Hayat var. Μεταφράστηκε στα αγγλικά «My little sunshine» και το βρήκα με τον τίτλο «Μοναδική μου ηλιαχτίδα» στα ελληνικά. Τέλος πάντων, στα τούρκικα Hayat var σημαίνει «υπάρχει ζωή», ή μάλλον «η Χαγιάτ υπάρχει», γιατί Χαγιάτ, το όνομα της μικρής πρωταγωνίστριας σημαίνει ζωή. Όμως ο περίγυρός της μοιάζει να μην δίνει σημασία στην ύπαρξη της. Μένει σε ένα σπιτάκι στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης με τον πατέρα της και τον ασθματικό παππού της. Ο πατέρας της είναι μάλλον το μόνο άτομο για το οποίο έχει συναισθήματα η Χαγιάτ, αλλά κι αυτός είναι ανίκανος να της σταθεί πραγματικά στην κόρη του στη δύσκολη εποχή της εφηβείας της. Η δουλειά του είναι λαθρεμπόριο και μετακίνηση εκδιδόμενων γυναικών στα πλοία που έχουν αράξει στο Βόσπορο. Η μητέρα της έχει παντρευτεί έναν αχώνευτο αστυνόμο και μόλις έχουν αποκτήσει ένα γιο, τον οποίο φυσικά ζηλεύει η Χαγιάτ. Στο σχολείο την περιφρονούνε γιατί είναι ατημέλητη, και οι παρέες της είναι οι πόρνες που δουλεύουν με τον πατέρα της και μια γειτόνισσα της οποίας η τρυφερότητα προς το κορίτσι αγγίζει τα όρια του σαδισμού. Όμως παρόλο που η ιστορία είναι αρκετά καταθλιπτική, τα έντονα χρώματα, οι πανέμορφες εικόνες από το Βόσπορο, αλλά και το γεγονός ότι οι άνθρωποι χαίρονται τις μικρές χαρές της ζωής, δίνουν μια αισιοδοξία στην ταινία.
Διαφωνώ λίγο με το τέλος , που δε διαφέρει ιδιαίτερα από άλλες ταινίες ενηλικίωσης με ήρωες κορίτσια. Κατά τα άλλα είναι ακόμα μια απ' τις αγαπημένες μου ταινίες.
Beş Vakit ή «πέντε εποχές», στα αγγλικά «Times and Winds», στα ελληνικά «Το πέρασμα του χρονου». Εδώ περιγράφεται η σχέση τριών παιδιών που μεγαλώνουν σε ένα χωριό της επαρχίας με τους πατεράδες τους. Ένα από αυτά τα παιδιά το υποδύεται η Elit İşcan, που δυο χρόνια αργότερα έπαιξε στο Hayat var. Τα άλλα δύο είναι αγόρια, από τα οποία το ένα θέλει να σκοτώσει τον πατέρα του, για άγνωστο λόγο αφού φαίνεται αρκετά φιλικός, ίσως από ζήλια για το αδερφάκι του, και το άλλο υποφέρει από τη βιαιότητα του πατέρα του- κάποια στιγμή ρωτάει τη μητέρα του: «Γιατί σε έδωσαν σ' αυτόν τον κακό άνθρωπο;». Η Yildiz όμως υπεραγαπά τον πατέρα και μισεί τη μητέρα της, και βλέπει κι αυτή με μισό μάτι το νεογέννητο αδερφάκι της. Τα παιδιά, μαζί με συνομηλίκους τους περνούν τον καιρό τους στα κτήματα ή στο σπίτι, δυσαρεστημένα με τη ζωή τους. Οι μητέρες βρίσκονται στο παρασκήνιο. Ο κόσμος των ενηλίκων είναι σκληρός και άδικος, πνίγει τα παιδιά.
Το Beş Vakit είναι ακόμα μια αγαπημένη μου ταινία που δείχνει τη σκληρότητα που κρύβεται πίσω από ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, μια απεικόνιση της τουρκικής επαρχίας, που διαφέρει αρκετά από το «Μέλι» του Καπλάνογλου.
Και να πω ότι και το μέλι είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες, και με μεγάλη μου χαρά έχω ανακαλύψει τρεις νέους τούρκους σκηνοθέτες (Ερντέμ, Καπλάνογλου, Τσεϊλάν) που γυρίζουν ακριβώς το είδος των ταινιών που λατρεύω.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Reha Erdem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Reha Erdem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Δυο τουρκικές ταινίες για τις δαιμονικές δυνάμεις του χρήματος
Το Kaç Para Kaç (1999) του Reha Erdem διαδραματίζεται σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης στην Τουρκία όταν οι παλιές ακόμα τουρκικές λίρες έχαναν συνέχεια την αξία τους λόγω του πληθωρισμού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα όλοι στην ταινία να μιλάνε για τα χρήματα. Κυριολεκτικά όλες οι συζητήσεις αφορούν ή τουλάχιστον καταλήγουν στα χρήματα: οι τιμές, οι μισθοί, το κέρδος, ο πληθωρισμός, το ρίσκο, η συνεχής υποτίμηση του νομίσματος, η κλοπή, τα υλικά αγαθά, η σχέση του κάθε ανθρώπου με τα χρήματα είναι τα μόνα θέματα που φαίνεται να ενδιαφέρουν τους ανθρώπους σε βαθμό μάλιστα που αρχίζει να κουράζει. Ο πρωταγωνιστής, ιδιοκτήτης καταστήματος με πουκάμισα βρίσκει τυχαία μια τσάντα με δολάρια που ξέχασε στο ταξί ο προηγούμενος πελάτης, κι αυτό αλλάζει τη ζωή του. Αντί να χαρεί όμως, τα δολάρια του προκαλούν άγχος, αρχίζει να φοβάται ότι θα τα κλέψουν, έχει τύψεις αλλά σιγά σιγά γίνεται αλαζονικός, και τα κλεμμένα χρήματα του γίνονται εμμονή.
Δε μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος που ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τη «μετάλλαξη» του έντιμου και καθώς πρέπει οικογενειάρχη σε άπληστο και φοβισμένο ανθρωπάκο. Επίσης η σχέση του με την οικογένεια του και με τη γειτόνισσα παρουσιάζονται λίγο σχηματικά, υπάρχουν και κάποιες πράξεις του πρωταγωνιστή που είναι αψυχολόγητες. Αλλά και το νόημα, ότι δηλαδή το χρήμα διαφθείρει και κυριεύει την ψυχή του ιδιοκτήτη, μου φαίνεται απλοϊκό, και το τέλος είναι προβλέψιμο. Υπάρχουν όμως μερικές ωραίες σκηνές, όπως το κυνηγητό των τριών κλεφτών στο καραβάκι του Βοσπόρου, και σε αρκετές στιγμές γέλασα με το χιούμορ της ταινίας, που όμως άλλες φορές ήταν τετριμμένο και «τηλεοπτικό».
Ήταν αρκετά ευχάριστο στην παρακολούθηση αλλά δυο άλλες ταινίες του Ερντέμ, το Beş Vakit και το Hayat var μου άρεσαν πολύ (πάρα πολύ) περισσότερο.
Στο Takva (2006) του Özer Kızıltan υπάρχει λιγότερο χιούμορ και περισσότερη κριτική όχι τόσο στις ψυχοφθόρες ιδιότητες του χρήματος, όσο στις δομές των θρησκευτικών οργανώσεων. Μία από τις πρώτες σκηνές της ταινίας δείχνει τον ταπεινό Μουχαρέμ έναν «καλόκαρδο αλλά όχι ιδιαίτερα έξυπνο» πιστό μουσουλμάνο να λαμβάνει μέρος σε μια εντυπωσιακή τελετή στο τζαμί ενός τάγματος δερβίσηδων. Δεν είμαι σίγουρη τι είδους τάγμα είναι -πάντως δε στροβιλίζονται, αλλά φτάνουν σε έκσταση κινούμενοι ρυθμικά και ομοιόμορφα. Εξάλλου δεν έχουν τόση σημασία οι θρησκευτικές ιδιαιτερότητες της ομάδας, η ίδια ταινία θα μπορούσε να αφορά μια χριστιανική αίρεση, τους πιστούς ενός γκουρού, ή ένα θιβετιανό μοναστήρι. Το σημαντικό είναι ότι το τάγμα της ταινίας έχει απήχηση στον απλό λαό και είναι γενικά σεβαστό στην κοινωνία. Ο μικρόκοσμος όπου ζει ο πρωταγωνιστής μοιάζει να μην έχει επηρεαστεί από τον μοντέρνο πολιτισμό, ο ίδιος ενώ γύρω στα σαράντα-πενήντα δουλεύει ως παιδί για όλες τις δουλειές σε μια παραδοσιακή γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Όλα αλλάζουν όταν ο ηγέτης του τάγματος του αναθέτει να παραλαμβάνει το ενοίκιο από τα διάφορα ακίνητα που τους ανήκουν. Ο Μουχαρέμ συναντάει έναν κόσμο αμαρτίας και απληστίας, οι σεξουαλικές του φαντασιώσεις γίνονται εντονότερες, ενώ τα χρήματα με τα οποία έρχεται σε επαφή δοκιμάζουν την πίστη του. Παράλληλα η νέα του θέση, του φέρνει περισσότερο σεβασμό και κύρος, κι όλα αυτά μαζί δεν είναι σε θέση να τα χειριστεί.
Δεν είναι ξεκάθαρο αν φταίει το χρήμα ή αν η ιδέα που πρεσβεύει η οργάνωση είναι από μόνη της προβληματική. Κάποια στιγμή η κάμερα στέκεται στο πορτραίτο του Κεμάλ που βρίσκεται στο μαγαζί όπου δουλεύει ο πρωταγωνιστής, ίσως η ταινία θέτει το ερώτημα προς τα που βαδίζει η Τουρκία.
Πάντως το Takva δε μου άρεσε ιδιαίτερα: έχω την αίσθηση ότι κι εδώ το θέμα παρουσιάζεται επιδερμικά και δεν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον στη σκηνοθεσία. Επίσης οι σκηνές με τις ερωτικές φαντασιώσεις θα μπορούσαν να λείπουν.
Τις ταινίες τις θυμήθηκα γιατί ο κόσμος γύρω μου έχει αρχίσει να συζητάει επικίνδυνα μόνο για τα λεφτά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



