Ένας φωτογράφος επιστρέφει από τον πόλεμο με το Ιράκ, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ουσιαστικά τρελός. Αναμνήσεις από τον πόλεμο -κάποια στιγμή τον βλέπουμε να πιάνει το χέρι ενός άλλου στρατιώτη, το οποίο όμως έχει κοπεί κι απ' την πληγή αναβλύζει αίμα- , εικόνες από πεινασμένα παιδιά στην Αφρική τον αναστατώνουν και προκαλούν ψυχωτικές κρίσεις. Αυτό όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι ο ξεπεσμός της κοινωνίας που βλέπει μπροστά στα μάτια του. Στο φωτογραφικό στούντιο όπου δουλεύει κάποιες γυναίκες θέλουν να φωτογραφηθούν ξεμαντήλωτες. Έξω στο δρόμο βλέπει φτωχούς ζητιάνους, μαυραγορίτες, λαθρέμπορους, άστεγους. Ταυτόχρονα η παλιά άρχουσα τάξη συνεχίζει να απολαμβάνει τα ίδια προνόμια.
Στη μέση περίπου της ταινίας ο Χατζί και η αρραβωνιαστικιά του (μάλλον έχουν ενωθεί με τα δεσμά του σιγκέ) φωτογραφίζουν άστεγους μες τη νύχτα. Ξαφνικά ακούγονται οι σειρήνες της αστυνομίας. Ποιοί είστε τι κάνετε; Κάνουμε ένα ρεπορτάζ για μια εφημερίδα. Ο αστυνόμος δεν ικανοποιείται απ' την απάντηση. Τι είναι όλοι αυτοί; Τι κάνουν εδώ; Γυρίζουμε μια ταινία, το «Γάμο των Ευλογημένων», απαντά μια γνώριμη φωνή. Ο Μαχμαλμπάφ. Ο αστυνόμος ζητάει την άδεια γυρίσματος ταινίας. Τί είναι το ντοκιμαντέρ ρωτάει; Και ξαναμπάινουμε στη μυθοπλασία. Εσείς και η κυρία ελάτε μαζί μου λέει στο Χατζί και την αρραβωνιαστικιά του.
Η εφημερίδα που δουλεύει ο Χατζί δε δημοσιεύει καμιά απ' τις ενοχλητικές φωτογραφίες του, παρά μόνο ένα λουλούδι που είχε φωτογραφήσει έξω απ' το αστυνομικό τμήμα...
Ο «γάμος των ευλογημένων» είναι στο ίδιο στυλ με το «Μποικότ», με πολύ γρήγορο μοντάζ, σοκαριστικές εικόνες, μελοδραματισμό, ενοχλητική μουσική, γκροτέσκους χαρακτήρες. Έχει όμως πολύ πιο έντονο κοινωνικό προβληματισμό και ουσιαστικά είναι καταγγελία της αποτυχίας της επανάστασης του 79. Όπως λέει και ο πρωταγωνιστής στο τέλος, η επανάσταση θα ηττηθεί από μέσα.
Η σκηνή και μόνο της παρέμβαση της αστυνομίας στα γυρίσματα αξίζει για να δει κανείς την ταινία.
Το αρχείο που βρήκα είχα αρκετά κακή ποιότητα, ώστε δε μπορούσα να ξεχωρίσω αν κάποιες σκηνές ήταν ασπρόμαυρες ή απλά είχαν «φθαρεί» τα χρώματα..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mohsen Makhmalbaf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mohsen Makhmalbaf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011
Sokout [Silence] (1998) του Mohsen Makhmalbaf και μια περιήγηση στο ίντερνετ
Η Σιωπή γυρίστηκε το 1998 στο Τατζικιστάν, όπου ο σκηνοθέτης είχε περισσότερη ελευθερία, αλλά και περισσότερες ευκαιρίες για να δημιουργήσει εικόνες με πολλά ζωηρά χρώματα. Δε ξέρω πως ντύνονται οι γυναίκες σ' αυτή τη χώρα, αλλά σε τούτη την ταινία όλες φοράνε μακριά φουστάνια με πολύ έντονα χρώματα.
Ο Χορσίντ, είναι ένα τυφλό αγοράκι, και δε μπορεί να δει τον όμορφο κόσμο γύρω του, αλλά έχει πολύ καλό «αυτί» και γι'αυτό δουλεύει στο εργαστήρι ενός κατασκευαστή οργάνων, όπου κουρδίζει τα μουσικά όργανα. Στο δρόμο από το σπίτι για τη δουλειά παρασύρεται όμως από όμορφους ήχους και καθυστερεί με αποτέλεσμα το αφεντικό του να θέλει να τον απολύσει. Ο πειρασμός της μουσικής δεν είναι τυχαίο θέμα, γιατί για το Ισλάμ η μουσική είναι αμαρτία, και η γιαγιά του Μαχμαλμπάφ, που ήταν πολύ θρησκευόμενη τον προειδοποίησε για τους κινδύνους της μουσικής και τον συμβούλεψε να κλείνει τα αυτιά του στο δρόμο. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία. Αλλά το σενάριο δεν έχει τόση σημασία, πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι οι εικόνες και οι ήχοι.
Από τις πιο ποιητικές εικόνες είναι όταν η Ναντερέ, φίλη και «συνάδελφος» του Χορσίντ χορεύει με κεράσια για σκουλαρίκια και πέταλα λουλουδιών στα νύχια. Η κάμερα εστιάζει συνέχεια στο σχεδόν τέλειο πρόσωπο της, και η ομορφιά της ταινίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνη. Τις σκηνές με τα κεράσια και τα πέταλα τις εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης από ένα ποίημα της Φορούγ Φοροχζάντ (Forough Farrokhzad) και μάλιστα το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά εδώ: http://www.24grammata.com/?p=1846 (είναι το δεύτερο με τίτλο Άλλη γέννηση) και στα αγγλικά: http://www.forughfarrokhzad.org/selectedworks/selectedworks1.asp
Άλλη πηγή έμπνευσης είναι ένα ποίημα του Καγιάμ , που νομίζω το ακούμε και στην ταινία που λέει ότι πρέπει να ζεις το σήμερα και να μην ανησυχείς για το χτες και το αύριο.
Υπάρχει όπως πάντα και κοινωνικός προβληματισμός, βλέπουμε πολλά μικρά παιδιά να εργάζονται, και οι μισές τουλάχιστον συζητήσεις είναι για το χρήμα. Οι άνθρωποι μιλάνε για έναν πόλεμο που δε διευκρινίζεται, ένας στρατιώτης μαλώνει τα κορίτσια που δε φοράνε μαντήλα.
Η μουσική που κυριαρχεί είναι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, που ακούγεται σε διάφορα σημεία της ταινίας, ειδικά «αυτές οι τέσσερις νότες» που στοίχειωσαν το σκηνοθέτη όταν την άκουσε για πρώτη φορά.
Παρόλο που η «Σιωπή» είναι απ' τις αγαπημένες μου ιρανικές ταινίες, υπήρχαν μερικά πράγματα που με ενόχλησαν, όπως το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών που είναι χμ, πολύ κακό, και με κάνει να υποπτεύομαι ότι τα φαρσί δεν είναι η μητρική τους γλώσσα.
Κάτι περίεργο που παρατήρησα είναι και ότι ο μικρός πρωταγωνιστής που ονομάζεται Χορσίντ Νορμάτοβα στους τίτλους τέλους, αλλά Ταχμινέ Νορμάτοβα στο σάιτ των Μαχμαλμπάφ και στο imdb. Ταχμινέ είναι γυναικείο όνομα, και το παιδί έχει τρύπες στα αυτιά, και αναρωτιέμαι μήπως το ρόλο του Χορσίντ τον παίζει τελικά κορίτσι. Δεν έχει βέβαια μεγάλη σημασία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι έψαξα πολύ ώρα στο ίντερνετ και δε βρήκα πληροφορίες ούτε για το σάουντρακ, ούτε για τη μουσική που ακούγεται. Ούτε ποιος διασκευάζει την συμφωνία του Μπετόβεν, ούτε ποιοι παίζουν διάφορες μελωδίες. Στους τίτλους τέλους εμφανίζονται διάφορα ονόματα, όπως «Majid Entezami» που είναι γνωστός συνθέτης δυτικής κλασσικής μουσικής, «Araz M. Shirmohamadi» ως τουρκμένος τραγουδιστής, ο οποίος παίζει και σαν ηθοποιός στην ταινία, «δάσκαλος Majid Teke» που παίζει ντοτάρ- αυτουνού βρήκα ένα βίντεο στο youtube (αν είναι ο ίδιος)-, αλλά δε μπορώ να βρω ούτε άλμπουμ, ούτε άλλη πληροφορία. Αυτό βέβαια συμβαίνει στις περισσότερες ιρανικές ταινίες, πρέπει να παιδευτείς πολύ για να βρεις άκρη, οι πληροφορίες στο ίντερνετ είναι ελάχιστες, αντικρουόμενες και μπερδεμένες.
Τη συνέντευξη του σκηνοθέτη όπου μιλάει για το τι τον ενέπνευσε, την βρήκα εδώ. Περιέργως σχεδόν την ίδια συνέντευξη φαίνεται να την έχει πάρει έλληνας δημοσιογράφος (;) : http://www.filmfestival.gr/firstshot/16_11_1998/page6.html
Μερικές απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές στο Youtube:
Και κάτι εντελώς άσχετο, βρήκα στο youtube ένα βίντεο με τίτλο Sokoot, που είναι η ίδια λέξη (سکوت σοκούτ =σιωπή) αλλιώς γραμμένη, και είναι απ' ότι φαίνεται επαναστατικό τραγούδι με αφορμή τις αποτυχημένες διαδηλώσεις του 2009. Τραγουδάει η Γκολσιφτέ Φαραχανί.
Και επειδή νιώθω ότι την έχω θάψει αρκετά σε τούτο το μπλογκ, εδώ είναι μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή της με θέμα τα ψέματα, και με αφορμή την ταινία «Τι απέγινε η Έλι» του Φαραντί: http://www.youtube.com/watch?v=po2waRMVdmY
Από τις πιο ποιητικές εικόνες είναι όταν η Ναντερέ, φίλη και «συνάδελφος» του Χορσίντ χορεύει με κεράσια για σκουλαρίκια και πέταλα λουλουδιών στα νύχια. Η κάμερα εστιάζει συνέχεια στο σχεδόν τέλειο πρόσωπο της, και η ομορφιά της ταινίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνη. Τις σκηνές με τα κεράσια και τα πέταλα τις εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης από ένα ποίημα της Φορούγ Φοροχζάντ (Forough Farrokhzad) και μάλιστα το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά εδώ: http://www.24grammata.com/?p=1846 (είναι το δεύτερο με τίτλο Άλλη γέννηση) και στα αγγλικά: http://www.forughfarrokhzad.org/selectedworks/selectedworks1.aspΆλλη πηγή έμπνευσης είναι ένα ποίημα του Καγιάμ , που νομίζω το ακούμε και στην ταινία που λέει ότι πρέπει να ζεις το σήμερα και να μην ανησυχείς για το χτες και το αύριο.
Υπάρχει όπως πάντα και κοινωνικός προβληματισμός, βλέπουμε πολλά μικρά παιδιά να εργάζονται, και οι μισές τουλάχιστον συζητήσεις είναι για το χρήμα. Οι άνθρωποι μιλάνε για έναν πόλεμο που δε διευκρινίζεται, ένας στρατιώτης μαλώνει τα κορίτσια που δε φοράνε μαντήλα.
Η μουσική που κυριαρχεί είναι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, που ακούγεται σε διάφορα σημεία της ταινίας, ειδικά «αυτές οι τέσσερις νότες» που στοίχειωσαν το σκηνοθέτη όταν την άκουσε για πρώτη φορά.
Παρόλο που η «Σιωπή» είναι απ' τις αγαπημένες μου ιρανικές ταινίες, υπήρχαν μερικά πράγματα που με ενόχλησαν, όπως το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών που είναι χμ, πολύ κακό, και με κάνει να υποπτεύομαι ότι τα φαρσί δεν είναι η μητρική τους γλώσσα.
Κάτι περίεργο που παρατήρησα είναι και ότι ο μικρός πρωταγωνιστής που ονομάζεται Χορσίντ Νορμάτοβα στους τίτλους τέλους, αλλά Ταχμινέ Νορμάτοβα στο σάιτ των Μαχμαλμπάφ και στο imdb. Ταχμινέ είναι γυναικείο όνομα, και το παιδί έχει τρύπες στα αυτιά, και αναρωτιέμαι μήπως το ρόλο του Χορσίντ τον παίζει τελικά κορίτσι. Δεν έχει βέβαια μεγάλη σημασία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι έψαξα πολύ ώρα στο ίντερνετ και δε βρήκα πληροφορίες ούτε για το σάουντρακ, ούτε για τη μουσική που ακούγεται. Ούτε ποιος διασκευάζει την συμφωνία του Μπετόβεν, ούτε ποιοι παίζουν διάφορες μελωδίες. Στους τίτλους τέλους εμφανίζονται διάφορα ονόματα, όπως «Majid Entezami» που είναι γνωστός συνθέτης δυτικής κλασσικής μουσικής, «Araz M. Shirmohamadi» ως τουρκμένος τραγουδιστής, ο οποίος παίζει και σαν ηθοποιός στην ταινία, «δάσκαλος Majid Teke» που παίζει ντοτάρ- αυτουνού βρήκα ένα βίντεο στο youtube (αν είναι ο ίδιος)-, αλλά δε μπορώ να βρω ούτε άλμπουμ, ούτε άλλη πληροφορία. Αυτό βέβαια συμβαίνει στις περισσότερες ιρανικές ταινίες, πρέπει να παιδευτείς πολύ για να βρεις άκρη, οι πληροφορίες στο ίντερνετ είναι ελάχιστες, αντικρουόμενες και μπερδεμένες.
Τη συνέντευξη του σκηνοθέτη όπου μιλάει για το τι τον ενέπνευσε, την βρήκα εδώ. Περιέργως σχεδόν την ίδια συνέντευξη φαίνεται να την έχει πάρει έλληνας δημοσιογράφος (;) : http://www.filmfestival.gr/firstshot/16_11_1998/page6.html
Μερικές απ΄τις αγαπημένες μου σκηνές στο Youtube:
Και κάτι εντελώς άσχετο, βρήκα στο youtube ένα βίντεο με τίτλο Sokoot, που είναι η ίδια λέξη (سکوت σοκούτ =σιωπή) αλλιώς γραμμένη, και είναι απ' ότι φαίνεται επαναστατικό τραγούδι με αφορμή τις αποτυχημένες διαδηλώσεις του 2009. Τραγουδάει η Γκολσιφτέ Φαραχανί.
Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011
Boycott (1985) του Mohsen Makhmalbaf
Το Boycott, βασισμένο στις εμπειρίες του ίδιου του σκηνοθέτη στη φυλακή, είναι μια από τις πρώτες ταινίες του και έγινε αμέσως εισπρακτική επιτυχία. Και τι δεν έχει αυτή η ταινία: όλα τα στοιχεία ενός δράματος φυλακής, το τυπικό κυνηγητό με αυτοκίνητα, πυροβολισμούς, σκηνές τρόμου, περίεργα ειδικά εφέ, μπόλικο μελόδραμα, συμβολισμούς, πολιτικά και ανθρωπιστικά μηνύματα. Τι βγαίνει μέσα απ' αυτό το χάος; Χμ
Ας πάρουμε την ιστορία απ' την αρχή: Ένας κομμουνιστής που έχει χάσει την πίστη του στον αγώνα, συλλαμβάνεται σε ενέδρα από τη μυστική αστυνομία του Σάχη, βασανίζεται και στέλνεται στη φυλακή, όπου αρχικά αντιμετωπίζει την ψυχρότητά των πρώην συναγωνιστών του- το μποϊκοτάζ του τίτλου- μέχρι που το κόμμα αποφασίζει ότι τον χρειάζεται σαν μάρτυρα. Οι σκηνές από τις ανακρίσεις και τη φυλακή είναι ενδιαφέρουσες, γιατί είναι αυτοβιογραφικές: ο Μαχμαλμπάφ είχε πει ότι αυτό που τον βασάνισε περισσότερο ήταν η απομόνωσή του από τους συγκρατούμενούς του που τον θεώρησαν προδότη, και όχι τα σωματικά βασανιστήρια. Και η συμπεριφορά ορισμένων κρατούμενων, όπως το να κάνουν γυμναστική για να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν την ώρα της επανάστασης βασίζεται στην εμπειρία του. Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι ο Μαχμαλμπάφ ήταν ισλαμιστής και όχι κομμουνιστής, και γι' αυτό και φυσικά επειδή είμαστε στο 85, οι κομμουνιστές παρουσιάζονται σαν ανόητοι, σκληροί και ενίοτε εγκληματίες.
Υπάρχει μια ιδιαίτερα ενοχλητική για μένα σκηνή, όπου μυρμήγκια τραβούν και μασουλάνε το πτώμα μιας τεράστιας κατσαρίδας,-απ' αυτές που βγαίνουν απ' τους υπονόμους το καλοκαίρι- και την οποία έχει σκοτώσει προ ολίγου ο πρωταγωνιστής.
Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς το Μποϊκότ , μπορεί να είναι άνισο και να έχει πολλά κλισέ, αλλά ο συνδυασμός όλων των ετερόκλητων στοιχείων είναι τουλάχιστον ασυνήθιστος. Είναι μάλλον ένα σινεφίλ και πολιτικό μπι-μούβι, από κάποιον που αγαπάει τον κινηματογράφο αλλά μόλις έχει αρχίσει να τον ανακαλύπτει.
Ας πάρουμε την ιστορία απ' την αρχή: Ένας κομμουνιστής που έχει χάσει την πίστη του στον αγώνα, συλλαμβάνεται σε ενέδρα από τη μυστική αστυνομία του Σάχη, βασανίζεται και στέλνεται στη φυλακή, όπου αρχικά αντιμετωπίζει την ψυχρότητά των πρώην συναγωνιστών του- το μποϊκοτάζ του τίτλου- μέχρι που το κόμμα αποφασίζει ότι τον χρειάζεται σαν μάρτυρα. Οι σκηνές από τις ανακρίσεις και τη φυλακή είναι ενδιαφέρουσες, γιατί είναι αυτοβιογραφικές: ο Μαχμαλμπάφ είχε πει ότι αυτό που τον βασάνισε περισσότερο ήταν η απομόνωσή του από τους συγκρατούμενούς του που τον θεώρησαν προδότη, και όχι τα σωματικά βασανιστήρια. Και η συμπεριφορά ορισμένων κρατούμενων, όπως το να κάνουν γυμναστική για να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν την ώρα της επανάστασης βασίζεται στην εμπειρία του. Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι ο Μαχμαλμπάφ ήταν ισλαμιστής και όχι κομμουνιστής, και γι' αυτό και φυσικά επειδή είμαστε στο 85, οι κομμουνιστές παρουσιάζονται σαν ανόητοι, σκληροί και ενίοτε εγκληματίες.
Υπάρχει μια ιδιαίτερα ενοχλητική για μένα σκηνή, όπου μυρμήγκια τραβούν και μασουλάνε το πτώμα μιας τεράστιας κατσαρίδας,-απ' αυτές που βγαίνουν απ' τους υπονόμους το καλοκαίρι- και την οποία έχει σκοτώσει προ ολίγου ο πρωταγωνιστής.
Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς το Μποϊκότ , μπορεί να είναι άνισο και να έχει πολλά κλισέ, αλλά ο συνδυασμός όλων των ετερόκλητων στοιχείων είναι τουλάχιστον ασυνήθιστος. Είναι μάλλον ένα σινεφίλ και πολιτικό μπι-μούβι, από κάποιον που αγαπάει τον κινηματογράφο αλλά μόλις έχει αρχίσει να τον ανακαλύπτει.
Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011
Nun va Goldoon [A Moment of Innocence] (1996) του Mohsen Makhmalbaf
Δε ξέρω πόσοι γνωρίζουν το επαναστατικό παρελθόν του Μοσεν Μαχμαλμπάφ. Ο ίδιος αναφέρει συχνά σε συνεντεύξεις ότι έφηβος είχε σχηματίσει μια μικρή ισλαμιστική επαναστατική ομάδα νέων που αγωνιζόταν εναντίον του Σάχη. Στα 17 του μαχαίρωσε ένα αστυνόμο και πήγε φυλακή 5 χρόνια. Αργότερα, μετά την επανάσταση του 79 υποστήριξε το καθεστώς. Αρχικά.
Στο Nun va Goldoon(Ψωμί και γλάστρα), η βασική ιστορία είναι ότι ο αστυνόμος, τον οποίο είχε μαχαιρώσει τότε ο Μαχμαλμπάφ, έρχεται μετά από 20 χρόνια και ζητάει από το σκηνοθέτη να συμμετέχει στην επόμενη ταινία του. Αποφασίζουν να γυρίσουν μαζί την αναπαράσταση αυτού του γεγονότος. Έτσι εμείς παρακολουθούμε τους δυο μεσήλικες τώρα, να προσπαθούν να διαλέξουν τον νεαρό ηθοποιό που θα τους ενσαρκώσει, να τον καθοδηγούν στο παίξιμο, και να διηγούνται το γεγονός του μαχαιρώματος, ο καθένας από τη δική του πλευρά. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν συμμετέχει και ένα κορίτσι που υποδύεται μια ξαδέρφη του Μαχμαλμπάφ που τάχα τον βοήθησε στην προσπάθειά του να αφοπλίσει τον αστυνομικό. Όμως η αλήθεια είναι ότι όλη η ταινία είναι σκηνοθετημένη από το Μαχμαλμπάφ και η αίσθηση του ντοκιμαντέρ είναι εντελώς πλαστή. Στην πραγματικότητα κορίτσι δεν υπήρχε. Και ο «αστυνόμος» είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν είναι ο αυθεντικός.
Αυτό που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη δεν είναι όμως η «αυθεντική» εξιστόρηση των γεγονότων. Αντίθετα η μυθοπλασία και η πραγματικότητα περιπλέκονται, και τα όρια μεταξύ ταινίας και «ταινίας μέσα στην ταινία» συχνά χάνονται. Αυτό συμβαίνει και σε πολλές άλλες ιρανικές ταινίες, όπως πχ. ο «Καθρέπτης» του Παναχί, εδώ όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο μπερδεμένα.
Η ταινία αυτή είναι από τις αγαπημένες μου, όχι μόνο για το παιχνίδι με την πραγματικότητα, αλλά και για το απλοϊκό ίσως αλλά συγκινητικό μήνυμά της, και κυρίως για τη φωτογραφία.
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011
Salaam Cinema (1995) του Mohsen Makhmalbaf
Το Salaam Cinema είναι ένα ντοκιμαντέρ -αν και τα όρια μεταξύ ταινίας μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ είναι αρκετά ασαφή- αφιερωμένο στα 100 χρόνια κινηματογράφου. Ο Μαχμαλμπάφ έχει βάλει αγγελία ζητώντας ερασιτέχνες ηθοποιούς, και τελικά εμφανίζονται πάρα πολλοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Μερικούς απ' αυτούς τους επίδοξους ηθοποιούς τους βλέπουμε σε «οντισιόν», όπου ο σκηνοθέτης τους ρωτάει γιατί θέλουν να γίνουν ηθοποιοί και προσπαθεί να τους βγάλει συναισθήματα, κυρίως να τους κάνει να κλάψουν. Αυτή η επιμονή του να τους κάνει να κλάψουν και γενικά η συμπεριφορά του μου φάνηκε αρκετά σκληρή, σχεδόν σαδιστική. Χαρακτηριστικά κάποια στιγμή λέει σε δυο κοπέλες ότι δεν είναι άξιες να γίνουν ηθοποιοί, αφού τις έχει ταλαιπωρήσει αρκετή ώρα αναγκάζοντάς τες να κλάψουν. Όταν αυτές τελικά κλαίνε, τους λέει ότι δεν είναι ευχαριστημένος από αυτό το κλάμα τους, γιατί είναι ειλικρινές, αυτός θέλει τον ηθοποιό να κλαίει κατά παραγγελία. Δε ξέρω πως είναι οι οντισιόν στην πραγματικότητα, και φαντάζομαι ότι είναι παντού ψυχοφθόρες, όμως δεν είναι και τόσο ευχάριστη εμπειρία να βλέπεις ανθρώπους να ταπεινώνονται για χάρη του κινηματογράφου. Πάντως η ταινία έχει αρκετές ωραίες στιγμές, ειδικά στην αρχή, όπου βλέπουμε διάφορους συχνά περίεργους τύπους να προσπαθούν να πείσουν το Μαχμαλμπάφ να τους προσλάβει. Στο τέλος επικεντρώνεται σε δυο κοπέλες, αυτές για τις οποίες έγραψα πριν, και που έχουν αρκετή υπομονή και επιμονή.
Μεταξύ των συνεργατών του Μαχμαλμπάφ εμφανίζεται και ο Moharram Zaynalzadeh, ο ποδηλάτης στον «Ποδηλάτη» του 87 που περιγράφει πως έχασε πολλά κιλά τότε για να παίξει σωστά το ρόλο του. Και ανάμεσα στους επίδοξους ηθοποιούς είναι και η Shaghayeh Djodat, η οποία ένα χρόνο αργότερα έπαιξε τη Gabbeh στο «Gabbeh» και η οποία λέει ότι θέλει να συμμετάσχει σε ταινία του σκηνοθέτη γιατί ξέρει ότι οι ταινίες του ταξιδεύουν στα διεθνή φεστιβάλ, και έτσι έχει την ελπίδα να βγει έξω από τη χώρα και να συναντήσει τον αγαπημένο της. Δε ξέρω όμως αν ο ιερός της σκοπός συγκίνησε το Μαχμαλμπάφ ή το ιδιαίτερα όμορφο εξωτικό πρόσωπό της για να κερδίσει το ρόλο.
Μεταξύ των συνεργατών του Μαχμαλμπάφ εμφανίζεται και ο Moharram Zaynalzadeh, ο ποδηλάτης στον «Ποδηλάτη» του 87 που περιγράφει πως έχασε πολλά κιλά τότε για να παίξει σωστά το ρόλο του. Και ανάμεσα στους επίδοξους ηθοποιούς είναι και η Shaghayeh Djodat, η οποία ένα χρόνο αργότερα έπαιξε τη Gabbeh στο «Gabbeh» και η οποία λέει ότι θέλει να συμμετάσχει σε ταινία του σκηνοθέτη γιατί ξέρει ότι οι ταινίες του ταξιδεύουν στα διεθνή φεστιβάλ, και έτσι έχει την ελπίδα να βγει έξω από τη χώρα και να συναντήσει τον αγαπημένο της. Δε ξέρω όμως αν ο ιερός της σκοπός συγκίνησε το Μαχμαλμπάφ ή το ιδιαίτερα όμορφο εξωτικό πρόσωπό της για να κερδίσει το ρόλο.
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
3 ταινίες με πρωταγωνίστρια μια δυτική που επιστρέφει στις «τριτοκοσμικές» της ρίζες
Υπάρχουν πάρα πολλές ταινίες που παρουσιάζουν κάποιον όμορφο νέο με δυτική ανατροφή να επισκέπτεται την «τριτοκοσμική» χώρα καταγωγής του, για να βρει κάποιο συγγενή, ή γενικότερα για να γνωρίσει τη χώρα και που έτσι σιγά σιγά ανακαλύπτει τον πολιτισμό της. Αυτό το μοτίβο δίνει τη δυνατότητα στο δυτικό θεατή, γιατί σ' αυτόν απευθύνεται η ταινία, να ταυτιστεί με τον ήρωα, χωρίς όμως αυτός να είναι και «απλός τουρίστας». Κάποια καλή ψυχή βρίσκεται πάντα να εξηγήσει στον ήρωά μας τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του λαού του, κι επί τη ευκαιρία τις καταλαβαίνουμε κι εμείς οι άσχετοι. Προσωπικά προτιμώ να βλέπω ταινίες όπου οι άγνωστες αυτές χώρες δεν μας παρουσιάζονται σαν ζωολογικοί κήποι, πχ δε χρειάζεται σε κάθε ταινία από μουσουλμανική χώρα να μας φωνάζουν στη μούρη: εδώ οι δύστυχες γυναίκες είναι αναγκασμένες να φοράνε μαντήλα. Αυτός είναι κι ένας λόγος που μου αρέσει ο ιρανικός κινηματογράφος: το εξωτικό στοιχείο κρατιέται σε όρια.
Kandahar (2001) του Μαχμαλμπάφ. To Κανταχάρ είναι μια σημαντική ταινία γιατί έκανε το Μαχμαλμπάφ γνωστό στη δύση, αλλά ήταν και η πρώτη ταινία που ασχολήθηκε με το θέμα των Ταλιμπάν, σε μια εποχή που ειδήσεις για το Αφγανιστάν και τη θέση των γυναικών υπήρχαν μόνο στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων. Περιγράφει το ταξίδι μιας καναδοαφγανής γυναίκας στο Αφγανιστάν, όπου προσπαθεί να βρει την αδερφή της για να την αποτρέψει από την αυτοκτονία. Η ιστορία βασίζεται στην αληθινή εμπειρία της Nelofer Pazira, που πρωταγωνιστεί στην ταινία παίζοντας τον εαυτό της. Δε ξέρω πώς γίνεται αυτό αλλά μου φάνηκε ότι δεν έπαιζε πολύ καλά το ρόλο της. Πρώτα απ' όλα μας μιλάει σε voice over στα αγγλικά που τα μιλάει πολύ αργά και χωρίς να χρωματίζει καθόλου τη φωνή της- το έψαξα πάντως και έτσι είναι ο τρόπος που μιλάει και στις συνεντεύξεις ακόμα. Στο ταξίδι αυτό αναγκάζεται να φορέσει μπούρκα, προσλαμβάνει ως οδηγό ένα αγόρι που μόλις το έχουν διώξει απ' το ιερατικό σχολείο, συναντάει παράξενους ανθρώπους, όπως έναν μαύρο αμερικάνο που προσποιείται το γιατρό, διακινδυνεύει τη ζωή της και στο τέλος συλλαμβάνεται από τους Ταλιμπάν.
Όπως συμβαίνει συχνά στις ταινίες του Μαχμαλμπάφ, το σενάριο παίζει μικρό ρόλο κι αυτό που μένει είναι οι εικόνες και μερικές σκηνές που θυμίζουν πολύ έντονα ντοκιμαντέρ. Η σκηνή που μου χει μείνει περισσότερο είναι στο ιατρείο στη μέση της ερήμου, όπου πολωνέζες γιατροί προσπαθούν να συνεννοηθούν με ένα πλήθος ανάπηρων αντρών που ζητάει τεχνητά πόδια, άλλος γιατί έχασε το πόδι του από νάρκη, άλλος για να το πουλήσει.
Salt of This Sea (2008) της Annemarie Jacir. Η Σοράγια μια νέα αμερικανίδα παλαιστινιακής καταγωγής, φτάνει στο Ισραήλ και αργότερα στη Δυτική Όχθη με σκοπό να ανακτήσει τα χρήματα που είχε καταθέσει ο παππούς της σε τράπεζα πριν αναγκαστεί να φύγει ως πρόσφυγας μετά τον πόλεμο του 48. Τα πράγματα δεν είναι όμως όπως τα περίμενε: όχι μόνο ο τραπεζικός λογαριασμός έχει «χαθεί» μετά τον πόλεμο, αλλά και η κοινωνία είναι απογοητευτική: υπάρχουν μεγάλες ταξικές διαφορές και κανένας δεν έχει διάθεση για αγώνα. Στη Ραμάλα γνωρίζει τον Εμάντ και τον πείθει να οργανώσουν μαζί μια ληστεία στην τράπεζα που της χρωστάει χρήματα, αλλά και να την ακολουθήσει στο Ισραήλ, όπου βρίσκεται το σπίτι του παππού της. Το δεύτερο μέρος της ταινίας είναι ένα road movie, όπου η Σοράγια ο Εμάντ κι ένας φίλος γυρίζουν στο Ισραήλ και το ζευγάρι προσπαθεί να χαρεί τον έρωτά του. Στο παλιό σπίτι του παππού στη Γιάφα συναντούν μια αριστερή ισραηλινή ακτιβίστρια υπέρ της ειρήνης, η οποία αν και φιλική, αρνείται να επιστρέψει το σπίτι στην εγγονή του παλιού ιδιοκτήτη.
Δυο πράγματα με ενόχλησαν στην ταινία. Πρώτα ο χαρακτήρας της Σοράγια που φέρεται σαν παιδί που της έχουν πάρει το παιχνίδι, και ενώ η ίδια έχει εξασφαλισμένο μέλλον στην Αμερική, έχει την απαίτηση από φτωχούς ανθρώπους να διακινδυνέψουν την ελευθερία τους για να ικανοποιήσουν το καπρίτσιο της. Και φυσικά ο τρόπος που η ταινία αντιμετωπίζει αυτή την αλαζονεία σαν κάτι ηρωικό. Το δεύτερο είναι ο χαρακτήρας του Εμάντ: είναι το αντίστοιχο της γκόμενας σε «αντρικές ταινίες»: υπερβολικά όμορφος- έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε και γυμνό σε ένα ..μπλόκο ισραηλινών, ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια και την ακολουθεί παντού. Αλλά γενικά δεν πρόκειται για ταινία χαρακτήρων, αλλά για πολιτική ταινία (προπαγάνδας;)
La fille de Keltoum (2001) του Mehdi Charef. Εδώ μια νέα με εντελώς ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά ελβετή φτάνει σε ένα απομονωμένο χωριό της Αλγερίας (δεν είμαι σίγουρη ότι είναι η Αλγερία), προσπαθώντας να βρει τη μητέρα της την Κελτούμ, η οποία πριν πολλά χρόνια την εγκατέλειψε δίνοντας την για υιοθεσία σε ζευγάρι ελβετών. Στο χωριό, αν μπορεί κανείς να το πει χωριό γιατί στην πραγματικότητα είναι σκόρπιες καλύβες συναντά τον παππού και την τρελή θεία της, και μαθαίνει ότι η μητέρα της δουλεύει σε μια παραθαλάσσια τουριστική πόλη. Έτσι η πρωταγωνίστρια με τη βοήθεια της θείας ταξιδεύει ως την πόλη αυτή και στο δρόμο γνωρίζουν όλες τις μορφές καταπίεσης της γυναίκας σε μια συντηρητική κοινωνία, αλλά και τις συγκρούσεις στρατού-επαναστατών. Μπορεί οι περιπέτειες τους να είναι η ενσάρκωση των φαντασιώσεων των δυτικών για το μουσουλμανικό κόσμο, με μάγισσες, χαμάμ, κλέφτες και διψασμένους για σεξ άντρες, αλλά αν αποφασίσει να το δει κανείς σαν σουρεαλιστικό παραμύθι, είναι όντως καλή ταινία και εγώ τουλάχιστον την παρακολούθησα με ενδιαφέρον ως το τέλος.
Περίεργο (αν και συνηθισμένο) είναι και το γεγονός ότι οι μισοί πρωταγωνιστές μιλάνε γαλλικά ακόμα κι αν υποτίθεται ότι είναι αμόρφωτοι χωριάτες. Επίσης, τώρα που το βλέπω, όταν έγραφα τον πρόλογο είχα στο μυαλό μου την κόρη της Κελτούμ..
Kandahar (2001) του Μαχμαλμπάφ. To Κανταχάρ είναι μια σημαντική ταινία γιατί έκανε το Μαχμαλμπάφ γνωστό στη δύση, αλλά ήταν και η πρώτη ταινία που ασχολήθηκε με το θέμα των Ταλιμπάν, σε μια εποχή που ειδήσεις για το Αφγανιστάν και τη θέση των γυναικών υπήρχαν μόνο στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων. Περιγράφει το ταξίδι μιας καναδοαφγανής γυναίκας στο Αφγανιστάν, όπου προσπαθεί να βρει την αδερφή της για να την αποτρέψει από την αυτοκτονία. Η ιστορία βασίζεται στην αληθινή εμπειρία της Nelofer Pazira, που πρωταγωνιστεί στην ταινία παίζοντας τον εαυτό της. Δε ξέρω πώς γίνεται αυτό αλλά μου φάνηκε ότι δεν έπαιζε πολύ καλά το ρόλο της. Πρώτα απ' όλα μας μιλάει σε voice over στα αγγλικά που τα μιλάει πολύ αργά και χωρίς να χρωματίζει καθόλου τη φωνή της- το έψαξα πάντως και έτσι είναι ο τρόπος που μιλάει και στις συνεντεύξεις ακόμα. Στο ταξίδι αυτό αναγκάζεται να φορέσει μπούρκα, προσλαμβάνει ως οδηγό ένα αγόρι που μόλις το έχουν διώξει απ' το ιερατικό σχολείο, συναντάει παράξενους ανθρώπους, όπως έναν μαύρο αμερικάνο που προσποιείται το γιατρό, διακινδυνεύει τη ζωή της και στο τέλος συλλαμβάνεται από τους Ταλιμπάν.
Όπως συμβαίνει συχνά στις ταινίες του Μαχμαλμπάφ, το σενάριο παίζει μικρό ρόλο κι αυτό που μένει είναι οι εικόνες και μερικές σκηνές που θυμίζουν πολύ έντονα ντοκιμαντέρ. Η σκηνή που μου χει μείνει περισσότερο είναι στο ιατρείο στη μέση της ερήμου, όπου πολωνέζες γιατροί προσπαθούν να συνεννοηθούν με ένα πλήθος ανάπηρων αντρών που ζητάει τεχνητά πόδια, άλλος γιατί έχασε το πόδι του από νάρκη, άλλος για να το πουλήσει.
Salt of This Sea (2008) της Annemarie Jacir. Η Σοράγια μια νέα αμερικανίδα παλαιστινιακής καταγωγής, φτάνει στο Ισραήλ και αργότερα στη Δυτική Όχθη με σκοπό να ανακτήσει τα χρήματα που είχε καταθέσει ο παππούς της σε τράπεζα πριν αναγκαστεί να φύγει ως πρόσφυγας μετά τον πόλεμο του 48. Τα πράγματα δεν είναι όμως όπως τα περίμενε: όχι μόνο ο τραπεζικός λογαριασμός έχει «χαθεί» μετά τον πόλεμο, αλλά και η κοινωνία είναι απογοητευτική: υπάρχουν μεγάλες ταξικές διαφορές και κανένας δεν έχει διάθεση για αγώνα. Στη Ραμάλα γνωρίζει τον Εμάντ και τον πείθει να οργανώσουν μαζί μια ληστεία στην τράπεζα που της χρωστάει χρήματα, αλλά και να την ακολουθήσει στο Ισραήλ, όπου βρίσκεται το σπίτι του παππού της. Το δεύτερο μέρος της ταινίας είναι ένα road movie, όπου η Σοράγια ο Εμάντ κι ένας φίλος γυρίζουν στο Ισραήλ και το ζευγάρι προσπαθεί να χαρεί τον έρωτά του. Στο παλιό σπίτι του παππού στη Γιάφα συναντούν μια αριστερή ισραηλινή ακτιβίστρια υπέρ της ειρήνης, η οποία αν και φιλική, αρνείται να επιστρέψει το σπίτι στην εγγονή του παλιού ιδιοκτήτη.
Δυο πράγματα με ενόχλησαν στην ταινία. Πρώτα ο χαρακτήρας της Σοράγια που φέρεται σαν παιδί που της έχουν πάρει το παιχνίδι, και ενώ η ίδια έχει εξασφαλισμένο μέλλον στην Αμερική, έχει την απαίτηση από φτωχούς ανθρώπους να διακινδυνέψουν την ελευθερία τους για να ικανοποιήσουν το καπρίτσιο της. Και φυσικά ο τρόπος που η ταινία αντιμετωπίζει αυτή την αλαζονεία σαν κάτι ηρωικό. Το δεύτερο είναι ο χαρακτήρας του Εμάντ: είναι το αντίστοιχο της γκόμενας σε «αντρικές ταινίες»: υπερβολικά όμορφος- έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε και γυμνό σε ένα ..μπλόκο ισραηλινών, ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια και την ακολουθεί παντού. Αλλά γενικά δεν πρόκειται για ταινία χαρακτήρων, αλλά για πολιτική ταινία (προπαγάνδας;)
La fille de Keltoum (2001) του Mehdi Charef. Εδώ μια νέα με εντελώς ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά ελβετή φτάνει σε ένα απομονωμένο χωριό της Αλγερίας (δεν είμαι σίγουρη ότι είναι η Αλγερία), προσπαθώντας να βρει τη μητέρα της την Κελτούμ, η οποία πριν πολλά χρόνια την εγκατέλειψε δίνοντας την για υιοθεσία σε ζευγάρι ελβετών. Στο χωριό, αν μπορεί κανείς να το πει χωριό γιατί στην πραγματικότητα είναι σκόρπιες καλύβες συναντά τον παππού και την τρελή θεία της, και μαθαίνει ότι η μητέρα της δουλεύει σε μια παραθαλάσσια τουριστική πόλη. Έτσι η πρωταγωνίστρια με τη βοήθεια της θείας ταξιδεύει ως την πόλη αυτή και στο δρόμο γνωρίζουν όλες τις μορφές καταπίεσης της γυναίκας σε μια συντηρητική κοινωνία, αλλά και τις συγκρούσεις στρατού-επαναστατών. Μπορεί οι περιπέτειες τους να είναι η ενσάρκωση των φαντασιώσεων των δυτικών για το μουσουλμανικό κόσμο, με μάγισσες, χαμάμ, κλέφτες και διψασμένους για σεξ άντρες, αλλά αν αποφασίσει να το δει κανείς σαν σουρεαλιστικό παραμύθι, είναι όντως καλή ταινία και εγώ τουλάχιστον την παρακολούθησα με ενδιαφέρον ως το τέλος.
Περίεργο (αν και συνηθισμένο) είναι και το γεγονός ότι οι μισοί πρωταγωνιστές μιλάνε γαλλικά ακόμα κι αν υποτίθεται ότι είναι αμόρφωτοι χωριάτες. Επίσης, τώρα που το βλέπω, όταν έγραφα τον πρόλογο είχα στο μυαλό μου την κόρη της Κελτούμ..
Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Τρεις ιρανικές ταινίες με κοινό θέμα τα χαλιά
Gabbeh (1996) του Mohsen Makhmalbaf
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, φτάνει σε ένα ποτάμι, όπου πλένουν το χαλί τους. Η γυναίκα είναι ντυμένη με ένα γαλάζιο παραδοσιακό φόρεμα, και ο άντρας της, για άγνωστο λόγο μιλάει τραγουδιστά. Το χαλί που πλένουν λέγεται γκαμπέ (γκιαμπέ) και είναι ένα παραδοσιακό είδος χαλιού, σχετικά πιο απλό από τα συνηθισμένα περσικά χαλιά. Αυτό το χαλί λοιπόν παίρνει μαγικά τη μορφή μιας νέας όμορφης γυναίκας, ντυμένης σαν την γριά, και η οποία αρχίζει να διηγείται την ιστορία της. Ανήκει σε μια φυλή νομάδων και είναι λυπημένη γιατί ο πατέρα της δεν την αφήνει να παντρευτεί τον άντρα που αγαπά, έναν καβαλάρη που τους ακολουθεί από μακριά. Έτσι αρχίζει αυτή η ταινία και στη διάρκεια της βλέπουμε κυρίως την καθημερινή ζωή των νομάδων, τις φάσεις που περνάει η ζωή τους (γάμος, γέννηση, θάνατος,) και οι οποίες αποτυπώνονται στα χαλιά που φτιάχνουν. Παράλληλα υπάρχουν και σκηνές ενός περιπλανώμενου δασκάλου που προσπαθεί να διδάξει τα παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε σχολείο. Διάβασα ότι για το Γκαμπέ, ο Μαχμαλμπάφ, εμπνεύστηκε από τον Παρατζάνοφ, αλλά εκτός από το θέμα των χαλιών που υπάρχει στο Χρώμα του Ροδιού, το ενδιαφέρον για τις παραδοσιακές κουλτούρες, ίσως και κάποιες σκηνές (η μικρή που χάνει την κατσίκα) ή το περίεργο μοντάζ(;), δε βρήκα μεγάλες ομοιότητες με το έργο του Παρατζάνοφ. Ο Μαχμαλμπάφ έχει το δικό κάπως αναρχικό και φαινομενικά τουλάχιστον πρόχειρο στιλ σκηνοθεσίας. Μπορεί το σενάριο να είναι κάπως κοινότυπο -όλες οι ταινίες γύρω από παραδοσιακές κοινωνίες επικεντρώνονται σε γάμους, κηδείες και άλλες εξωτικές τελετές- αλλά το Γκαμπέ έχει πολύ ωραία σκηνοθεσία και πανέμορφες εικόνες, είναι ένας ύμνος στα χρώματα.
Dokhtaran-e khorshid [ Daughters of the Sun] (2000) της Maryam Shahriar
Η αλήθεια είναι ότι οι Κόρες του Ήλιου μου θύμισαν περισσότερο τον Παρατζάνοφ, μια που το φερε η κουβέντα, ειδικά στα πρώτα λεπτά με τα σύντομα πλάνα όπου η κάμερα δεν το κουνάει από τη θέση της, ίσως και λόγω της μουσικής. Η ιστορία είναι σχετικά συνηθισμένη: ένα κορίτσι, η Αμανγκολ μεταμφιέζεται σε αγόρι για να πιάσει δουλειά ως μαθητευόμενη σε μια (ας το πούμε) βιοτεχνία χαλιών. Εδώ η δημιουργία των χαλιών παίζει κεντρικότερο ρόλο και δεν έχει τη ρομαντική και φολκλορική χροιά που βρίσκουμε στο Γκαμπέ. Αντίθετα, η πρωταγωνίστρια και τα υπόλοιπα κορίτσια που δουλεύουν μαζί της, αυτές όμως χωρίς να είναι ντυμένες αγόρια, υποφέρουν από τις σκληρές συνθήκες εργασίας. Μια από αυτές ερωτεύεται την Αμανγκόλ χωρίς να ξέρει το πραγματικό φύλο της (ή μήπως το χει καταλάβει;) και η Αμανγκόλ φαίνεται να ανταποκρίνεται ή μπορεί απλά να την συμπαθεί. Ίσως και λόγω λογοκρισίας το θέμα δε γίνεται ποτέ σαφές. Το στιλ της Σαριάρ είναι αρκετά λιτό, χωρίς μελοδραματισμούς και με αρκετούς συμβολισμούς σε μια πολύ μουντή και καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα ταινία και δυστυχώς η σκηνοθέτισσα δεν έχει ξαναγυρίσει άλλη, άγνωστο γιατί.
Kaze no jûtan [The wind carpet] (2003) του Kamal Tabrizi
Σ'αυτήν την ταινία ένα γιαπωνέζος με την κόρη του πηγαίνουν στο Ιράν, και μάλιστα στο Εσφαχάν για να παραλάβουν ένα χαλί που έχουν παραγγείλει. Συμβαίνουν διάφορα αστεία περιστατικά που έχουν σχέση με τις υποτιθέμενες διαφορές περσικού-γιαπωνέζικου πολιτισμού. Το κοριτσάκι βρίσκει όπως είθιστε ένα αγοράκι με το οποίο γίνονται φίλοι , και φυσικά ερωτεύονται. Η διαδικασία της δημιουργίας του χαλιού περιγράφεται εδώ με περισσότερες λεπτομέρειες από τις άλλες ταινίες, και ίσως να παρουσιάζονται πραγματικοί επαγγελματίες, γιατί παρατήρησα οτι κάποιοι έδεναν τους κόμπους πολύ γρήγορα. Νομίζω οτι σκοπός του σκηνοθέτη ήταν να δείξει ακριβώς τα χαλιά αλλά και άλλλες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες τις χώρας του, αφού υπάρχει και ξενάγηση στο Εσφαχάν, αλλά και ανακαίνιση παλατιών και φυσικά ένας γάμος. Για μένα είχε αρκετό ενδιαφέρον , αλλά νομίζω οτι προορίζεται μάλλον για τα παιδιά.
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
Nassereddin Shah Actore Cinema [Once Upon A Time Cinema] (1992) - Mohsen Makhmalbaf
![]() | ||
Ο "κινηματογραφιστής" ονειρέυεται
|
«Ο Σάχης Νασερεντίν, ηθοποιός του κινηματογράφου» είναι η ελληνική απόδοση του τίτλου, και όντως η βασική ιστορία είναι η εξής: ο Σάχης ερωτεύεται την ηρωίδα της ταινίας που του παρουσιάζει ένας «κινηματογραφιστής» που έρχεται από το μέλλον - τον στέλνει κατά λάθος ένας αυλικός του επόμενου Σάχη - και για χάρη της αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, ακόμα και να παραστήσει την αγελάδα. Είναι μια σουρεαλιστική ταινία, όπου εμφανίζονται προσωπικότητες της περσικής αυλής και σκηνές από διάφορες παλιές ιρανικές ταινίες με πρώτη και καλύτερη το «Κορίτσι από το Λορεστάν» (Dokhtare Lor), που είναι και η πρώτη περσική ταινία του ομιλούντος κινηματογράφου που γυρίστηκε το 1933 στην Ινδία. Αυτό το κορίτσι ερωτεύεται ο Σάχης Νεσερεντίν (1831 - 1896) και θέλει να την κάνει μέλος του πολυπληθούς του χαρεμιού, αφού εκείνη προσγειώνεται δεμένη με ένα σκοινί στο παλάτι του. Μια άλλη ταινία της οποίας βλέπουμε αποσπάσματα είναι ο Gheisar (1969), από την οποία προέρχονται οι σκηνές της δολοφονίας στο χαμάμ. Όλες αυτές οι σκηνές μπλέκονται με την «πραγματικότητα» της ζωής στο χαρέμι.
Δε ξέρω πως να χαρακτηρίσω αυτήν την ταινία: πρώτα απ' όλα δε ξέρω σχεδόν τίποτα για τους Σάχηδες, τον Αμίρ Καμπίρ ή το Μαλιτζάκ, αλλά ούτε για τις παλιές ταινίες που παρουσιάζονται, και έτσι σίγουρα έχω χάσει το ζουμί της ιστορίας. Ακόμα και έτσι όμως υπήρχαν κάποιες πολύ όμορφες σκηνές που με ανάγκασαν μείνω κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή μέχρι το τέλος της και να την κρατήσω στο σκληρό δίσκο για μελλοντικές αναφορές.
Πάντως, σίγουρα υπάρχει έντονη πολιτική χροιά, αναφέρεται το θέμα της λογοκρισίας, η διαφθορά στο παλάτι, αλλά εκφράζεται και η ανησυχία του σκηνοθέτη για το μέλλον - συμβολικά η γυναίκα του κινηματογραφιστή λέγεται Ατιέ που σημαίνει μέλλον. Επίσης το κορίτσι απο το Λοριστάν, εκτός από κιτς ιστορία αγάπης, είχε και πολιτικές προεκτάσεις, αφού παρουσίαζε το Ιράν σα μια χώρα όπου κυριαρχεί το έγκλημα και η ανομία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























