«Το παιδί όταν ήταν παιδί» είναι ένα αγοράκι, που από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ταινίας, το βλέπουμε να ντύνεται και να βάφεται σαν γυναίκα.
Δεν πρόκειται όμως για μια συνηθισμένη ιστορία παρενδυσίας αλά ιρανικά: είναι ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι που όμως αποκαλύπτει διάφορες πτυχές της σύγχρονης υποκριτικής κοινωνίας του Ιράν. Βασικά βλέπουμε μερικά γειτονόπουλα να παίζουν, μόνο που το παιχνίδι τους δεν είναι ρεαλιστικό παιχνίδι παιδιών, αλλά μάλλον ένας ενοχλητικός τρόπος να παρουσιαστούν κάποιες σκληρές αλήθειες. Όπως και να 'χει, είναι μια πολύ δυνατή και πρωτότυπη ταινία.
Στο μυαλό μου έρχεται ακόμα μια ταινία απ' το Ιράν, η οποία είναι αυτό που θα λέγαμε κλασσική ιρανική ταινία, με την έννοια ότι είναι μινιμαλιστική και εκφράζει πανανθρώπινες αξίες, χωρίς να συγκρούεται με κατεστημένα.. To Bazi του Gholamreza Ramezani περιγράφει το δύσκολο πρωινό ενός μοναχοπαιδιού που είναι αναγκασμένο να παίζει μόνο του. Η ταινία κάνει ακριβώς αυτό: παρακολουθεί το κοριτσάκι να παίζει μόνο του και να βαριέται. Με διακριτικότητα σχολιάζεται και η θέση των γυναικών, και ασκείται φυσικά κριτική στην αστική ζωή. Πάντως, αυτή η λιτή και ιδεολογικά απλή ταινία εμένα με έκανε να κλάψω στο τέλος.
O Ραμεζανί έχει γυρίσει ακόμα μια ταινία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, τη Hayat, όπου η πρωταγωνίστρια, η Χαγιάτ είναι μια ευσυνείδητη μαθήτρια που οι αναποδιές της ζωής, η φτώχεια, η θέση των γυναικών στα χωριά, κτλ,κτλ, την εμποδίζουν να πάει σχολείο για να δώσει εξετάσεις. Αυτή η ταινία είναι τόσο διδακτική, που μοιάζει να βγήκε απ' το υπουργείο παιδείας του Ιράν για να πείσει τους χωρικούς να στείλουν τις κόρες τους σχολείο. Η δε Ghazvinizadeh μετακόμισε, όπως πολλοί άλλοι, για σπουδές στις ΗΠΑ, όπου γύρισε ακόμα μια ταινία μικρού μήκους, το Needle, η οποία μάλιστα βραβεύτηκε στις Κάννες.
Η Φορούγ, μια σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ που ζει εδώ και χρόνια με το μοναχογιό της, σκέφτεται να παντρευτεί τον άντρα που αγαπά. Ο γιος της έχει πια μεγαλώσει, είναι ήδη φοιτητής αλλά αντιδρά σ'αυτή τη σχέση και στο ενδεχόμενο να αποχωριστεί τη μητέρα του. Έτσι η Φορούγ βρίσκεται στο δίλημμα: είναι μια μητέρα που πρέπει να απαρνηθεί τα πάντα για το παιδί της, ή ένας άνθρωπος που έχει και δικές του ανάγκες;
Κι ενώ η Φορούγ βασανίζεται απ' αυτές τις σκέψεις, γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για την «υποδειγματική μητέρα», και παίρνει συνεντεύξεις από γυναίκες λιγότερο προνομιούχες απ' αυτή, αλλά και από νομικούς και διανοούμενες που αναλύουν τη θέση της μητέρας στο Ιράν.
Αυτές οι συνεντεύξεις που μοιάζουν αυθεντικές (αν και μάλλον δεν είναι) είναι για μένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας. Βλέπουμε γυναίκες των λαϊκών τάξεων, εργάτριες, χήρες, φυλακισμένες να διηγούνται δραματικά γεγονότα της ζωής τους, να κρύβονται στο τσαντόρ τους από ντροπή, να γυρίζουν την πλάτη στην κάμερα για να προστατέψουν το πρόσωπό τους στην κοινωνία.
Μπροστά σ'αυτά τα αποσπάσματα του ντοκιμαντέρ, τα προβλήματα της σκηνοθέτριας και του κακομαθημένου γιου της μοιραία φαίνονται επιπόλαια.
Ενδιαφέρον έχει και η ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιούν η Φορούγ και ο φίλος της, και που δυστυχώς χάνεται στη μετάφραση-αλλά δεν πειράζει, ευτυχώς που υπάρχουν τα iraniantorrents για να βρίσκουμε σπάνιες καλές ιρανικές ταινίες, κι ας μην είναι πάντα τέλειοι οι υπότιτλοι.
Ο περσικός τίτλος της ταινίας (Banoo-Ye Ordibehesht) σημαίνει η Κυρία όχι του Μάη, αλλά του περσικού μήνα Ορντιμπεχεστ. Είναι ο δεύτερο μήνας του περσικού έτους και αρχίζει περίπου στις 20 του δικού μας Απρίλη και τελειώνει περίπου στις 20 του Μάη.
Βρισκόμαστε στο Ιράν σε μια οικοδομή που χτίζεται στα βόρεια προάστια της Τεχεράνης. Εκτός από τους νόμιμους Ιρανούς εργάτες, εκεί δουλεύουν και πολλοί Αφγανοί πρόσφυγες χωρίς χαρτιά, οι οποίοι πρέπει να εξαφανιστούν όταν έρχονται οι επιθεωρητές. Κάποια στιγμή ένας απ' τους Αφγανούς εργάτες πέφτει κάτω και σπάει το πόδι του και την επόμενη μέρα, ένας συμπατριώτης του φέρνει το «γιο» του τραυματισμένου στην οικοδομή και παρακαλεί το αφεντικό να τον πάρει στη θέση του πατέρα. Ο Λατίφ, που μέχρι τότε δούλευε σαν παιδί για όλες τις δουλειές, αναγκάζεται να δώσει τη θέση του στο μικρό Αφγανό, κι ο ίδιος αρχίζει να δουλεύει σαν κανονικός εργάτης, μια πολύ πιο βαριά δουλειά, γι'αυτό μισεί θανάσιμα τον αντικαταστάτη του.
Η Βροχή (Baran) του Ματζιντί είναι από τις πιο γνωστές ιρανικές ταινίες, και οι περισσότεροι, ακόμα κι αν δεν θυμούνται τον τίτλο της, κάπου θα την έχουν πετύχει (σε καμιά ΕΤ3). Χτες που την ξανάβλεπα όμως σκέφτηκα ότι πολλά στοιχεία της ίσως περνούν απαρατήρητα.
Ο αέρας ανοίγει την κουρτίνα, από τον καθρέφτη φαίνεται η Μπαράν να χτενίζεται
Το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας δεν είναι η Μπαράν, η ηρωίδα που δίνει το όνομά της στην ταινία. Αντίθετα η βασική +, είναι η ενηλικίωση του Λατίφ, ο οποίος όταν αρχίζει η ταινία είναι ένα ανέμελο παιδί πάντα έτοιμο για καυγά και τελικά, μέσα απ' τον έρωτά του για τη Μπαράν, μαθαίνει την ματαιότητα του υλικού κόσμου, ή μάλλον των εγκόσμιων. Μαθαίνει να δίνει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Αυτό το μοτίβο υπάρχει σε όλες τις ταινίες του Ματζιντί: Η «φώτιση» φτάνει όταν αποβάλει κανείς ότι ήταν σημαντικό γι' αυτόν: χρήματα, μια όμορφη γυναίκα, όραση, βραβεία. Αντίθετα η απόκτηση αυτών των αγαθών σημαίνει την απώλεια της ψυχής: αυτό το τελευταίο συμβαίνει στην «Ιτιά» και στα «Σπουργίτια». Είναι πολύ ενδιαφέρον τρόπος σκέψης, θυμίζει λίγο βουδισμό, αλλά έχει περισσότερο σχέση με τον ισλαμικό μυστικισμό. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στα έργα του σκηνοθέτη που θυμίζει βουδισμό είναι η αγάπη και η φροντίδα των «φωτισμένων» ηρώων για τα ζώα, ειδικά τα μικρά και αβοήθητα.
Ένα άλλο βασικό θέμα της ταινίας είναι η κοινωνική κριτική: δε βλέπουμε μόνο την εκμετάλλευση των Αφγανών από τους Ιρανούς και τη δύσκολη ζωή τους χωρίς χαρτιά, και με πόλεμο στο σπίτι. Η ταινία δείχνει μια κοινωνική διαστρωμάτωση που βασίζεται στην εκμετάλλευση μιας κοινωνικής ομάδας από την αμέσως ανώτερη. Πχ ο μηχανικός δεν πληρώνει το Μεμάρ (το αφεντικό στην οικοδομή), επειδή ένα ντουβάρι είναι στραβό, κι ο Μεμάρ με τη σειρά του δεν πληρώνει τους εργάτες. Οι ίδιοι οι Ιρανοί εργάτες αντιπαθούν τους Αφγανούς και ζητούν να πληρωθούν αυτοί με τα λιγοστά χρήματα που διαθέτει ο Μεμάρ. Και είναι χαρακτηριστικός και ο μικρόκοσμος των αμόρφωτων και φτωχών εργατών που κοιμούνται όλοι μαζί στην οικοδομή, στην άκρη μιας πολύ καλής περιοχής με ουρανοξύστες.
Κάτι που νομίζω ότι το χάνουν οι Έλληνες θεατές είναι ότι οι Ιρανοί εργάτες είναι χωρισμένοι ανάλογα με την εθνική τους καταγωγή. Σε ένα δωμάτιο κοιμούνται οι άνθρωποι απ' το Λορεστάν, σ' άλλο οι Κούρδοι, και σ' άλλο οι Αζέροι. Μάλιστα η κάθε εθνική ομάδα έχει κι από ένα αφεντικό που διαπραγματεύεται με το Μεμάρ για τα μεροκάματά τους. Περισσότερα γράφει το σάιτ του Ματζιντί: http://www.cinemajidi.com/baran/background.html
Η Μπαράν είπαμε ότι δεν είναι η πρωταγωνίστρια, όχι μόνο δεν μιλάει ποτέ, αλλά μαθαίνουμε ελάχιστα γι' αυτήν: ότι είναι ατσούμπαλη, ότι ταΐζει περιστέρια κι ότι είναι γενικά μια καλή και σεμνή κόρη.
Είναι συνηθισμένο σε ταινίες απ' το Ιράν ή άλλες μουσουλμανικές χώρες οι γυναίκες να μην μιλάνε ποτέ, κι αυτό να είναι σχόλιο για την κοινωνική τους θέση· ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι και το «Κάποτε στην Ανατολία» του Τσεϊλάν.
Πάντως ας μην ξεχνάμε ότι μπροστά στους άντρες είναι που οι γυναίκες δεν έχουν φωνή. Όμως ακόμα και στις πιο συντηρητικές κοινωνίες εννοείται ότι οι γυναίκες έχουν φωνή και γενικά κοινωνική ζωή μεταξύ τους, και φυσικά μέσα στην οικογένεια τους. Πρόκειται δηλαδή για χωρισμό των δυο φύλων. Με λίγα λόγια επειδή ο Ματζιντί ή ο Κιαροστάμι δεν μπορούν να βγουν για καφέ με μια συντηρητική Αφγανή, δε σημαίνει αυτό ότι δεν έχει ζωή η γυναίκα, ή πολύ περισσότερο ότι είναι ένα άβουλο ον χωρίς χαρακτήρα που απλά υπακούει τον πατέρα ή το σύζυγο. Απλά η ζωή της είναι αθέατη για έναν ξένο άντρα. Έλα ντε όμως που οι άντρες γυρίζουν ταινίες, και γράφουν βιβλία και φιλοσοφούν, και ουσιαστικά μεταδίδουν τη δικιά τους (μη ολοκληρωμένη) εικόνα στον υπόλοιπο κόσμο.
Με το αφγανικό έθιμο όπου κορίτσια μεταμφιέζονται σε αγόρια είχα γράψει εδώ. Όπως βλέπουμε και στη Μπαράν, το κορίτσι δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά στο ρόλο του αγοριού, τουλάχιστον όχι χωρίς τη βοήθεια άλλων αντρών.
Οι ήρωες μιλάνε περσικά μεταξύ τους. Ο Μεμάρ - παρεμπιπτόντως είναι ο ίδιος ηθοποιός που παίζει στα «Σπουργίτια»- είναι Αζέρος στην καταγωγή κι αυτό φαίνεται στην προφορά του που μοιάζει με την τούρκικη. Φαίνεται και σε μερικές φράσεις που πετάει στα αζέρικα, ειδικά όταν είναι θυμωμένος. Οι Αφγανοί μιλάνε νταρί μια γλώσσα που ουσιαστικά είναι ίδια με τα περσικά, μάλιστα λένε ότι είναι μια εξευγενισμένη μορφή περσικών, πιο κοντινή στην καθαρεύουσα. Για μένα τα νταρί ακούγονται λίγο σαν τιτιβίσματα πουλιών, και είναι πολύ πιο δύσκολο να τα καταλάβω απ' ότι τα μακρόσυρτα περσικά των Ιρανών.
Και μια βοήθεια με τα ονόματα που με μπέρδεψαν κι εμένα μέχρι να τα ξεχωρίσω
Ο Λατίφ είναι ο νεαρός πρωταγωνιστής.
Ο Μεμάρ είναι το αφεντικό, ο φωνακλάς.
Ο Νατζάφ είναι ο Αφγανός εργάτης που πέφτει και σπάει το πόδι του, ο πατέρας της Μπαράν.
Ο Σολτάν είναι ένας φίλος του, αυτός που φέρνει τη Μπαράν στην οικοδομή.
Ραχμάτ είανι το όνομα που χρησιμοποιεί η Μπαράν στην οικοδομή.
Η Μπαράν είναι μια απ' τις πιο αγαπημένες μου ταινίες. Αυτή την ανάρτηση-που ελπίζω να μην είναι η τελευταία- την αφιερώνω στο Δημήτρη που με παρακίνησε να ξαναπιάσω το μπλογκ, σε όσους και όσες δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, και στους αφγανούς εργάτες που μας φιλοξένησαν μια νύχτα σε μια τέτοια οικοδομή μέσα στην έρημο.
Ένα από τα πράγματα που μου έχει κάνει εντύπωση σε σχέση με το Ιράν είναι το μεγάλο ποσοστό γυναικών σκηνοθετριών, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα κλισέ που έχουν κάποιοι για τη χώρα αυτή (και για τις μουσουλμάνες γενικότερα). Ορίστε μερικές απ' αυτές:
Η πιο καταξιωμένη σκηνοθέτρια στο Ιράν είναι η Rakhshan Bani-Etemad, που έχει γυρίσει πάνω από δέκα ταινίες, οι οποίες τα πάνε πολύ καλά εμπορικά. Έχω δει δυο απ' αυτές. Η πρώτη που είδα είναι το Zir-e Pust-e Shahr, που είναι η ιστορία μιας μάνας της λαϊκής εργατικής τάξης που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τα προβληματικά παιδιά της. Είναι μια πολύ καλή ταινία που δεν έχει βέβαια πολλές σινεφίλ αξιώσεις (καμία σχέση με σχολή Κιαροστάμι κτλ), αλλά διηγείται μια ωραία ιστορία με ωραίο τρόπο κι αυτό είναι σπάνιο. Έχω δει και το Gilane, όπου βλέπουμε πάλι μια μάνα, μια ηρωική μάνα που τραβάει τα πάνδεινα λόγω του πολέμου με το Ιράκ. Η Γκιλανέ -κατά την προσωπική μου άποψη πάντα- ξεπερνά τα όρια του κιτς αλλά θέλω να πιστεύω ότι γι' αυτό φταίει ο συνσκηνοθέτης Mohsen Abdolvahab. Η Μπανί-Ετεμάντ είναι γνωστή και για το ότι έφερε τους λογοκριτές στα όρια τους με μερικά έργα της.
Ακόμα μια διάσημη σκηνοθέτρια- άγνωστη όμως στο δυτικό κοινό- είναι η Tahmine Milani , εμπορικά πολύ πετυχημένη. Οι ταινίες της έχουν στόχο να φανερώσουν τις αδικίες που υφίστανται οι γυναίκες στο πατριαρχικό Ιράν, και οι πρωταγωνίστριές τους υποφέρουν πολύ από ακραίες καταστάσεις. Κατά την άποψή μου είναι πολύ μελοδραματικές και τραβηγμένες.
Η πιο γνωστή στο σινεφιλικό κοινό είναι πάντως η Samira Makhmalbaf, κόρη του διάσημου πατέρα της, του Μοσέν, η οποία είχε θεωρηθεί παιδί θαύμα όταν γύρισε στα δεκαεφτά της το «Μήλο» ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ που έχει και στοιχεία μυθοπλασίας. Δυο χρόνια αργότερα γύρισε τον επίσης βραβευμένο και πιο ώριμο «Μαυροπίνακα». Το στιλ της μοιάζει αρκετά με το στιλ των τελευταίων ταινιών του πατέρα της: πολύ όμορφα πλάνα, χαώδες σενάριο, «πρόχειρη» σκηνοθεσία που θυμίζει ντοκιμαντέρ. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει, όπως και τις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειας, ότι στην ουσία δημιουργός των ταινιών τους είναι ο πατέρας Μαχμαλμπάφ. Βέβαια, όπως είπε η αδερφή της η Χάνα, η κοινωνία μας έχει την τάση να αμφισβητεί πάντα τη δημιουργικότητα των γυναικών με οποιαδήποτε αφορμή. Η τελευταία ταινία που έχει γυρίσει είναι το «Δίποδο Άλογο» του 2008, το οποίο πήρε αρκετά αρνητικές κριτικές λόγω της σκληρότητάς του.
Η αδερφή της Σαμίρας η Χάνα είχε θεωρηθεί κι αυτή παιδί θαύμα όταν γύρισε το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ Lezate Divanegi, που ουσιαστικά περιγράφει το πως γυρίστηκε το «Στις πέντε το απόγευμα» της Σαμίρας. Αργότερα γύρισε το «Βούδα που λιποθύμησε από ντροπή» όπου μια μικρή Αφγανή αντιμετωπίζει του κόσμου τα αναπάντεχα προβλήματα για να πάει σχολείο. To 2009 γύρισε τις «Πράσινες Μέρες» με θέμα την αποτυχημένη καθώς φαίνεται πράσινη επανάσταση στο Ιράν: είναι μια κυριολεκτικά ερασιτεχνική ταινία, πολύ βιαστικά φτιαγμένη- τέτοια ώρα, τέτοια λόγια βέβαια.
Το τρίτο μέλος της οικογένειας Μαχμαλμπάφ είναι η Marzieh Meshkini, η δεύτερη σύζυγος του Μοσέν και αδερφή της πρόωρα χαμένης Φατεμέ, της πρώτης γυναίκας του. (Δηλαδή είναι θεία και θετή μητέρα της Σαμίρας και της Χάνας). Η Μαρζιέ έχει γυρίσει δυο ταινίες, την αγαπημένη μου «Μέρα που έγινα γυναίκα» και τους πολύ ενδιαφέροντες «Αδέσποτους σκύλους», με πρωταγωνιστές δυο αδέρφια που ζουν στο μεταταλιμπανικό Αφγανιστάν.
Ίσως η πιο αγαπητή στου Ιρανούς σκηνοθέτρια είναι η ποιήτρια Φορούχ Φαροχζάντ, που έχει όμως γυρίσει μια και μοναδική ταινία, ντοκιμαντέρ μάλιστα, το «Σπίτι είναι Μαύρο» που αναφέρεται σε μια αποικία λεπρών στο Ιράν. Και πάλι, προσωπική μου άποψη είναι βέβαια, αλλά νιώθω μια αηδία όταν κάποιος θέλει να βγάλει λυρισμό και ποίηση απ' τη δυστυχία των ανθρώπων. Όταν πχ η δασκάλα ρωτά τα παιδιά να της πουν κάτι άσχημο κι αυτά απαντούν λέγοντας τα μέλη του σώματός τους, τότε αυτό όχι μόνο μοιάζει στημένο αλλά και κακόγουστο.
Η Marva Nabili έχει γυρίσει τρεις ταινίες. Δυο στο προεπαναστατικό Ιράν και μια στις ΗΠΑ το 83. Το Khake Sar Beh Morh, η πρώτη της ταινία περιγράφει τη βαρετή ζωή μιας ανικανοποίητης νεαρής επαρχιώτισσας που βλέπει τους μοντέρνους καιρούς να περνούν μπροστά της αλλά να μην την αγγίζουν και βγάζει αυτή τη ματαίωση ψυχοσωματικά τρόπον τινά. Σαν ταινία θυμίζει αρκετά τη «Νεκρή Φύση» του Σαλές: Η κάμερα με το ζόρι κινείται, τα συμβάντα είναι άψυχα, δεν υπάρχουν δραματικές κορυφώσεις. Δυστυχώς η Ναμπιλί εξαφανίστηκε απ' τον κινηματογράφο.
H Manijeh Hekmat έχει γυρίσει δυο ταινίες μέχρι τώρα: Η πρώτη, Zendan-e Zanan, περιγράφει τη δύσκολη σχέση ανάμεσα σε δυο γυναίκες: μια διευθύντρια φυλακών που αποφασίζει να επιβάλλει την τάξη σε μια χαοτική φυλακή γυναικών, και την καλή αλλά ανυπόταχτη φυλακισμένη Μιτρά. Σ'αυτήν την ταινία δεν υπάρχουν καλές και κακές, και φαίνεται ότι απλά οι συνθήκες έχουν φέρει αντίπαλες δυο γυναίκες που κατά τα άλλα θα τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Μέσα σε είκοσι χρόνια βλέπουν- ουσιαστικά «φυλακισμένες» κι οι δυο- την εξέλιξη της ιρανικής κοινωνίας (η έστω του υποκόσμου) και μπροστά τους ξετυλίγεται η μοίρα πολλών γυναικών που για διάφορους λόγους έχουν βρεθεί στη φυλακή. Στην πορεία συνειδητοποιούν ότι άλλοι είναι οι πραγματικοί εχθροί τους. Η «Φυλακή των γυναικών» είναι ένα άγνωστο διαμάντι του ιρανικού κινηματογράφου, σαν ταινία απλή βέβαια, και σκληρή, αλλά ωραία, η πιο ωραία ταινία φυλακών που έχω δει.
H Maryam Shahriar δυστυχώς χάθηκε αφού γύρισε μια μόνο ταινία, τις «Κόρες του Ήλιου» με θέμα μια κοπέλα που παριστάνει τον άντρα για να δουλέψει σαν βοηθός σε μια μικρή σπιτική βιοτεχνία (που λέει ο λόγος) χαλιών. Ίσως φταίει το πολύ τολμηρό θέμα που ανάγκασε τη σκηνοθέτρια να μην ξαναεμφανιστεί. Πάντως το έργο μου θύμισε με ευχάριστο τρόπο τον πολυαγαπημένο μου Παρατζάνοφ. Κρίμα, κρίμα..
Η Mania Akbari ξεκίνησε την καριέρα της στον κινηματογράφο σαν ηθοποιός στην ταινία «Δέκα» του Κιαροστάμι. Μετά γύρισε τα «Είκοσι Δάχτυλα» που έχει αρκετές ομοιότητες με το Δέκα, και το «10 + 4» που δείχνει και πάλι την ίδια, αυτή τη φορά σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής της (καρκίνος και χημειοθεραπείες). Από τότε δεν έχει σταματήσει να γυρίζει πειραματικές ταινίες που δεν έχουν πλέον την ίδια σαν πρωταγωνίστρια.
H ανθρωπολόγος και μελετήτρια του Ισλάμ Ziba Mir-Hosseini έχει σκηνοθετήσει μόνο ντοκιμαντέρ. Το Divorce Iranian Style που το σκηνοθέτησε μαζί με την Kim Longinotto, είναι μια κωμικοτραγική αποτύπωση διάφορων υποθέσεων διαζυγίου που φτάνουν στα δικαστήρια, και είναι ένα απ' τα καλύτερα ντοκιμαντέρ που έχω δει.
Τέλος ας μην ξεχνάμε της σκηνοθέτριες ιρανικής καταγωγής που έχουν γυρίσει ταινίες στο εξωτερικό, όπως η Γκρανάζ Μουσαβί (My Tehran For Sale), η Μαρτζάν Σατραπί (δημιουργός της Περσέπολης και του πρόσφατου Κοτόπουλου με Δαμάσκηνα), η Σιρίν Νεσάτ (Γυναίκες Χωρίς Άντρες) αλλά και η Maryam Keshavarz που όσο αδιάφορη και να μ'άφησε η ταινία της (Circumstance), δεν παύει να είναι Ιρανή η γυναίκα.
Γι'αυτή την ανάρτηση εμπνεύστηκα απ' το μπλογκ Chá-de-Lima da Pérsia , ένα πολύ ωραίο βραζιλιάνικο μπλογκ σχετικά με το Ιράν, και συγκεκριμένα απ' αυτή την ανάρτηση. Φυσικά υπάρχουν και άλλες Ιρανές σκηνοθέτριες, αλλά περιορίστηκα σ' αυτές απ' τις οποίες είχα δει δείγμα του έργου τους..
Ο Ασγάρ Φαραντί ο διάσημος πλέον σκηνοθέτης του Χωρισμού ξεκίνησε την καριέρα του σαν σκηνοθέτης κινηματογράφου το 2003 -πριν είχε σκηνοθετήσει σειρές στην τηλεόραση και είχε γράψει σενάρια- με την ταινίαRaghs dar ghobar (Χορός στη Σκόνη). Έχουμε κι εδώ ένα διαζύγιο- όπως φαίνεται οι σχέσεις μεταξύ ζευγαριών και κυρίως ο χωρισμός είναι απ' τα αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη. Το νεαρό ζευγάρι της ταινίας γνωρίζεται και παντρεύεται κατά τη διάρκεια των τίτλων αρχής, και σύντομα αναγκάζονται να χωρίσουν. Ο λόγος είναι ότι η μητέρα της γυναίκας «μπαίνει σε αυτοκίνητα με ξένους άντρες», και οι γονείς του νεαρού συζύγου δε δέχονται να έχουν συμπεθέρα πоυτάvα, αλλά και οι φίλοι του τον ειρωνεύονται και τον προσβάλλουν. Δυο είναι τα προβλήματα που προκύπτουν απ' το διαζύγιο: ότι ο Ναζάρ αγαπάει τη γυναίκα του, και ότι πρέπει να της πληρώσει την προίκα, δηλαδή το χρηματικό ποσό που ο γαμπρός υπόσχεται στη νύφη στο συμβόλαιο του γάμου και που είναι υποχρεωμένος να το δώσει όταν την χωρίσει. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας παρακολουθεί το Ναζάρ που προσπαθεί να βρει χρήματα, και στο δεύτερο μισό επικεντρώνεται στη σχέση του με έναν μυστηριώδη γέρο.
Ο χορός στη σκόνη έχει ελάχιστα κοινά με τις επόμενες ταινίες του Φαραντί ειδικά τις 3 τελευταίες. Δεν υπάρχει κανένα πολύπλοκο ηθικό δίλημμα, ούτε έχουμε τη λιτότητα των υπόλοιπων ταινιών δωματίου. Εδώ υπάρχουν πιο εξπρεσιονιστικές σκηνές, όπως τα άλογα που τα δηλητηριάζουν με δηλητήριο φιδιού ή οι σκηνές στο εγκαταλειμμένο χωριό στην έρημο. Ταυτόχρονα είναι αρκετα μελοδραματική ταινία, καμία σχέση με το Χωρισμό με τους γκρίζους και πεζούς χαρακτήρες του.
Βασικά δεν είναι κακή ταινία για το είδος της. Το είδος αυτό ευδοκιμεί στο Ιράν και είναι ταινίες με φτωχούς πλην τίμιους κι αθώους χαρακτήρες, σχεδόν πάντα νέους άντρες ή παιδιά, οι οποίοι δίνουν μαθήματα ανθρωπιάς, φιλότιμου, και αφοσίωσης σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που φτάνει μέχρι την αυτοθυσία. Τέτοιες ταινίες είναι το Baduk του Ματζιντί, το Niaz του Davoudnejad, η Όμορφη πόλη του Φαραντί, ενώ πιο εκλεπτυσμένες βερσιόν είναι η Βροχή και τα Παιδιά του Παραδείσου του Ματζιντί. Και τοΠου είναι το σπίτι του φίλου μου τουτου Κιαροστάμι έχει κάτι απ' αυτήν την παράδοση. Όπως είχα γράψει και για την περίπτωση του Ματζιντί είναι άξιο απορίας και σ'αυτή την περίπτωση πώς ο ίδιος σκηνοθέτης που γύρισε τονΧορό στην άμμοκατάφερε μόλις σε τρία χρόνια να γυρίσει την πολύ πιο ώριμηΚυριακή των πυροτεχνημάτων.
Ένα άλλο θέμα που απασχολεί το Ματζιντί-πάντα όμως το παρουσιάζει πλάγια- είναι η θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία. Από τη Ραζιέ του Χωρισμού και την Ελι του Τί απέγινε η Έλι μέχρι την κρυφά διαζευγμένη Φιρουζέ της Όμορφης πόλης και την ανώνυμη πεθερά του Χορού, οι γυναίκες δέχονται παραπάνω πίεση λόγου του φύλου τους. Στην τελευταία περίπτωση εντύπωση μου κανε πόσο κοντά (φιλοσοφικά) είναι η κατάσταση του γάμου με την πоρνεία. Γιατί, αν ο άντρας είναι υποχρεωμένος να πληρώσει την γυναίκα του, όποτε παντρεύεται, εε... Και μιλάμε για τον κανονικό γάμο, όχι τον προσωρινό γάμο (σιγκέ) που είναι ακόμα πιο κοντά στην πоρνεία. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που ξεφεύγει λίγο..
Ο Ρεζά, ένας διαρρήκτης που έχει το παρατσούκλι «σαύρα» επειδή έχει την (χρήσιμη για το επάγγελμά του) ικανότητα να σκαρφαλώνει τοίχους, συλλαμβάνεται μετά από μια αποτυχημένη ληστεία. Στη φυλακή μπαίνει στο μάτι του τυραννικού νέου διοικητή που αποφασίζει να τον σωφρονίσει με το ζόρι, και του κάνει διάφορα ψυχολογικά καψόνια. Ο Ρεζά όμως δεν το βάζει κάτω. Όταν βρίσκει την ευκαιρία κλέβει τα άμφια του μουλά της φυλακής και μεταμφιεσμένος το σκάει στον ελεύθερο κόσμο. Συνειδητοποιεί ότι τα ρούχα αυτά είναι η καλύτερη προστασία του από την αστυνομία και μπλέκεται σε διάφορες χιουμοριστικές καταστάσεις, ενώ κάποια στιγμή καταλήγει να «μουλάς του χωριού» σε ένα ξεχασμένο χωριό κοντά στα σύνορα.
Ο Kamal Tabrizi δεν είναι σινεφίλ σκηνοθέτης και μ' αυτή την κάπως χοντροκομμένη κωμωδία δεν απευθύνεται σε καμιά περίπτωση στους ξένους κριτικούς, αλλά στους κατοίκους της χώρας του. Με την ταινία του προσπαθεί να μεταφέρει κάποια μηνύματα, όπως ότι η θρησκεία πρέπει να εκσυγχρονιστεί για να κερδίσει το λαό, ότι υπάρχουν πολλά μονοπάτια που οδηγούν στο θεό (όχι μόνο το επίσημο), ότι οι άνθρωποι εξημερώνονται μόνο με το καλό. Η εξημέρωση αυτή δεν έχει σχέση με καμιά μανία του Κορανιού για υποταγή, αλλά είναι μια λέξη που ένας «σοφός» μουλάς διαβάζει στο Μικρό Πρίγκηπα του Εξιπερί. Με λίγα λόγια ο Ταμπριζί ήθελε να προτείνει στους άρχοντες να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους, αν θέλουν να κρατήσουν τη θέση τους. Μάλλον μάταια, αφού η ταινία που έγινε μπλοκμπάστερ, γρήγορα αποσύρθηκε λόγω αντιδράσεων από τον κλήρο.
Βασικά υπάρχουν πολλά στοιχεία που δικαιολογούν την απαγόρευση της ταινίας, και είναι άξιο απορίας πώς πήρε αρχικά άδεια να προβληθεί. Μερικά πράγματα που σκανδαλίζουν:
Ο Ρεζά ξέρουμε ότι είναι μεταμφιεσμένος, παρόλα αυτά είναι κάπως σοκαριστικό να βλέπεις έναν μουλά να κλέβει, να βλαστημά, να λέει ψέματα, να κυνηγάει γυναίκες, και δύσκολο να μην σου περάσει απ' το μυαλό ότι κάποιοι κληρικοί τα κάνουν αυτά στην πραγματικότητα.
Ο «σοφός μουλάς» τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, όχι μόνο εμπνέεται από δυτικά βιβλία, αλλά ουσιαστικά δίνει την ευκαιρία στο Ρεζά να αποδράσει. Ταυτόχρονα κάποιοι τηλεοπτικοί μουλάδες μιλάνε για θέματα που απασχολούν την νεολαία όπως το «Παλπ Φίξιον» του Ταραντίνο.
Ο Ρεζά εξαιτίας της ασχετοσύνης του με τα θρησκευτικά κάνει μερικά περίεργα κηρύγματα και γενικά αυτά που κάνει μες το ναό αντί για τις σωστές τελετές, πιθανώς να είναι ιεροσυλία. Όμως σιγά σιγά τα κηρύγματά του αποκτούν κάποιο νόημα, κι ο ίδιος γίνεται «καλός παπάς». Είναι σαν να υπονοείται ότι ακόμα και να είσαι απατεώνας και ελάχιστα θρησκευόμενος, μπορείς να επιτελέσεις σωστά το αξιοσέβαστο λειτούργημα του μουλά.
Πέρα από τον κλήρο, ο διοικητής των φυλακών είναι πολύ σαδιστής, ένας πολιτικός είναι διεφθαρμένος, το χωριό είναι στο έλεος μιας μαφιόζικης συμμορίας. Αυτά από μόνα τους δεν ξέρω αν θα ενοχλούσαν σε μια ανάλαφρη κομεντί, αλλά μέσα στο όλο πολιτικό κλίμα της ταινίας, δίνουν μια αρνητική χροιά στην εξουσία.
Τελικά δε ξέρω αν είναι το Μαρμουλάκ μια τολμηρή πολιτική ταινία ή μια αφελής προσπάθεια να συμβιβαστούν τα ασυμβίβαστα. Πάντως στο στιλ θυμίζει λίγο ελληνική κωμωδία με τον Κωνσταντάρα ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο αυτής της εποχής. Οκ, ίσως και να την αδικώ. Υπάρχει ολόκληρη στο youtube.
Ο Parviz Parastui , που εδώ υποδύεται το λαϊκό ληστή, στην «Ιτιά» του Ματζιντί έπαιζε τον τραγικό διανοούμενο που βρίσκει το φως του, αλλά χάνει το θεό. Απίστευτο!
Σ' αυτήν την ταινία μικρού μήκους, ο Χεϊντάρ, ένας Αφγανός μετανάστης, δουλεύει σαν υπηρέτης στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ευκατάστατου Ιρανού. Το αφεντικό του, που δεν το βλέπουμε καθόλου, είναι ιδιότροπος και τσιγκούνης, και περιμένει πότε ο γιος του θα έρθει να τον πάρει για τη Σουηδία.
Αυτή η πρώτη ταινία του Τζαλαλί έχει πολλά κοινά με το Frontier Blues, αν και είναι πολύ πιο λιτή, αφού όλες σχεδόν οι σκηνές διαδραματίζονται μέσα στο πολυτελές αλλά μάλλον εγκαταλειμμένο σπίτι στην Τεχεράνη. Ο Χεϋντάρ όπως κι ένας από τους ήρωες του Frontier Blues προσπαθεί να μάθει αγγλικά με κασετόφωνο, κάτι που προφανώς συμβολίζει την επιθυμία του να φύγει. Η κάμερα είναι αυστηρά καθηλωμένη, και τα επεισόδια από τη ζωή του πρωταγωνιστή παρουσιάζονται νατουραλιστικά, χωρίς να έχουμε ιδιαίτερη εξέλιξη. Μ' αυτή την ένοια θυμίζει ίσως και τη «Νεκρή Φύση» του Sohrab Shahid Saless.
Παρεμπιπτόντως υποψιάζομαι ότι ο Χεϋντάρ όπως και οι υπόλοιποι Αφγανοί του έργου δεν είναι στην πραγματικότητα Αφγανοί. Πρώτον είναι αρκετά γεροδεμένοι και δεύτερον μιλάνε πολύ καθαρά φαρσί, ώστε ακόμα κι εγώ να καταλαβαίνω τους μισούς διαλόγους. Βέβαια όλα αυτά έχουν μικρή σημασία.
Βρισκόμαστε στην απόμακρη επαρχία Golestan, στα σύνορα του Ιράν με το Τουρκμενιστάν, όπου ζει και μια μειονότητα Τουρκμένων και η ταινία παρακολουθεί στιγμιότυπα από τη ζωή κάποιων κατοίκων της επαρχίας: Ένας άεργος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος νέος ζει με το θείο και το ..γάιδαρό του στην πρωτεύουσα (το Γκοργκάν) και περνάει τον ελεύθερό του χρόνο μαζεύοντας πινακίδες οχημάτων, ο θείος του βαριέται τη δουλειά στο κατάστημα ρούχων του, ένας νέος Τουρκμένος εργάτης σε ορνιθοτροφείο προσπαθεί να μάθει Αγγλικά με σκοπό να παντρευτεί μια κοπέλα και να φύγει απ' το Ιράν, ένας Τουρκμένος βάρδος ποζάρει για έναν φωτογράφο από την Τεχεράνη που θέλει να αναδείξει την «αυθεντική τουρκμένικη κουλτούρα».
Αντίθετα με τον Κιαροστάμι, ο Τζαλαλί δεν παρουσιάζει την ιρανική επαρχία σαν πηγή σοφίας για τον αλλοτριωμένο πρωτευουσιάνο, ούτε την παρουσιάζει σαν εξωτικό χώρο γεμάτο μαγεία όπως ο Μαχμαλμπάφ. Αντίθετα τονίζει την ανία και την έλλειψη προοπτικών για τους νέους, τη μιζέρια της καθημερινότητας, ενώ οι παραδόσεις δεν παίζουν σημαντικό ρόλο (αντίθετα με ότι θα ήθελαν να πιστεύουν πολλοί ρομαντικοί αστοί) και σιγά σιγά χάνονται.
Οι ήρωες είναι μοναχικά, αξιολύπητα άτομα, και ο σκηνοθέτης τους βλέπει άλλοτε με συμπάθεια, κι άλλοτε με κυνισμό. Πέρα από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις, το σημαντικότερο στην ταινία είναι η φωτογραφία που είναι πολύ ωραία, ειδικά στα τοπία στη στέπα όπου τριγυρίζουν ο φωτογράφος με το βάρδο. Το Frontier Blues έχει ακόμα κάτι ωραίο για μένα: η κάμερα μένει συχνά ακίνητη, ενώ οι ήρωες μας κοιτάζουν πολλές φορές κατάματα, και μοιάζει σαν να απευθύνονται σε μας.
Γενικά είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία με μοναδικό μειονέκτημα (για μένα πάντα) ότι και οι καταστάσεις και το χιούμορ της δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπα.
Κάποιες σκηνές είναι αρκετά τολμηρές κι αναρωτιέμαι αν κατάφεραν να περάσουν την λογοκρισία. Θυμάμαι μια συνέντευξη όπου η Bani- Etemad διηγούνταν ότι όταν ένας λογοκριτής της είπε να αφαιρέσει κάποιες σκηνές από την ταινία της για να πάρει άδεια, εκείνη του απάντησε ότι θα περιμένει μέχρι αυτός να μετατεθεί σε άλλη δημόσια υπηρεσία, και μέχρι να βρεθεί άλλος πιο ελαστικός υπάλληλος που να επιτρέψει την ταινία ολόκληρη. Έτσι και έγινε. Οι υπέυθυνοι για την λογοκρισία είναι συχνά δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς εξειδίκευση, τον επόμενο χρόνο μπορεί να τους αναθέσουν να σκουπίζουν λάμπες.
Στο Poulet aux prunes, τη δεύτερη ταινία της Σατραπί, αυτή τη φορά με αληθινούς ηθοποιούς κι όχι κινούμενα σχέδια, ο Νασερ Αλί Χαν ένας διάσημος ιρανός βιολιστής ψάχνει όλο το Ιράν για να βρει ένα βιολί τόσο καλό όσο αυτό που έσπασε η γυναίκα του. Επειδή όμως ποτέ δεν καταφέρνει να βρει τέτοιο βιολί αποφασίζει να πεθάνει. Τις επόμενες 8 μέρες μετά την απόφαση αυτή κλείνεται στο δωμάτιό του, όπου τον επισκέπτονται διάφοροι συγγενείς, ενώ ένας αφηγητής μας διηγείται μέσα από φλας μπακ (και φόργουορντ) το παρελθόν του αλλά και το μέλλον κάποιων κοντινών του προσώπων. Η ταινία έχει πολλά συμπαθητικά εφέ κι έχει παραμυθένιο ντεκόρ ειδικά στις σκηνές από τις αναμνήσεις του Νασέρ Αλί Χαν. Είναι γεμάτη από νοσταλγία για την δεκαετία του 50, γενικότερα για την εποχή πριν την επανάσταση.
Παρακολουθείται αρκετά ευχάριστα, μόνο που θα ήθελα κανένα μισάωρο παραπάνω για να γνωρίσουμε καλύτερα τους χαρακτήρες και να καταλάβουμε τα πάθη τους.
Αλλά καλώς η κακώς, το «κοτόπουλο με δαμάσκηνα» δε με ενδιαφέρει τόσο σαν ταινία, αλλά σαν δείγμα ευρωπαϊκής παραγωγής με διεθνές καστ που κάνει βόλτες στα φεστιβάλ του κόσμου. Και φυσικά θα μπορούσε άνετα να μπει στην κατηγορία του «όχι και τόσο ιρανικού κινηματογράφου», είναι δηλαδή μια ταινία γυρισμένη από ανθρώπους που ζουν στη Δύση, κι έχει σκοπό να παρουσιάσει το Ιράν στους δυτικούς θεατές.
Το διεθνές Καστ
Πρώτα απ' όλα πρωταγωνιστής είναι ο διάσημος Γάλλος ηθοποιός (και προσφάτως σκηνοθέτης) Mathieu Amalric, ο οποίος δε μοιάζει ιδιαίτερα με Ιρανό, και είναι προφανές ότι τον διάλεξαν για να δώσει αίγλη (εισιτήρια) στην ταινία. Μια άλλη διάσημη ηθοποιός που είναι άσσος δε τέτοιου είδους παραγωγές είναι η Isabella Rossellini που παίζει για λίγα λεπτά τη μητέρα του πρωταγωνιστή. Ο μαροκινής καταγωγής Jamel Debbouze που επίσης δε θυμίζει και πολύ Ιρανό αλλά έχει πρόσωπο αρκετά ανατολίτικο παίζει τον ιδιοκτήτη ενός παλαιοπωλείου. Παίζουν και η Κιάρα Μασρτρογιάνι (λίγα δευτερόλεπτα) και η Πορτογαλέζα Maria de Medeiros. Η μοναδική Ιρανή ηθοποιός μου φαίνεται ότι είναι η Γκολσιφτέ Φαραχανί που οι διάλογοι της δεν ξεπερνούν τις 20 λέξεις. Τη Φαραχανί την λυπάμαι γιατί στο Ιράν ήταν απ' τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς, και τώρα στην εξορία είναι αναγκασμένη να παίζει δεύτερους ρόλους σε όπως και να το κάνουμε δευτεροκλασάτες αρτιστίκ ταινίες. Γιατί είναι ξένη, πολύ μελαχρινή και άγνωστη στο διεθνές κοινό για να παίξει μεγάλους ρόλους, και μάλλον προορίζεται να παίζει μετανάστριες σε γαλλικά δράματα, μεσανατολίτισσες οποιασδήποτε εθνικότητας, άντε και καμιά Ιρανή καλλονή όποτε της δοθεί η ευκαιρία. Κρίμα.
Το κόμικ και ο (όχι και τόσο ιρανικός) κινηματογράφος
Στο βιβλίο της Σατραπί στο οποίο βασίστηκε η ταινία -είναι παράξενο πως ένα λιτό ασπρόμαυρο κόμικ μετατράπηκε σε μια τόσο πληθωρική και πολύχρωμη ταινία- ο πρωταγωνιστής δεν παίζει βιολί αλλά ταρ, οι σκηνοθέτες όμως αποφάσισαν να το μεταλλάξουν για να είναι πιο προσιτό στο δυτικό θεατή. «Αν έβλεπε ο κόσμος ένα ασυνήθιστο όργανο θα του αποσπούσε την προσοχή και θα έχανε το πανανθρώπινο νόημα της ταινίας που είναι η αγάπη. Εξάλλου το βιολί υπάρχει και στην ιρανική μουσική, είναι διεθνές όργανο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να είπε η Σατραπί σε συνεντεύξεις. Με τον ίδιο τρόπο τα ονόματα των δυο παιδιών του πρωταγωνιστή από Φαρζανέ και Μοζαφάρ μετατράπηκαν σε Λιλί και Σιρούς. Η Σατραπί έχει δίκιο: η ταινία της μας είναι γνώριμη, θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε χώρα. Χαρακτηριστικά δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή με τσαντόρ, κι η μόνη που φοράει μαντήλα, η Ροσελίνι, την έχει τυλίξει περίτεχνα γύρω απ' το κεφάλι της. Βέβαια η σκηνή στο μαγαζί όπου ο Νασέρ Αλί αγοράζει το δεύτερο βιολί είναι εμπλουτισμένη (και σε σχέση με το κόμικ) με πολλά ανατολίτικα στοιχεία, και μάλιστα οι δύο άντρες καπνίζουν όπιο, μια αρκετά διαδεδομένη ιρανική συνήθεια. Με λίγα λόγια η ταινία απευθύνεται σε θεατές που τους ξενίζει ένα άγνωστο μουσικό όργανο και τα δύσκολα ιρανικά ονόματα, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να δουν την τυπική σκηνή όπου ο ανατολίτης απατεώνας ζαλίζει τον ήρωα με λίγο όπιο.
Η ταινία διατηρεί πολλές απ' τις «σκηνές» του κόμικ και έχει απρόσμενα λίγες αλλαγές. Νομίζω ότι προτιμώ το δεύτερο.
Το Ταρ
Είναι αστείο ότι ένας βιολιστής που έχει γυρίσει τον κόσμο 20 χρόνια ψάχνει στραντιβάριους μέσα σε σκονισμένα ιρανικά παλαιοπωλεία. Πάντως το βιολί χρησιμοποιείται πράγματι στην κλασσική περσική μουσική αν και δεν το βλέπω πια στα σύγχρονα κλασσικά συγκροτήματα. Το ταρ είναι όμως ένα απ' τα σημαντικότερα μουσικά όργανα της περσικής μουσικής, ίσως και το σημαντικότερο. Ο ήχος του είναι πιο «τραχύς» απ' του βιολιού, πιο «ζωντανός». Πολύ πιο εύκολα θα πίστευα ότι κάποιος πεθαίνει για ένα ταρ παρά για ένα ψυχρό βιολί.
Και λίγο ταρ: (Στο πρώτο βίντεο είναι ο Qolam Hossein Bigjeh-Khani και στο δεύτερο ο Jalil Shahnaz)
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κομμάτι, που υπάρχει ολόκληρο στο youtube. Και τέλος ο θρυλικός Shahnazi (προσοχή άλλος ο Shahnaz άλλος ο Shahnazi) :
Διάλεξα παλιότερα βίντεο, απ' την εποχή που οι μουσικοί φορούσαν κοστούμια κι όχι «παραδοσιακές» φορεσιές. Βέβαια υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί σύγχρονοι παίχτες του ταρ, πχ. ο Alizadeh, ή ο Lotfi. Απλά τα προηγούμενα είναι τ' αγαπημένα μου.
Κι ένα βίντεο με σετάρ (άσχετο αλλά μ' αρέσει πολύ) :
Gomgashtei dar Aragh [Marooned in Iraq ] (2002)
Ένας Κούρδος μουσικός απ' το Ιράν περιπλανιέται με τους δυο γιους του στο ιρακινό Κουρδιστάν στη διάρκεια του πολέμου Ιράκ Ιράν. Ο σκοπός του επικινδύνου αυτού ταξιδιού είναι να συναντήσει τη Χαναρέ, μια απ΄τις γυναίκες του- μάλλον η αγαπημένη του- που τον εγκατέλειψε πριν 23 χρόνια για τον καλύτερό του φίλο. Εκτός από γυναίκα του η Χαναρέ ήταν και η τραγουδίστρια του γκρουπ, το οποίο μετά την φυγή της στο Ιράκ διαλύθηκε. Οι γιοι του είναι κι αυτοί ιδιαίτερες περιπτώσεις, ο ένας έχει 7 γυναίκες και 11 κόρες και ελπίζει να βρει καινούρια γυναίκα στο ταξίδι για να αποκτήσει επιτέλους ένα γιο, στον οποίο θα διδάξει μουσική. Ο άλλος είναι άγαμος. Έτσι έχουμε ένα ρόαντ μούβι στο Ιράκ την εποχή του αφανισμού των Κούρδων από το Σαντάμ, όπου ο πρωταγωνιστής ψάχνει τη χαμένη σύζυγο και οι γιοί του ψάχνουν γυναίκα για παντρειά, ενώ παράλληλα ξεναγούμαστε στην κουλτούρα και τα πάθη του κουρδικού λαού: κατεστραμμένα και εγκαταλειμμένα χωριά, βομβαρδισμοί, κλέφτες, λαθρέμποροι, ορφανά, στρατόπεδα συγκέντρωσης, θύματα του χημικού πολέμου. Ταυτόχρονα έχουμε και πολύ χιούμορ, ο πατέρας και οι γιοι καυγαδίζουν συνέχεια και οι γιοι είναι γκαφατζήδες, ειδικά αυτός με τις 7 συζύγους. Κι άλλοι χαρακτήρες εμφανίζονται όπως ο φιλοχρήματος λαθρέμπορος που ευλογεί το Σαντάμ και στο τέλος τιμωρείται, ένας ηρωικός δάσκαλος, όμορφες νέες γυναίκες. Και μαθαίνουμε και σε τι μπορεί να χρησιμεύσει η μύτη του καμαντσέ: για σκάψιμο!
Σε μια απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές ο ανύπαντρος γιος κάνει πρόταση γάμου σε μια νεαρή που βλέπουμε μόνο τη σκιά της, και την οποία ερωτεύτηκε ακούγοντάς την να τραγουδά. Θα σε παντρευτώ του λέει αυτή, αν μου μάθεις να τραγουδώ. Μα απαγορεύεται να τραγουδάνε οι γυναίκες της απαντάει, μπορείς όμως να τραγουδάς για μένα στο σπίτι. Η σκιά τότε απομακρύνεται.
Το θέμα της απαγόρευσης του τραγουδιού από γυναίκες στο Ιράν θίγεται και στο Niwemang [Half Moon] (2006), όπου έχουμε μια οικογένεια Κούρδων μουσικών πατέρας και 10 γιοι που θέλουν να περάσουν στο Ιράν για να δώσουν μια συναυλία. Μετά από τα χίλια εμπόδια που συναντούν στο δρόμο, ο ένας μετά τον άλλο εγκαταλείπουν το ταξίδι. Το Ηalf Μoon μοιάζει με μια πιο γυαλισμένη εκδοχή του Μarooned in Ιraq. Έχουμε πρωτοκλασάτες ηθοποιούς(Golshifteh Farahani, Hedye Tehrani) , πιο εξωτικές γωνίες λήψης, όνειρα και προφητείες, σουρεαλιστικές σκηνές με ηχητικά εφέ που σου σηκώνουν την τρίχα, μουσική new age (του Αλιζαντέ) που ακούγεται συνέχεια, ενώ το σενάριο είναι προβληματικό με καταστάσεις να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Και με μερικά κρύα αστεία πχ. σεξουαλικά υπονοούμενα για Τούρκους.
Εδώ έχουμε τρεις γυναίκες. Η μία, κόρη του πρωταγωνιστή δεν ταξιδεύει με τον πατέρα της, γιατί ο άντρας της διαφωνεί με την επικίνδυνη αποστολή και τέλος πάντως είναι και δασκάλα και δε θα 'πρεπε να αφήσει τους μαθητές της. Η δεύτερη είναι μια παλιά τραγουδίστρια (Τεχρανί) ή οποία μένει σε ένα σουρεαλιστικό χωριό όπου ζουν περιορισμένες όλες οι τραγουδίστριες του Ιράν. Η τρίτη είναι μια νέα τραγουδίστρια με το όνομα Niwemang (Φαραχανί) , που η φωνή της ξυπνά και τους πεθαμένους και η οποία δεν είναι σίγουρο ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο και όχι δημιούργημα της φαντασίας του πρωταγωνιστή ή άγγελος.
Στο Ιράν ο νόμος απαγορεύει να τραγουδάνε σόλο τραγουδίστριες δημόσια και μπροστά σε αντρικό κοινό, έτσι μετά την επανάσταση οι περισσότερες τραγουδίστριες αναγκάστηκαν ή να φύγουν στο εξωτερικό ή να μείνουν σιωπηλές στο Ιράν. Όχι μόνο αστέρια της ποπ και του ελαφρολαϊκού βέβαια, αλλά και παραδοσιακές ή κλασσικές τραγουδίστριες, των οποίων η εμφάνιση και η παρουσία δε νομίζω να ερέθιζε σεξουαλικά, αλλά τέλος πάντων δεν είναι αυτό το θέμα. Σήμερα, απ' όσο έχω καταλάβει επιτρέπεται σε γυναίκες να συμμετέχουν σε χορωδίες ή να συνοδεύουν άντρες στο τραγούδι, αλλιώς μπορούν να τραγουδάνε μόνο μπροστά σε αμιγώς γυναικείο κοινό, αλλά στην τελευταία περίπτωση είναι δύσκολο να σταθείς επαγγελματικά. *
Για μένα ο τρόπος που ο Γκομπαντί θίγει το θέμα αυτό είναι αρκετά επιφανειακός. Αν πραγματικά πιστεύει ότι οι γυναίκες αδικούνται από του νόμους του κράτους του, θα ήταν καλή ιδέα να μην τις παρουσιάζει με τόσο στερεοτυπικό τρόπο, σαν άβουλα όντα ή φαντασιώσεις άρρωστων γέρων. Και στις δυο ταινίες ακούμε δυο τρεις ωραίες κουβέντες για το «γυναικείο ζήτημα», αλλά η γενικότερη φιλοσοφία παραμένει παραδοσιακή (δε θέλω να γράψω σοβινιστική) . Ίσως γιατί αυτό είναι πιο ρεαλιστικό σύμφωνα με την κουρδική κουλτούρα που ο σκηνοθέτης την ξέρει καλά. Κάποιος κακόπιστος όμως θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο Γκομπαντί απλά προσπαθεί να εντυπωσιάσει και να τραβήξει την προσοχή στο «τυραννικό καθεστώς του Ιράν» ενώ ο ίδιος έχει τις ίδιες πάνω κάτω αντιλήψεις με τους μουλάδες (οι γυναίκες είναι μυστήρια ερωτικά πλάσματα).
*Πως ακριβώς και πόσο αυστηρά εφαρμόζονται αυτοί οι νόμοι και τι άλλο χρειάζεται για πάρει κανείς άδεια για συναυλίες και ηχογραφήσεις στο Ιράν δεν το γνωρίζω. Πάντως οι γυναίκες μπορούν κανονικά να παίζουν μουσικά όργανα στη σκηνή, η φωνή τους είναι που θεωρείται αμαρτωλή. Από την άλλη, τα μουσικά όργανα από μόνα τους θεωρούνται όργανα του διαβόλου. Διάβασα ότι στην ιρανική τηλεόραση, ακόμα κι όταν μεταδίδεται μια συναυλία, η κάμερα δεν τα δείχνει ποτέ.
Εδώ η αναγγελία μιας συναυλίας της Hengameh Akhavan με αμιγώς γυναικείο κοινό: http://events.kodoom.com/en/tehran-iran/hengameh-akhavan-concert/55602/e/
Κι ένα μίνι αφιέρωμα σε κάποιες παλιές Ιρανές τραγουδίστριες :
Η θρυλική Γκουγκούς (Googoosh)
Λένε ότι η κλασσική περσική μουσική, ένα είδος δύσκολο και ελιτίστικο, όχι ιδιαίτερα δημοφιλές πριν από την επανάσταση, ευνοήθηκε από την αλλαγή πολιτεύματος το 79. Πράγματι είναι από τα πιο πνευματικά και «σεμνά» είδη μουσικής και θεωρείται και αυθεντικά περσικό χωρίς ξενικές επιρροές, οπότε οι μουλάδες ήταν περισσότερο ανεκτικοί. Βέβαια οι γυναίκες ερμηνεύτριες όπως η Παρίσα εξαφανίστηκαν από τη σκηνή.
Κι ακόμα μια κλασσική τραγουδίστρια, η Μαρζιέ (Marzieh), μαζί με το Μοχαμεντ Ρεζά Λοτφί (Lotfi) στο ταρ:
Ντελμπαράν είναι το όνομα ενός εστιατορίου και βενζινάδικου που βρίσκεται στην άκρη του πουθενά, σε ένα περιφερειακό δρόμο στα σύνορα Ιράν-Αφγανιστάν. Εκεί δουλεύει ο μικρός αφγανός πρόσφυγας Κεΐμ, μαζί με ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που είναι οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού, και γύρω τους μαζεύονται διάφορες περίεργες φιγούρες, όπως ένας κυνηγός, και άτομα που διακινούν Αφγανούς εργάτες. Ο αστυνόμος της περιοχής τους επισκέπτεται συχνά ρωτώντας αν έχουν δει πουθενά παράνομους Αφγανούς. Καπνίζουν -τι ακριβώς δε ξέρω- παίζουν χαρτιά, επισκευάζουν χαλασμένα οχήματα.
Το «Ντελμπαράν» μοιάζει σε πολλά σημεία με το «Δρομέα», εδώ όμως ο μικρός πρωταγωνιστής δεν τρέχει μόνο αλλά κινείται και με διάφορα μεταφορικά μέσα, αυτοκίνητα, φορτηγά, περιπολικά και κυρίως με ένα μηχανάκι πάνω στο οποίο κάθονται 3-4 άτομα κάθε φορά. Κατά τα άλλα παρακολουθούμε απλά στιγμιότυπα από τη ζωή του. Είναι δύσκολο να καταλάβεις απ' την αρχή τι ακριβώς γίνεται, τα γεγονότα παρουσιάζονται αποστασιοποιημένα και χωρίς εμφανή σύνδεσή μεταξύ τους. Έτσι υπάρχει η αίσθηση ότι δε γίνεται τίποτα, ενώ στην πραγματικότητα γίνονται πάρα πολλά. Πχ, επειδή ο δρόμος όπου είναι το βενζινάδικο δε χρησιμοποιείται πια, ο ιδιοκτήτης και ο Κεΐμ ρίχνουν χειροποίητες πινέζες στον κεντρικό δρόμο, έτσι ώστε να ανατρέπονται τα αυτοκίνητα και να έρχονται σ'αυτούς για βοήθεια.
Η ταινία σίγουρα δείχνει την δύσκολη ζωή των Αφγανών μεταναστών και κυρίως του παιδιού, ένα θέμα συχνό άλλωστε στον ιρανικό κινηματογράφο. Αλλά το κάνει με έναν διακριτικό τρόπο, και για μένα είναι το λιγότερο σημαντικό σ'αυτή τη σουρεαλιστική και γεμάτη χιούμορ ταινία.
Απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές είναι όταν ο κακός αστυνόμος συλλαμβάνει δυο νεόνυμφους Ιρανή και Αφγανό, και προσπαθεί να ακυρώσει το γάμο τους*. Η ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα με τη βοήθεια του Κεΐμ που μεταφράζει είναι από τις πιο σουρεαλιστικά αστείους διαλόγους που έχω δει. Σε μια άλλη σκηνή η γριά ιδιοκτήτρια και ο Κεΐμ επιστρέφουν στο μαγαζί τους: η κάμερα δείχνει τα πόδια τους -η γριά έχει μόνο ένα- ενώ παίζει το τραγούδι Mon Amour Mon Ami της Marie Laforêt!
Διάβασα σε ένα σινεφιλικό ιστολόγιο ότι το Ντελμπαράν είναι όχι μόνο η καλύτερη ιρανική ταινία, αλλά και η καλύτερη ταινία από αρχής κινηματογράφου!
*Δυστυχώς νομίζω ότι οι γάμοι μεταξύ Ιρανών γυναικών και Αφγανών αντρών δεν αναγνωρίζονται από το ιρανικό κράτος, ούτε τα παιδιά τους παίρνουν ιρανική υπηκοότητα, η οποία μεταδίδεται μόνο απ΄τον πατέρα. (Κάπως έτσι ήταν κι εδώ μέχρι πριν 30 χρόνια περίπου)
Δυο άντρες κοιτάζονται σιωπηλοί, ο ένας καπνίζει. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, σηκώνεται μπαίνει σ'ένα μικρό συνεργείο, τακτοποιεί κάτι σιδερικά, κλείνει το μαγαζί και κλειδώνει την πόρτα. Ο άλλος απομακρύνεται στα στενά σοκάκια μιας σκεπαστής αγοράς, και ξέρουμε ότι μόλις έχει χάσει τη δουλειά του.
Στο σπίτι εξηγεί στην οικογένειά του (γυναίκα, κόρη και πεθερά) ότι πρέπει να φύγει έξω για να βρει δουλειά. Φεύγει. Η γυναίκα του, η Χατούν, εργάτρια σε βιοτεχνία ρούχων και η μικρή τους κόρη τον κοιτάζουν για τελευταία φορά απ' το παράθυρο.
Παράλληλα ένας άλλος άντρας, ο Μαρχάμπ έρχεται στην πόλη ψάχνοντας για δουλειά. Στο χάνι γνωρίζεται με έναν νεαρό που τον βοηθάει να βρει δουλειά στο εργοστάσιο όπου δουλεύει κι αυτός. Ο Μαρχάμπ αρχίζει να παρατηρεί τη Χατούν που γυρίζει κουρασμένη απ' τη δουλειά, ρώτα γι' αυτήν, την ακολουθεί, κάποια στιγμή έρχεται ένα περιπολικό και μαθαίνουμε ότι ο σύζυγος της πέθανε. Της κάνει πρόταση γάμου, παντρεύονται.
Όμως δεν είναι τόσο καλός στη δουλειά του, δεν υπακούει πάντα στις εντολές του αφεντικού, είναι τεμπέλης, περήφανος, καβγατζής. Η απόλυσή του είναι θέμα χρόνου. Η ζωή των φτωχών ανθρώπων είναι ένας κύκλος αποτυχίας και θανάτου, μοιάζει να μας λέει ο σκηνοθέτης, και οι ευχάριστες στιγμές είναι δανεικές .
Η ταινία είναι βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Mahmoud Dowlatabadi, και είναι από τις πιο μουντές και καταθλιπτικές που έχουν γυριστεί ποτέ. Σκόνη, καπνός, καυσαέριο, ομίχλη, σιδερικά παντού, ένα ξερό χιονισμένο τοπίο, άνθρωποι που περιφέρονται άψυχοι, μοναχικοί, ξένοι. Στη διάρκεια της ταινίας ακούγονται το ποίημα zemestan του Mehdi Akhavan-Sales, και οι στίχοι του περιγράφουν τέλεια το κλίμα απόγνωσης και αποξένωσης που υπάρχει στην ταινία. Μεταφέρω μερικούς απ' τους στίχους αυτούς απ' τους αγγλικούς υπότιτλους:
They won't return your greeting
For their heads are ducked into collars
No one will raise a head
Eyes see only as far as feet
As the road is dark and slick
Should you extend a friendly hand
They won't stretch one back
For the cold is too bitter, too harsh
The breath coming out of your chest
Turns into a dark cloud
That stands before your eyes, like a wall
When your own breath is like this
What can you expect
from your distant or close friends? ...
They won't respond to your greeting
Air is gloomy
Doors are closed
Heads ducked into collars
Hands hidden
Breaths are clouds
People worn out, heavyhearted
The trees, nothing but crystallized skeletons
The earth dispirited
The high dome of sky has sunken
The moon and the sun are overcast
It's winter
Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας που έχει έτσι κι αλλιώς ελάχιστους διαλόγους. Σύμφωνα με το imdb προέρχεται από δυο άλμπουμ, το Zemestan και το Sallaneh. Το πρώτο περιέχει συνθέσεις του
Hossein Alizadeh πάνω σε ποιήματα του Αχαβάν-Σαλές, με ερμηνευτή το Mohammad-Reza Shajarian. Ο Αλιζαντέ και ο Σατζαριάν είναι ζωντανοί θρύλοι της κλασσικής περσικής μουσικής. Συνθέσεις του Αλιζαντέ ακούγονται σε πολλές ιρανικές ταινίες, όπως «Και οι Χελώνες μπορούν να πετάξουν», «Γκαμπέ», «Και τα σπουργίτια τραγουδούν», «Dakhtaran-e khorshid », «Half moon» και πολλές άλλες. O Σατζαριάν είναι μάλλον ο πιο δημοφιλής τραγουδιστής κλασσικής περσικής μουσικής. Έχει φτιάξει και δικά του μουσικά όργανα, και βρήκα αυτό τοβιντεάκι όπου παρουσιάζονται μερικά απ' τα τερατάκια του, που αν προσέξει κανείς θα τα βρει και σε διάφορες συναυλίες του. Ο Αλιζαντέ έχει σχεδιάσει κι αυτός τα δικά του μουσικά όργανα, και το άλμουμ Sallaneh περιέχει σόλο συνθέσεις πάνω στο «σαλανέ» ένα όργανο δικής του εφεύρεσης!
Στο άλμουμ Zemestan, o Kayhan Kalhor παίζει καμαντσέ, ένα απ' τα ποιο ωραία παραδοσιακά όργανα της περσικής μουσικής, το οποίο κάτω κάτω έχει μια μύτη που «καρφώνεται» στο έδαφος ή στην καρέκλα για να σταθεροποιηθεί! Επίσης συμμετέχει ο γιος του Μ. Ρ. Σατζαριάν, ο Χομαγιούν.
Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τους τέσσερις αυτούς καλλιτέχνες, από αριστερά προς δεξιά, Καλόρ (καμαντσέ), Μοχαμαντ Ρεζά Σατζαριάν, Χομαγιούν Σατζαριάν (είναι ο νεότερος και παίζει τομπάκ και τραγουδάει, και Αλιζαντέ (παίζει ταρ)
Επειδή το βίντεο είναι σκοτεινό, σκέφτηκα να βάλω μερικά άλλα, που ίσως μου αρέσουν και πιο πολύ:
Ο Καλόρ, ο Αλιζαντέ και ο Majid Khalaj (ελπίζω να μην είναι πολύ βαρύ):
Ή αυτή η συναυλία του Αλιζαντέ που κρατάει πάνω από ώρα (Αυτός που παίζει νέι είναι ο Omoumi, και η κυρία που τραγουδάει η Afsaneh Rasaei):http://www.youtube.com/watch?v=wvfq_JGDpqw
Κι ακόμα μια συναυλία:
Ένας φωτογράφος επιστρέφει από τον πόλεμο με το Ιράκ, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ουσιαστικά τρελός. Αναμνήσεις από τον πόλεμο -κάποια στιγμή τον βλέπουμε να πιάνει το χέρι ενός άλλου στρατιώτη, το οποίο όμως έχει κοπεί κι απ' την πληγή αναβλύζει αίμα- , εικόνες από πεινασμένα παιδιά στην Αφρική τον αναστατώνουν και προκαλούν ψυχωτικές κρίσεις. Αυτό όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι ο ξεπεσμός της κοινωνίας που βλέπει μπροστά στα μάτια του. Στο φωτογραφικό στούντιο όπου δουλεύει κάποιες γυναίκες θέλουν να φωτογραφηθούν ξεμαντήλωτες. Έξω στο δρόμο βλέπει φτωχούς ζητιάνους, μαυραγορίτες, λαθρέμπορους, άστεγους. Ταυτόχρονα η παλιά άρχουσα τάξη συνεχίζει να απολαμβάνει τα ίδια προνόμια.
Στη μέση περίπου της ταινίας ο Χατζί και η αρραβωνιαστικιά του (μάλλον έχουν ενωθεί με τα δεσμά του σιγκέ) φωτογραφίζουν άστεγους μες τη νύχτα. Ξαφνικά ακούγονται οι σειρήνες της αστυνομίας. Ποιοί είστε τι κάνετε; Κάνουμε ένα ρεπορτάζ για μια εφημερίδα. Ο αστυνόμος δεν ικανοποιείται απ' την απάντηση. Τι είναι όλοι αυτοί; Τι κάνουν εδώ; Γυρίζουμε μια ταινία, το «Γάμο των Ευλογημένων», απαντά μια γνώριμη φωνή. Ο Μαχμαλμπάφ. Ο αστυνόμος ζητάει την άδεια γυρίσματος ταινίας. Τί είναι το ντοκιμαντέρ ρωτάει; Και ξαναμπάινουμε στη μυθοπλασία. Εσείς και η κυρία ελάτε μαζί μου λέει στο Χατζί και την αρραβωνιαστικιά του.
Η εφημερίδα που δουλεύει ο Χατζί δε δημοσιεύει καμιά απ' τις ενοχλητικές φωτογραφίες του, παρά μόνο ένα λουλούδι που είχε φωτογραφήσει έξω απ' το αστυνομικό τμήμα...
Ο «γάμος των ευλογημένων» είναι στο ίδιο στυλ με το «Μποικότ», με πολύ γρήγορο μοντάζ, σοκαριστικές εικόνες, μελοδραματισμό, ενοχλητική μουσική, γκροτέσκους χαρακτήρες. Έχει όμως πολύ πιο έντονο κοινωνικό προβληματισμό και ουσιαστικά είναι καταγγελία της αποτυχίας της επανάστασης του 79. Όπως λέει και ο πρωταγωνιστής στο τέλος, η επανάσταση θα ηττηθεί από μέσα.
Η σκηνή και μόνο της παρέμβαση της αστυνομίας στα γυρίσματα αξίζει για να δει κανείς την ταινία.
Το αρχείο που βρήκα είχα αρκετά κακή ποιότητα, ώστε δε μπορούσα να ξεχωρίσω αν κάποιες σκηνές ήταν ασπρόμαυρες ή απλά είχαν «φθαρεί» τα χρώματα..
Θα ήθελα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά τι σχέση έχουν μεταξύ τους οι ταινίες της τριλογίας. Στην πρώτη, το «Που είναι το σπίτι του φίλου μου» έχουμε την απλή ιστορία του Αχμάντ ενός παιδιού που ψάχνει το σπίτι του φίλου του για να του επιστρέψει το τετράδιό του. Στη δεύτερη («Και η ζωή συνεχίζεται»), έχουμε το Φαρχάντ, που υποτίθεται ότι είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας «Που είναι το σπίτι του φίλου μου», να επιστρέφει στην περιοχή που γυρίστηκε αυτή η ταινία ψάχνοντας τον Αχμαντπούρ, το παιδί που υποδύθηκε τον Αχμάντ. Έχει γίνει σεισμός και ο Φαρχάντ ανησυχεί μήπως ο μικρός ηθοποιός είναι ένα απ' τα θύματα. Αν και μοιάζει με ντοκιμαντέρ, δεν είναι! Ο Κιαροστάμι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης, όχι ο Φαρχάντ! Η τρίτη ταινία (Μέσα από τα ελαιόδεντρα) δείχνει τον Μ. Ρ. Κεσαβάρζ σαν το σκηνοθέτη του «η ζωή συνεχίζεται». Εδώ ο Φαρχάντ έχει το ρόλο απλού ηθοποιού. Εννοείται ότι ούτε αυτή η ταινία είναι ντοκυμαντέρ, γυρίστηκε αφού είχαν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα του «Η ζωή συνεχίζεται». Και τις τρεις ταινίες τις έχει γυρίσει ο Κιαροστάμι, και όλα τα περιστατικά που παρουσιάζουν είναι σκέτη μυθοπλασία, ακόμα κι αν βασίζονται σε αληθινά γεγονότα.
Τι θέλει να μας πει μ' αυτό ο σκηνοθέτης;
Κάποιοι άνθρωποι από την Τεχεράνη φτάνουν με τ'αυτοκίνητο σε ένα γραφικό Κουρδικό χωριό. Δε ξέρουμε ούτε πόσοι είναι, αφού μόνο τον έναν απ' αυτούς βλέπουμε, τον πρωταγωνιστή- πάντως χωράνε σε ένα αυτοκίνητο-, ούτε γιατί ακριβώς έρχονται, αν και ο σκοπός τους είναι μακάβριος. Μάλλον είναι τηλεοπτικό συνεργείο ή κάτι παρόμοιο και θέλουν να κινηματογραφήσουν την κηδεία μιας ετοιμοθάνατης υπεραιωνόβιας γερόντισσας..
Ο πρωταγωνιστής, ο «μηχανικός» όπως τον αποκαλούν, που μου θυμίζει λίγο τον Ηλιόπουλο, είναι μια καρικατούρα μοντέρνου και «άψυχου» πρωτευουσιάνου, αντιμετωπίζει τους κατοίκους του χωριού με αδιαφορία και ίσως περιφρόνηση, παρά μόνο για την κηδεία- ουσιαστικά εύχεται να πεθάνει η γριά. Συμπεριφέρεται σαν τουρίστας, πχ. θέλει να βρει ντόπιο, «αγνό» γάλα. Σύμβολο της αλλοτρίωσής του και της έλλειψης επικοινωνίας είναι το κινητό του, που χτυπά ακατάλληλες ώρες και που ο μηχανικός πρέπει να φτάσει στο νεκροταφείο για να χει σήμα.
Όμως σιγά σιγά αρχίζει να νοιάζεται για τους ανθρώπους και ενώ έψαχνε το θάνατο, βρίσκει παντού ..ζωή.
Η ταινία είναι για μένα από τις πιο μέινστριμ του Κιαροστάμι,- αν μπορεί να το πει κανείς αυτό-, και θυμίζει λίγο ταινία του Ματζιντί. Τα πλάνα είναι όλα πολύ ωραία μερικά από ψηλά, το χωριό είναι απλά πανέμορφο, με σπιτάκια από λάσπη, λίγο σα κυκλαδίτικο νησί- αναρωτιέμαι αν είναι γνωστός τουριστικός προορισμός στο Ιράν. Το ζιγκ ζαγκ, ότι και να συμβολίζει, εμφανίζεται συνέχεια στην ταινία, στην πορεία του αυτοκινήτου, του ποταμιού, στο μήλο που κυλάει.
Το νόημα της ταινίας είναι περίπου ότι ο κάτοικος της πόλης, (ο σκηνοθέτης, ο καλλιτέχνης;) αδιαφορεί για την ουσία της κουλτούρας, του τρόπου ζωής του «εξωτικού χωριού», και επικεντρώνεται σε μια ασυνήθιστη τελετή. Αυτή είναι και η εικόνα που θα δώσει έξω στον πολιτισμένο κόσμο. Όπως λέει ο δάσκαλος του χωριού «για σας το έθιμο μπορεί να είναι ενδιαφέρον, αλλά εγώ που το ζω, δε μου αρέσει». Το έθιμο στο οποίο αναφέρεται είναι οι γυναίκες να γδέρνουν το πρόσωπό τους όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πεθαίνει. Η μητέρα του σημάδεψε το πρόσωπό της όταν πέθανε ο ξάδερφος του εργοστασιάρχη που ήταν αφεντικό του συζύγου της. Γιατί το αφεντικό θα έκανε απολύσεις και εκείνη είχε την ελπίδα ότι μ'αυτό το σημάδι πένθους ο άντρας της θα κρατούσε τη δουλειά του. Οι καιροί ήταν δύσκολοι κι ο καθένας χρησιμοποιούσε ότι μέσο μπορούσε για να μη χάσει τη δουλειά του, λέει ο δάσκαλος.
Σε μια άλλη σκηνή ο «μηχανικός» φλερτάρει με μια δεκαεξάχρονη κοπέλα, η οποία αρμέγει μια αγελάδα σε ένα τρομαχτικά σκοτεινό υπόγειο. Ο πρωταγωνιστής της ζητάει να σηκώσει τη λάμπα για να δει το πρόσωπό της,και την ρωτάει το όνομά της. Αυτή αρνείται (και πολύ καλά κάνει), και μου θυμίζει σ'αυτό την Ταχερέ από «Μέσα από τους ελαιώνες». Στο υπόγειο αυτό απαγγέλει και το ποίημα της Forough Farrokhzad που δίνει τον τίτλο στην ταινία, και της λέει ότι και η Φορούγ πήγε μόνο 5 τάξεις στο σχολείο, αλλά κατάφερε να γίνει ποιήτρια. Τι ειρωνία! Λες και μια φτωχή κούρδα αγρότισσα έχει τις ίδιες ευκαιρίες με μια αστή που μεγάλωσε στην Τεχεράνη.
Εδώ μπορεί κανείς να βρει κανείς το ποίημα αυτό στα ελληνικά, είναι το τρίτο (Ο άνεμος θα μας πάρει μαζί του) http://www.24grammata.com/?p=1846
Και μερικές εικόνες απ'το χωριό: