, παρακαλώ κτλ.
Το αστείο είναι ότι συνήθως οι σκηνοθέτες που γυρίζουν ταινίες στη Βαρκελώνη, για να δικαιολογήσουν τη χρήση ισπανικών και όχι καταλανικών από τους κατοίκους της, συνήθως διαλέγουν χαρακτήρες που να έχουν καταγωγή από κάποιο ισπανόφωνο μέρος πχ καλλιτέχνες απ' τη Μαδρίτη, το Τολέδο ή μετανάστες από κανένα λασποχώρι της Ανδαλουσίας. Άνθρωποι να είναι Καταλανοί, όπως θέλει η ταινία αλλά να μιλάνε καστιλιάνικα μεταξύ τους, είναι από τις λίγες φορές που το βλέπω σε ταινία στη μετα Φράνκο εποχή.
Και μιας που το φερε η κουβέντα, ένας απ' τους ξαδέρφους θυμώνει που οι Βαρκελωνέζοι αποκαλούν του Αμερικάνους φασίστες και λέει ότι «πολλοί άντρες μας έχασαν τη ζωή τους για να απαλλάξουν την Ευρώπη από το φασισμό». Δε θέλω να σχολιάσω τους λόγους που η Αμερική μπλέχτηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά κι η γάτα μου το ξέρει ότι η Ισπανία δε συμμετείχε σ΄αυτόν τον πόλεμο, αντίθετα κανένας δεν απάλλαξε τους Ισπανούς από το φασίστα το Φράνκο, και οι σχέσεις του με την Αμερική δεν ήταν καθόλου μα καθόλου άσχημες. Με λίγα λόγια οι Καταλανοί δεν έχουν κανένα λόγο να ευχαριστήσουν τους Αμερικάνους για τη «συμβολή τους στη νίκη κατά του φασισμού».
Δεν υπάρχει στην «Barcelona» ίχνος από την πραγματικότητα της πόλης, ίχνος από Καταλωνία πέρα απ΄ την υποτιθέμενη καταλανική ταυτότητα των κοριτσιών, υπάρχουν μόνο τα κλισέ που περιμένει ο κάθε αδαής τουρίστας όπως το φλαμένκο.
Πάντως πέρα από την εξοργιστική και γεμάτη κλισέ απεικόνιση της Βαρκελώνης, δε μπορώ να πω ότι η ταινία δε μου άρεσε. Είναι πολύ διασκεδαστική. Κι ακόμα κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση ότι γυρίστηκε σαν εκδίκηση ενός πληγωμένου πατριώτη για τις προσβολές που άκουγε για χρόνια στην Ισπανία, η αλήθεια είναι ότι οι Ευρωπαίοι είναι αδικαιολόγητα αντιαμερικάνοι, και δε μπορώ να μη δώσω κάποιο δίκιο στο Stillman. Αλλά την ασχετοσύνη σε σχέση με την Καταλωνία δεν την συγχωρώ και βασικά θα προτιμούσα οι σκηνοθέτες απ' το Μανχάταν κι απ' τον υπόλοιπο κόσμο, να περιοριζόταν σ' αυτά που ξέρουν καλύτερα, και ν' άφηναν τη Βαρκελώνη στην ησυχία της.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταλανικές Χώρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταλανικές Χώρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011
El brau blau (2008) του Daniel V. Villamediana
Ένας μοναχικός νέος άντρας αγαπάει πολύ την ταυρομαχία, τόσο πολύ που εσωτερικά μετατρέπεται ο ίδιος σε ταυρομάχο. Σ'αυτή την ταινία που κρατάει μόλις μια ώρα δεν υπάρχουν διάλογοι, ούτε άλλοι ηθοποιοί εκτός από τον πρωταγωνιστή, που ζει μόνος του σ' ένα σπίτι στην εξοχή. Τον βλέπουμε να τρώει, να διαβάζει, να μιμείται κινήσεις ταυρομαχίας και να δουλεύει προσπαθώντας να φτιάξει μια αυτοσχέδια αρένα. Οι σκηνές διακόπτονται από αποσπάσματα από τα βιβλία που διαβάζει ο ήρωας, τα οποία έχουν να κάνουν με το αγαπημένο του άθλημα, τις πολεμικές τέχνες, τη φιλοσοφία τους. Δεν έχει σημασία ο εξωτερικός κόσμος μοιάζουν να λένε, σημασία έχει τι είσαι εσύ μέσα σου, ή το να ακολουθείς πιστά την τέχνη σου .
Μπορεί λοιπόν να γίνει κανείς ταυρομάχος χωρίς ταύρο;
Η μεταμόρφωση του ήρωα θυμίζει μερικές φορές ταινίες με τρελαμένες ηρωίδες, εδώ βέβαια έχουμε μια πολύ μινιμαλιστική ταινία, όπου δεν υπάρχει τίποτα συγκλονιστικό, μάλλον μειδίαμα προκαλούν οι προσπάθειες του ήρωα.
Kάποιες σκηνές μου άρεσαν ιδιαίτερα, όπως όταν ο επίδοξος ταυρομάχος τρώει μόνος του και χαμογελάει με ένα ονειροπαρμένο βλέμμα, και ξέρουμε πολύ καλά τι σκέφτεται, νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στο δωμάτιό του. Όλη η ταινία μου έδωσε την αίσθηση ότι παρακολουθώ κρυφά κάποιον σε προσωπικές του στιγμές, όταν είναι σίγουρος ότι είναι μόνος του.
Οι ταυρομαχίες είναι θέμα αμφιλεγόμενο στην Καταλονία, - κι αν δεν κάνω λάθος έχουν καταργηθεί στην επαρχία της Καταλονίας-, όχι μόνο επειδή είναι βάρβαρο θέαμα, αλλά κι επειδή η ταυρομαχία και ο ταύρος θεωρούνται σύμβολα της ισπανικότητας, ένα έθιμο ξένο προς την καταλανική κουλτούρα. Ο Albert Pla έχει γράψει ένα πολύ αστείο σατιρικό τραγουδάκι (Papa jo vull ser torero) με θέμα ένα γόνο παραδοσιακής καταλανικής οικογένειας που απογοητεύει το πατέρα του επειδή θέλει να γίνει τορέρο.
Παρεμπιπτόντως τον καταλαβαίνω τον ήρωα, κι εγώ έχω σκηνοθετήσει αμέτρητες ταινίες στο μυαλό μου, λίγο θέλει να το πιστέψω ότι είμαι πραγματική σκηνοθέτισσα.
Παρεμπιπτόντως τον καταλαβαίνω τον ήρωα, κι εγώ έχω σκηνοθετήσει αμέτρητες ταινίες στο μυαλό μου, λίγο θέλει να το πιστέψω ότι είμαι πραγματική σκηνοθέτισσα.
Finisterrae (2010) του Sergio Caballero
Δυο ρωσόφωνα φαντάσματα αποφασίζουν να αποκτήσουν σάρκα και οστά. Σύμφωνα με μια προφητεία αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν φτάσουν στο ακρωτήρι Fisterra ακολουθώντας το Δρόμο του Αγίου Ιακώβου (Camiño de Santiago).
Δεν είναι όμως μια ταινία του φανταστικού αλλά μια πειραματική σουρεαλιστική ταινία που δε ξέρω αν έχει κάποια φιλοσοφία, εκτός ίσως απ΄την κριτική/σάτιρα στην τηλεόραση, την τέχνη, τη σύγχρονη ζωή κτλ. Εμείς βλέπουμε δυο ανθρώπους τυλιγμένους με άσπρα σεντόνια να περιφέρονται σε διάφορα χειμωνιάτικα τοπία, άλλοτε με άλογο, άλλοτε με καροτσάκι, και να συναντούν διάφορα όντα και καταστάσεις. Τα πρόσωπα τους δεν τα βλέπουμε ποτέ, και οι φωνές τους έρχονται από το υπερπέραν- δυο ενοχλητικά αργές και καθαρές φωνή, στα ρώσικα πάντα.
Στη δεύτερη περιπέτειά τους περνάνε από ένα «Δάσος των Λέξεων» όπου τα δέντρα έχουν ροζ αυτιά και ακούγονται από παντού διάφορες φράσεις και λέξεις. Οι περισσότερες προέρχονται από μεθόδους εκμάθησης καταλανικών- κάποιους διαλόγους ορκίζομαι ότι τους έχω ξανακούσει. Το αλφάβητο, οι αριθμοί, ένα ομαλό ρήμα που κλίνεται και αποσπάσματα από ομιλίες και συζητήσεις. Τα φαντάσματα δεν αντέχουν το βομβαρδισμό καταλανικού πολιτισμού και σκάνε.
Αργότερα ένα φάντασμα βλέπει στην κουφάλα ενός δέντρου διάφορα αηδιαστικά βιντεάκια μαγειρικής (ένας κύριος κάνει εμετό ξανά και ξανά, κάποιος βάζει ένα ποντικάκι στο μίξερ με κρέμα γάλακτος). Είναι καταλανική τέχνη της δεκαετίας του 80 σχολιάζει.
Γενικά είναι μια δύσκολη ταινία, μερικές φορές μοιάζει πρόχειρα φτιαγμένη, έχει σουρεαλιστικούς διαλόγους, αργά πλάνα, και γενικά μη συμβατική σκηνοθεσία. Πχ κάποια στιγμή η οθόνη χωρίζεται στα δυο και στο δεξιό κομμάτι βλέπουμε το όνειρο ενός φαντάσματος, ενώ το άλλο κοιμάται στο αριστερό κομμάτι. Ή άλλες φορές αντί για ένα πραγματικό τοπία βλέπουμε έναν πίνακα ζωγραφικής, ενώ ακούμε τους «φυσικούς» ήχους (το νερό να κελαρύζει).
Μπορώ να πω ότι ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία για μένα, αλλά μου 'λειπε κάτι που θα έδινε νόημα, συνοχή σε όλη την ταινία.
Δεν είναι όμως μια ταινία του φανταστικού αλλά μια πειραματική σουρεαλιστική ταινία που δε ξέρω αν έχει κάποια φιλοσοφία, εκτός ίσως απ΄την κριτική/σάτιρα στην τηλεόραση, την τέχνη, τη σύγχρονη ζωή κτλ. Εμείς βλέπουμε δυο ανθρώπους τυλιγμένους με άσπρα σεντόνια να περιφέρονται σε διάφορα χειμωνιάτικα τοπία, άλλοτε με άλογο, άλλοτε με καροτσάκι, και να συναντούν διάφορα όντα και καταστάσεις. Τα πρόσωπα τους δεν τα βλέπουμε ποτέ, και οι φωνές τους έρχονται από το υπερπέραν- δυο ενοχλητικά αργές και καθαρές φωνή, στα ρώσικα πάντα.
Στη δεύτερη περιπέτειά τους περνάνε από ένα «Δάσος των Λέξεων» όπου τα δέντρα έχουν ροζ αυτιά και ακούγονται από παντού διάφορες φράσεις και λέξεις. Οι περισσότερες προέρχονται από μεθόδους εκμάθησης καταλανικών- κάποιους διαλόγους ορκίζομαι ότι τους έχω ξανακούσει. Το αλφάβητο, οι αριθμοί, ένα ομαλό ρήμα που κλίνεται και αποσπάσματα από ομιλίες και συζητήσεις. Τα φαντάσματα δεν αντέχουν το βομβαρδισμό καταλανικού πολιτισμού και σκάνε.
Αργότερα ένα φάντασμα βλέπει στην κουφάλα ενός δέντρου διάφορα αηδιαστικά βιντεάκια μαγειρικής (ένας κύριος κάνει εμετό ξανά και ξανά, κάποιος βάζει ένα ποντικάκι στο μίξερ με κρέμα γάλακτος). Είναι καταλανική τέχνη της δεκαετίας του 80 σχολιάζει.
Γενικά είναι μια δύσκολη ταινία, μερικές φορές μοιάζει πρόχειρα φτιαγμένη, έχει σουρεαλιστικούς διαλόγους, αργά πλάνα, και γενικά μη συμβατική σκηνοθεσία. Πχ κάποια στιγμή η οθόνη χωρίζεται στα δυο και στο δεξιό κομμάτι βλέπουμε το όνειρο ενός φαντάσματος, ενώ το άλλο κοιμάται στο αριστερό κομμάτι. Ή άλλες φορές αντί για ένα πραγματικό τοπία βλέπουμε έναν πίνακα ζωγραφικής, ενώ ακούμε τους «φυσικούς» ήχους (το νερό να κελαρύζει).
Μπορώ να πω ότι ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία για μένα, αλλά μου 'λειπε κάτι που θα έδινε νόημα, συνοχή σε όλη την ταινία.
Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011
Actrius (1997) του Ventura Pons
Έχω δει πολλές ταινίες του Ventura Pons, αλλά καμία δε μου άρεσε, εκτός απ' αυτή. Είναι όμως απ' τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, την έχω δει αρκετές φορές και συνεχίζω να την λατρεύω. Αυτό μάλλον έχει να κάνει με το σενάριο και με το παίξιμο των ηθοποιών για τις οποίες γίνεται λόγος στον τίτλο. Γιατί οι «Ηθοποιοί» που είναι διασκευή ενός θεατρικού (E.R.) του Josep Maria Benet i Jornet βασίζεται αποκλειστικά στους διαλόγους -και τους μονολόγους.
Η ιστορία είναι ότι μια απόφοιτος δραματικής σχολής θέλει να κερδίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια θεατρική παράσταση που θα είναι η πρώτη της. Η παράσταση αφορά τα νεανικά χρόνια της Empar Ribera μιας θρυλικής ηθοποιού που έχει πεθάνει πριν χρόνια. Για να μπει καλύτερα στο πετσί του ρόλου αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τρεις παλιές μαθήτριες της Ριμπέρα, οι οποίες την γνώρισαν τον τελευταίο χρόνο της ζωής της. Από τις τρεις παλιές μαθήτριες η πρώτη, η Γκλόρια έχει γίνει ντίβα του θεάτρου- έχει παίξει σε διάφορα θέατρα του κόσμου και έχει ενσαρκώσει άπειρες τραγικές ηρωίδες. Η δεύτερη, η Ασούμπτα άρχισε την καριέρα της στο ελαφρύ θέατρο, ήταν συνδικαλίστρια, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει δημοφιλής και πλούσια από τη συμμετοχή της στην τηλεόραση. Η τρίτη η Μαρία δεν παίζει πλέον, απλά ντουμπλάρει φωνές, ταπεινό (και ελεεινό) επάγγελμα. Και οι τρεις έχουν μια διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα τον τελευταίο χρόνο της ζωής της δασκάλας τους, αλλά κυρίως έχουν διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, την τέχνη, τον εαυτό τους.
Η αντίληψη αυτή φαίνεται καλύτερα στην ερμηνεία από τις τρεις γυναίκες του μύθου της Ιφιγένειας, που είναι και ένα από τα σημαντικότερα μοτίβα της ταινίας και συμβολίζει τη «θυσία του ηθοποιού για την τέχνη του». Η Γκλόρια βλέπει την Ιφιγένεια σαν την απόλυτη ηρωίδα που θυσιάζεται για υψηλά ιδανικά, η Ασσούμπτα την βλέπει σαν θύμα, ενώ για τη Μαρία οι δραματικοί μονόλογοι της Ιφιγένειας είναι απλά μεγάλα λόγια και δεν έχουν αξία, τη στιγμή που η ηρωίδα τελικά δεν πέθανε αλλά έγινε ιέρεια που σκοτώνει κάθε ξένο που πλησιάζει.
Ένας ύμνος αγάπης και μίσους για το θέατρο, μαθήματα ηθοποιίας από τρεις «μεγάλες κυρίες» της τέχνης, μια μοντέρνα διασκευή ενός αρχαίου μύθου, το κλασικό τρικ με τις πολλαπλές εκδοχές ενός γεγονότος, μια ταινία μόνο με γυναίκες φτιαγμένη μόνο από άντρες- η ταινία αυτή είναι πολύ πιο πολύπλοκη απ' όσο φαίνεται, και θα μπορούσα να την αναλύω για ώρες.
Ενδιαφέρον είναι ότι εκτός από τις τέσσερις πρωταγωνίστριες, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι που εμφανίζονται, οι κομπάρσοι δηλαδή, είναι γυναίκες. Στη διάρκεια της ταινίας τρεις από τις τέσσερις ηθοποιούς διαβάζουν από την Ιφιγένεια του Ευριπίδη σε καταλανική μετάφραση. Η τελευταία φράση της Ιφιγένειας πριν θυσιαστεί «adéu llum que jo estimava» (χαῖρέ μοι, φίλον φάος) είναι και η φράση με την οποία αποχωρούν οι δυο ηθοποιοί από το θέατρο στο τέλος.
Οι ηθοποιοί

Glòria Marc (Núria Espert) Η Γκλόρια πιστεύει ότι το θέατρο είναι μια ανώτερη τέχνη και λέει όλες τις ψωνίστικες αηδίες που ακούς από ντίβες της «ποιοτικής», «κλασσικής» τέχνης. Η ζωή της είναι κι αυτή γεμάτη με συγκινήσεις και με κάποιες τραγικές στιγμές. Έχει γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους, έχει ζήσει αντισυμβατικούς έρωτες κτλ.
Assumpta Roca (Rosa Maria Sardà) Η Ασούμπτα έχει μια πιο κυνική και χυδαία άποψη για τη ζωή και την τέχνη. Η ζωή της είναι πιο συμβατική, δεν έχει ταξιδέψει, ζει με τον άπιστο σύζυγό της και την κόρη της, πιστεύει ότι το θέατρο πρέπει να είναι κοντά στον «απλό λαϊκό άνθρωπο» αλλά παράλληλα ζηλεύει την Γκλόρια. Ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας και η Σαρδά παίζει πολύ καλά.
Maria Caminal (Anna Lizaran) Η Μαρία είναι φιλική και προσγειωμένη και αρχικά φαίνεται ο πιο συμπαθητικός χαρακτήρας. Η νεαρή ηθοποιός της μιλάει κατευθείαν στον ενικό, είναι πολύ γήινη, μιλάει χωρίς στόμφο. Έχει όμως κι αυτή ένα είδος κυνισμού για τη ζωή, αντίθετα με τις φίλες της δε δραματοποιεί τις καταστάσεις, αλλά τις απομυθοποιεί. Νιώθει πικρία που δε διάλεξε ή δεν τόλμησε να ασχοληθεί κι αυτή με το σκληρό κόσμο του θεάτρου.

Η ηθοποιός χωρίς όνομα (Mercè Pons) Η επίδοξη ηθοποιός δεν έχει ακόμα όνομα, και δε μαθαίνουμε πολλά γι' αυτή, εκτός απ' το ότι είναι φιλόδοξη, είναι κι αυτή φτιαγμένη απ' την ίδια «πάστα του ηθοποιού»
Την ταινία μπορεί να την βρει κανείς νόμιμα και με αγγλικούς και γαλλικούς υπότιτλους στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Αθήνα. Γενικά αν κάποιος ενδιαφέρεται για ισπανικό κινηματογράφο πέρα από Αλμοδόβαρ και σία, ή ακόμα καλύτερα για ισπανική και ισπανόφωνη λογοτεχνία, για μουσική, ή γενικότερα για τον ισπανόφωνο κόσμο, αυτή η βιβλιοθήκη είναι θησαυρός. Αφήνω και δυο λινκ:
http://bibliotecacervantesatenas.wordpress.com/http://atenas.cervantes.es/gr/library_spanish/library_spanish.htm
Επίσης, όλο και κάτι βρίσκεις για την Καταλωνία και τις άλλες (ας πούμε) αυτόνομες Ισπανίες.
Η ιστορία είναι ότι μια απόφοιτος δραματικής σχολής θέλει να κερδίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια θεατρική παράσταση που θα είναι η πρώτη της. Η παράσταση αφορά τα νεανικά χρόνια της Empar Ribera μιας θρυλικής ηθοποιού που έχει πεθάνει πριν χρόνια. Για να μπει καλύτερα στο πετσί του ρόλου αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τρεις παλιές μαθήτριες της Ριμπέρα, οι οποίες την γνώρισαν τον τελευταίο χρόνο της ζωής της. Από τις τρεις παλιές μαθήτριες η πρώτη, η Γκλόρια έχει γίνει ντίβα του θεάτρου- έχει παίξει σε διάφορα θέατρα του κόσμου και έχει ενσαρκώσει άπειρες τραγικές ηρωίδες. Η δεύτερη, η Ασούμπτα άρχισε την καριέρα της στο ελαφρύ θέατρο, ήταν συνδικαλίστρια, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει δημοφιλής και πλούσια από τη συμμετοχή της στην τηλεόραση. Η τρίτη η Μαρία δεν παίζει πλέον, απλά ντουμπλάρει φωνές, ταπεινό (και ελεεινό) επάγγελμα. Και οι τρεις έχουν μια διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα τον τελευταίο χρόνο της ζωής της δασκάλας τους, αλλά κυρίως έχουν διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, την τέχνη, τον εαυτό τους.
Η αντίληψη αυτή φαίνεται καλύτερα στην ερμηνεία από τις τρεις γυναίκες του μύθου της Ιφιγένειας, που είναι και ένα από τα σημαντικότερα μοτίβα της ταινίας και συμβολίζει τη «θυσία του ηθοποιού για την τέχνη του». Η Γκλόρια βλέπει την Ιφιγένεια σαν την απόλυτη ηρωίδα που θυσιάζεται για υψηλά ιδανικά, η Ασσούμπτα την βλέπει σαν θύμα, ενώ για τη Μαρία οι δραματικοί μονόλογοι της Ιφιγένειας είναι απλά μεγάλα λόγια και δεν έχουν αξία, τη στιγμή που η ηρωίδα τελικά δεν πέθανε αλλά έγινε ιέρεια που σκοτώνει κάθε ξένο που πλησιάζει.
Ένας ύμνος αγάπης και μίσους για το θέατρο, μαθήματα ηθοποιίας από τρεις «μεγάλες κυρίες» της τέχνης, μια μοντέρνα διασκευή ενός αρχαίου μύθου, το κλασικό τρικ με τις πολλαπλές εκδοχές ενός γεγονότος, μια ταινία μόνο με γυναίκες φτιαγμένη μόνο από άντρες- η ταινία αυτή είναι πολύ πιο πολύπλοκη απ' όσο φαίνεται, και θα μπορούσα να την αναλύω για ώρες.
Ενδιαφέρον είναι ότι εκτός από τις τέσσερις πρωταγωνίστριες, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι που εμφανίζονται, οι κομπάρσοι δηλαδή, είναι γυναίκες. Στη διάρκεια της ταινίας τρεις από τις τέσσερις ηθοποιούς διαβάζουν από την Ιφιγένεια του Ευριπίδη σε καταλανική μετάφραση. Η τελευταία φράση της Ιφιγένειας πριν θυσιαστεί «adéu llum que jo estimava» (χαῖρέ μοι, φίλον φάος) είναι και η φράση με την οποία αποχωρούν οι δυο ηθοποιοί από το θέατρο στο τέλος.
Οι ηθοποιοί

Glòria Marc (Núria Espert) Η Γκλόρια πιστεύει ότι το θέατρο είναι μια ανώτερη τέχνη και λέει όλες τις ψωνίστικες αηδίες που ακούς από ντίβες της «ποιοτικής», «κλασσικής» τέχνης. Η ζωή της είναι κι αυτή γεμάτη με συγκινήσεις και με κάποιες τραγικές στιγμές. Έχει γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους, έχει ζήσει αντισυμβατικούς έρωτες κτλ.
Assumpta Roca (Rosa Maria Sardà) Η Ασούμπτα έχει μια πιο κυνική και χυδαία άποψη για τη ζωή και την τέχνη. Η ζωή της είναι πιο συμβατική, δεν έχει ταξιδέψει, ζει με τον άπιστο σύζυγό της και την κόρη της, πιστεύει ότι το θέατρο πρέπει να είναι κοντά στον «απλό λαϊκό άνθρωπο» αλλά παράλληλα ζηλεύει την Γκλόρια. Ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας και η Σαρδά παίζει πολύ καλά.
Maria Caminal (Anna Lizaran) Η Μαρία είναι φιλική και προσγειωμένη και αρχικά φαίνεται ο πιο συμπαθητικός χαρακτήρας. Η νεαρή ηθοποιός της μιλάει κατευθείαν στον ενικό, είναι πολύ γήινη, μιλάει χωρίς στόμφο. Έχει όμως κι αυτή ένα είδος κυνισμού για τη ζωή, αντίθετα με τις φίλες της δε δραματοποιεί τις καταστάσεις, αλλά τις απομυθοποιεί. Νιώθει πικρία που δε διάλεξε ή δεν τόλμησε να ασχοληθεί κι αυτή με το σκληρό κόσμο του θεάτρου.
Η ηθοποιός χωρίς όνομα (Mercè Pons) Η επίδοξη ηθοποιός δεν έχει ακόμα όνομα, και δε μαθαίνουμε πολλά γι' αυτή, εκτός απ' το ότι είναι φιλόδοξη, είναι κι αυτή φτιαγμένη απ' την ίδια «πάστα του ηθοποιού»
Την ταινία μπορεί να την βρει κανείς νόμιμα και με αγγλικούς και γαλλικούς υπότιτλους στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Αθήνα. Γενικά αν κάποιος ενδιαφέρεται για ισπανικό κινηματογράφο πέρα από Αλμοδόβαρ και σία, ή ακόμα καλύτερα για ισπανική και ισπανόφωνη λογοτεχνία, για μουσική, ή γενικότερα για τον ισπανόφωνο κόσμο, αυτή η βιβλιοθήκη είναι θησαυρός. Αφήνω και δυο λινκ:
http://bibliotecacervantesatenas.wordpress.com/http://atenas.cervantes.es/gr/library_spanish/library_spanish.htm
Επίσης, όλο και κάτι βρίσκεις για την Καταλωνία και τις άλλες (ας πούμε) αυτόνομες Ισπανίες.
Σάββατο 30 Ιουλίου 2011
El vicari d'Olot (1981) του Ventura Pons
Σ' αυτή τη σατιρική ταινία το 1981 σε ένα χωριό της Καταλονίας, ένας νέος εφημέριος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προοδευτικότητα και την καλή του καρδιά από τη μία, και στους κανόνες της καθολικής εκκλησίας από την άλλη. Όλες οι γυναίκες του χωριού τον έχουν ερωτευτεί. Η ισορροπία χαλάει όταν φτάνει ο θείος του από το Βατικανό και αποφασίζει να διοργανώσει ένα συνέδριο για τη «Σεξουαλικότητα στον Καθολικισμό» και απαιτεί την απομάκρυνση μιας δημοφιλούς πόρνης. Παράλληλα εμφανίζονται κρούσματα ανήθικης συμπεριφοράς από νεαρές γυναίκες που τις έχει ξεμυαλίσει όλες ο ίδιος άντρας, ο οποίος έχει ταυτόχρονα σχέσεις με το φαρμακοποιό. Τελικά πόρνες, φεμινίστριες, γκέι, και αριστεροί φτάνουν από τη Βαρκελώνη για να διαδηλώσουν εναντίον του συνεδρίου, ο εφημέριος ερωτεύεται μια τραβεστί και στο τέλος οι διαφορετικές πλευρές συμφιλιώνονται.
Γενικά δεν αντέχω πολύ αυτού του είδους τις κωμωδίες με τα συνεχή σεξουαλικά υπονοούμενα και τα αντιεκκλησιαστικά αστεία, αλλά εδώ οι διάλογοι είναι μερικές φορές πετυχημένοι και οι ηθοποιοί παίζουν καλά, κυρίως η Rosa Maria Sardà στο ρόλο της πόρνης του χωριού. Υπάρχει και μια ευαισθησία στην παρουσίαση των χαρακτήρων, όλοι είναι συμπαθητικοί. Από την άλλη το μήνυμα της ταινίας και η ατμόσφαιρα που περιγράφεται είναι σήμερα ξεπερασμένα, η καθολική εκκλησία δεν ασκεί σχεδόν καθόλου επιρροή στην κοινωνία, η παρουσίαση των εκδιδόμενων γυναικών σαν επαναστάτριες μοιάζει αφελής, η απεικόνιση λάγνων ιερέων δε σοκάρει.
Η ταινία γυρίστηκε το 1981, λίγο μετά το θάνατο του Φράνκο, όταν η δικτατορία του είχε αρχίζει να μετατρέπεται σιγά σιγά σε δημοκρατία. Η λογοκρισία στον κινηματογράφο είχε πάψει να υπάρχει κι αυτό έδωσε την ευκαιρία σε όλο τον προοδευτικό κόσμο να σατιρίσει αλύπητα τις άλλοτε ακλόνητες δομές του ισπανικού κράτους, όπως η εκκλησία, η αστυνομία, αλλά και τον υποκριτικό και συντηρητικό τρόπο ζωής που προωθούσε το καθεστώς. Έτσι εμφανίστηκαν ταινίες με έντονη διάθεση να κριτικάρουν το ήδη ξεπερασμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη «σύστημα» και είχαν επίκεντρο την καθυστερημένη σεξουαλική απελευθέρωση. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτή την εποχή ξεπήδησε ο Αλοδόβαρ- η αγαπημένη μου Pepi, Luci, Bom y otras chicas del montón, είναι ένα παράδειγμα. Βέβαια, σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες που ξεφύτρωσαν τότε έχουν χάσει τη γοητεία τους, ο Αλμοδόβαρ είναι εξαίρεση.
Με το τέλος της δικτατορίας, καταργήθηκαν και οι νόμοι που απαγόρευαν τη χρήση άλλης γλώσσας από τα καστιλιάνικα, κι αυτό έδωσε την ευκαιρία να γυριστούν οι πρώτες καταλανόφωνες ταινίες, όπως και η παραπάνω. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος: Στον «Εφημέριο του Ολότ» συμμετέχουν πολλοί αντιπρόσωποι της καταλανικής κουλτούρας. Ανάμεσά τους η πολύ καλή ηθοποιός Rosa Maria Sardà (είναι η μαμά της Πενέλοπε στο Όλα για τη μητέρα μου), η συγγραφέας, ακτιβίστρια και πολλά άλλα Maria Aurèlia Capmany στο ρόλο της αντιδραστικής οικονόμου, η Núria Feliu, ντίβα του ελαφρού τραγουδιού και μία από του πρώτους που τραγούδησαν στην καταλανική γλώσσα, η πολύ νέα τότε τραγουδοποιός Marina Rossell, ο επίσης τραγουδοποιός Pere Tàpias, ο βαλενσιάνος Joan Monleón και πολλοί ηθοποιοί που δεν τους ξέρω αλλά όλο και κάπου τους έχω ξαναδεί.
Μερικά τραγούδια της Núria Feliu και της Marina Rossell
Πήρα και κάτι άλλο από την ταινία: Κάποια στιγμή ο εφημέριος εξομολογείται στο φαρμακοποιό ότι όταν ήταν έφηβος έβγαζε τις τρίχες από το εφήβαιο και τις μασχάλες του, γιατί ήθελε να παραμείνει αγνός και καθαρός. Ο φαρμακοποιός του λέει ότι αυτό είναι μια μορφή ευνουχισμού. Λοιπόν αυτό πιστεύω κι εγώ για τις σύγχρονες γυναίκες: είμαστε όλες από την εφηβεία μας ευνουχισμένες, με την ευλογία μαμάδων, φιλενάδων και κέντρων ομορφιάς
Γενικά δεν αντέχω πολύ αυτού του είδους τις κωμωδίες με τα συνεχή σεξουαλικά υπονοούμενα και τα αντιεκκλησιαστικά αστεία, αλλά εδώ οι διάλογοι είναι μερικές φορές πετυχημένοι και οι ηθοποιοί παίζουν καλά, κυρίως η Rosa Maria Sardà στο ρόλο της πόρνης του χωριού. Υπάρχει και μια ευαισθησία στην παρουσίαση των χαρακτήρων, όλοι είναι συμπαθητικοί. Από την άλλη το μήνυμα της ταινίας και η ατμόσφαιρα που περιγράφεται είναι σήμερα ξεπερασμένα, η καθολική εκκλησία δεν ασκεί σχεδόν καθόλου επιρροή στην κοινωνία, η παρουσίαση των εκδιδόμενων γυναικών σαν επαναστάτριες μοιάζει αφελής, η απεικόνιση λάγνων ιερέων δε σοκάρει.
Η ταινία γυρίστηκε το 1981, λίγο μετά το θάνατο του Φράνκο, όταν η δικτατορία του είχε αρχίζει να μετατρέπεται σιγά σιγά σε δημοκρατία. Η λογοκρισία στον κινηματογράφο είχε πάψει να υπάρχει κι αυτό έδωσε την ευκαιρία σε όλο τον προοδευτικό κόσμο να σατιρίσει αλύπητα τις άλλοτε ακλόνητες δομές του ισπανικού κράτους, όπως η εκκλησία, η αστυνομία, αλλά και τον υποκριτικό και συντηρητικό τρόπο ζωής που προωθούσε το καθεστώς. Έτσι εμφανίστηκαν ταινίες με έντονη διάθεση να κριτικάρουν το ήδη ξεπερασμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη «σύστημα» και είχαν επίκεντρο την καθυστερημένη σεξουαλική απελευθέρωση. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτή την εποχή ξεπήδησε ο Αλοδόβαρ- η αγαπημένη μου Pepi, Luci, Bom y otras chicas del montón, είναι ένα παράδειγμα. Βέβαια, σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες που ξεφύτρωσαν τότε έχουν χάσει τη γοητεία τους, ο Αλμοδόβαρ είναι εξαίρεση.
Με το τέλος της δικτατορίας, καταργήθηκαν και οι νόμοι που απαγόρευαν τη χρήση άλλης γλώσσας από τα καστιλιάνικα, κι αυτό έδωσε την ευκαιρία να γυριστούν οι πρώτες καταλανόφωνες ταινίες, όπως και η παραπάνω. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος: Στον «Εφημέριο του Ολότ» συμμετέχουν πολλοί αντιπρόσωποι της καταλανικής κουλτούρας. Ανάμεσά τους η πολύ καλή ηθοποιός Rosa Maria Sardà (είναι η μαμά της Πενέλοπε στο Όλα για τη μητέρα μου), η συγγραφέας, ακτιβίστρια και πολλά άλλα Maria Aurèlia Capmany στο ρόλο της αντιδραστικής οικονόμου, η Núria Feliu, ντίβα του ελαφρού τραγουδιού και μία από του πρώτους που τραγούδησαν στην καταλανική γλώσσα, η πολύ νέα τότε τραγουδοποιός Marina Rossell, ο επίσης τραγουδοποιός Pere Tàpias, ο βαλενσιάνος Joan Monleón και πολλοί ηθοποιοί που δεν τους ξέρω αλλά όλο και κάπου τους έχω ξαναδεί.
Μερικά τραγούδια της Núria Feliu και της Marina Rossell
Πήρα και κάτι άλλο από την ταινία: Κάποια στιγμή ο εφημέριος εξομολογείται στο φαρμακοποιό ότι όταν ήταν έφηβος έβγαζε τις τρίχες από το εφήβαιο και τις μασχάλες του, γιατί ήθελε να παραμείνει αγνός και καθαρός. Ο φαρμακοποιός του λέει ότι αυτό είναι μια μορφή ευνουχισμού. Λοιπόν αυτό πιστεύω κι εγώ για τις σύγχρονες γυναίκες: είμαστε όλες από την εφηβεία μας ευνουχισμένες, με την ευλογία μαμάδων, φιλενάδων και κέντρων ομορφιάς
Κυριακή 5 Ιουνίου 2011
Τα βραβεία Gaudí, η άνθηση του καταλανικού κινηματογράφου και η μιζέρια που hi παρατηρώ
Από το 2009 που δημιουργήθηκαν, τα βραβεία Gaudí δίνονται από τη νεοσύστατη Ακαδημία του Καταλανικού Κινηματογράφου σε καταλανικές παραγωγές. Υπάρχουν δυο βραβεία καλύτερης ταινίας, ένα για ταινίες σε καταλανική γλώσσα και ένα για ταινίες σε ..μη καταλανική γλώσσα, και από μόνο του το γεγονός είναι αρκετά αστείο, για να μην πω τραγικό. Ας σχολιάσω λοιπόν τις 3 ως τώρα ταινίες που έχουν βραβευτεί με το βραβείο ταινίας σε καταλανική γλώσσα (Premi Gaudí a la millor pel·lícula en llengua catalana)
2009: El cant dels ocells του Albert Serra, ή αγγλιστί Birdsong. Το «Τραγούδι των Πουλιών» που συμμετείχε το 2008 στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες είναι μια ταινία για σκληροπυρηνικούς σινεφίλ, και περιγράφει την πορεία των τριών μάγων μέχρι να συναντήσουν το μικρό Ιησού και μετά την πορεία του γυρισμού. Αυτή η πορεία καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, υπάρχουν ελάχιστοι διάλογοι, αν και όσοι υπάρχουν, εγώ τουλάχιστον τους βρήκα καταπληκτικούς, και εκτός βέβαια από το προσκύνημα δεν γίνεται κανένα αξιοπρόσεκτο γεγονός. Ο Αλμπέρτ Σέρρα είπε ότι τον ενδιέφερε να δείξει την κίνηση των σωμάτων στο τοπίο, κι αυτό βλέπουμε κι εμείς: τρία σώματα να κινούνται αργά σε πανέμορφα τοπία της Ισλανδίας. Τα πλάνα είναι μακρινά και αργόσυρτα, η κάμερα ελάχιστα κινείται. Εγώ τη λάτρεψα, οι πολλοί όμως δεν ενθουσιάστηκαν (καθόλου).
2010: Tres dies amb la família της Mar Coll, Οι «Τρεις μέρες με την οικογένεια» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Mar Coll, όπου η Λέα, μια φοιτήτρια που σπουδάζει στη Γαλλία επιστρέφει στην Καταλονία για την κηδεία του παππού της. Έτσι σιγά σιγά παρουσιάζονται τα προβλήματα στην πολύγλωσσης της οικογένεια, αλλά και σε όλο το σόι που μαζεύεται για τρεις μέρες . Υπάρχουν όλα τα συστατικά που βρίσκει κανείς σε αυτού του είδους τα οικογενειακά δράματα: υποκρισία, κριτική στο «μεσοαστισμό», έλλειψη επικοινωνίας, υπάρχει ακόμα και η κόρη που έχει γίνει το μαύρο πρόβατο επειδή έγραψε ένα μυθιστόρημα με θέμα την πραγματική ιστορία της οικογένειας. Ευτυχώς όμως εδώ δεν αποκαλύπτεται κανένα σκοτεινό μυστικό (πχ αιμομιξία που είναι και της μόδας) , ούτε γίνεται κάτι συνταρακτικό, βλέπουμε απλά να ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες των ανθρώπων, οι σχέσεις τους, και παρουσιάζεται η έλλειψη οράματος από τη νέα γενιά. Οι διάλογοι είναι ρεαλιστικοί, οι χαρακτήρες οικείοι, οι ηθοποιοί παίζουν καλά, σε κάνουν να νοιάζεσαι γι ' αυτούς. Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, είναι αξιοπρεπής ταινία, και δίνει πολλές ελπίδες για την εξέλιξη της σκηνοθέτισσας. Εγώ θα προτιμούσα να έχει λίγο μεγαλύτερη διάρκεια. Επίσης μεγάλο μέρος των διαλόγων γίνεται στα ισπανικά, ένα ενοχλητικό στοιχείο που βρίσκω σε πολλές καταλανικές ταινίες.2011: Pa Negre του Agustí Villaronga. Για το «Μαύρο Ψωμί» είχα διαβάσει διθυραμβικές κριτικές στον καταλανικό τύπο, και είχα μεγάλες προσδοκίες. Άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά όταν έμαθα ότι έκανε θραύση στα βραβεία Γκόγια, όπου συχνά βραβεύονται ταινίες κάτω του μετρίου (Camino, Celda 211). Πρόκειται για ένα δράμα, που εκτυλίσσεται στα χρόνια λίγο μετά τον εμφύλιο, ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, του Αντρέου, κι έτσι ανήκει σε ένα είδος αρκετά δημοφιλές στην Ισπανία (El laberinto del fauno, La lengua de las mariposas, El espinazo del diablo, και βέβαια El Espíritu de la Colmena). Το σενάριο βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του καταλανού συγγραφέα Emili Teixidor, ή καλύτερα σε τρία μυθιστορήματα του ιδίου κι αυτό φαίνεται στο αποτέλεσμα: υπάρχουν άπειρα πρόσωπα με απίθανα χαρακτηριστικά να συνδυάζονται στην προσωπικότητα του καθενός. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας γίνεται ένας βομβαρδισμός από αποκαλύψεις, ανατροπές, εξελίξεις και άλλα τέτοια που απεχθάνομαι, και το χειρότερο είναι ότι όλες είναι προβλέψιμες, γιατί η ίδια η ταινία σε προϊδεάζει γι' αυτό που θα συμβεί. Επίσης επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: ο Αντρέου ξυπνά τη νύχτα και ακούει τις κρυφές συζητήσεις των μεγάλων, μερικές φορές τις ακούει τυχαία και τη μέρα. Βέβαια αυτό ήταν απ' ότι κατάλαβα και ο σκοπός του συγγραφέα, να δείξει το πως επιδρούν στον ψυχισμό των «αθώων» παιδιών οι πράξεις των ενηλίκων, ακόμα κι αν εκείνοι πιστεύουν ότι τα παιδιά τίποτα δεν καταλαβαίνουν.
Λοιπόν αφού είδα την ταινία, ξαναδιάβασα με μεγαλύτερη προσοχή τις κριτικές: αυτό που τους χαροποιούσε όλους ήταν ότι επιτέλους γυρίστηκε μια εμπορική ταινία στην καταλανική γλώσσα. Προς τι η χαρά όμως; ακόμα κι αν τα πήγε καλά εμπορικά, διανεμήθηκε μεταγλωττισμένη στα ισπανικά (ακόμα και στο ιντερνετ δύσκολα βρίσκεις «κόπια» με τον πρωτότυπο ήχο), πιθανώς έχουν αλλάξει και τα ονόματα, και πάω στοίχημα ότι κανένας δεν αντιλήφθηκε ούτε καν ότι πρόκειται για την Καταλονία. Κι εδώ είναι που βλέπω μια μιζέρια, που την βρίσκει κανείς εύκολα σε μικρές «χώρες», και φυσικά και στην Ελλάδα: να πανηγυρίζουν κριτικοί και φίλοι του κινηματογράφου γιατί κατάφερε μια ντόπια μεν, μετριότατη δε, ταινία να αποκτήσει εμπορική επιτυχία.
Τελικά καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί ο Αλμπερτ Σέρρα δε χάρηκε και πολύ που πήρε το πρώτο βραβείο Γκαουντί το 2009. Όσο για την Καταλονία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο, ούτε καμιά άλλη τέχνη θα την κάνει γνωστή στον κόσμο, κι αν δεν υπήρχε η Μπάρτσα, δε θα την ήξερε κανείς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









