Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Madeinusa (2006) της Claudia Llosa



Η Μαδεϊνούσα είναι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, που ζει με τον πατέρα της και την αδερφή της σε ένα απομακρυσμένο χωριό των Άνδεων στο Περού. Έχει ένα κουτάκι όπου κρατάει τους "θησαυρούς" της και ο πολυτιμότερος θησαυρός είναι τα σκουλαρίκια που άφησε η μαμά της πριν φύγει για τη Λίμα. Όμως εδώ τελειώνουν τα φυσιολογικά στοιχεία της διεστραμμένης αυτής ταινίας. Στο χωριό υπάρχει η πεποίθηση ότι τη μέρα ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, ο Θεός είναι νεκρός και δε βλέπει τις αμαρτίες τους. Έτσι σύμφωνα με το έθιμο, γίνονται διάφορες αμαρτίες (που συνήθως είναι ελεγχόμενες). Ο πατέρας της Μαδεϊνούσας που είναι και δήμαρχος, σκοπεύει να κοιμηθεί με την παρθένα κόρη του, και το χωριό που το ξέρει δε φαίνεται να βρίσκει κάτι κακό στην επιθυμία του αυτή. Όμως φτάνει τυχαία ένας γκρινγκο, ο Σαλβαδόρ και ξυπνά το πάθος στο κορίτσι, πάθος όχι ερωτικό, αλλά επιθυμία να φύγει μαζί του στην πρωτεύουσα. Έτσι προσπαθεί να τον γοητεύσει και να τον πείσει να την πάρει μαζί του, πριν όμως την Ανάσταση του Κυρίου, οπότε μια τέτοια αμαρτία -να εγκαταλείψεις το σπίτι σου με έναν ξένο- είναι απαγορευμένη. Η υπόθεση είναι αρκετά διεστραμμένη και θυμίζει τον Κυνόδοντα με την έννοια οτι νιώθεις οτι βρίσκεσαι σε ένα άρρωστο και ενοχλητικό περιβάλλον, το οποίο όμως βιώνεται ως φυσιολογικό από τους πρωταγωνιστές, κι απ' όπου δεν υπάρχει διαφυγή. Εκτός από τη βασική ιστορία υπάρχουν μικρές λεπτομέρειες που κάνουν αυτό το νοσηρό μικρόκοσμο ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπως ο κύριος που γυρίζει το χειροκίνητο "ρολόι" που θα σημάνει τη λήξη του Θανάτου του θεού. Εμένα πάντως αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι αυτές οι λεπτομέρειες και η φυσικότητα με την οποία παρουσιάζονται αλλόκοτα γεγονότα. Και μόνο ο Σαλβαδόρ φαίνεται να συμμερίζεται την απορία μας για όσα βλέπει γύρω του.
Υπάρχει κάτι στην ταινία που δεν κατάλαβα, κι αυτό είναι ο ρόλος του "ξένου" και γενικότερα του δυτικού πολιτισμού. Πολλοί "ιθαγενείς" ονειρεύονται να φύγουν στη μεγάλη πόλη ή να αποκτήσουν τα αγαθά του πολιτισμού όπως τα κόκκινα παπούτσια που επιθυμεί η αδερφή της Μαδεϊνούσας. Και μόνο ο τίτλος της ταινίας και το όνομα της πρωταγωνίστριας δείχνουν ότι αυτή η μανία με τη Δύση είναι κεντρικό θέμα. Όμως δεν καταλαβαίνω που δένει όλο αυτό, με το σκοτεινό παραμύθι που βρίσκεται στο κέντρο της υπόθεσης. Δύσκολα θα πίστευα ότι η ταινία είναι αλληγορία για τη συμπεριφορά των άγριων όταν οι πολιτισμένοι τους έχουν εγκαταλείψει ή τέλος πάντων τους εκμεταλλεύονται.
Επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί μερικοί θεώρησαν οτι πρόκειται για πραγματικό έθιμο των Άνδεων. Είναι τόσο πραγματικό όσο και το ελληνικό έθιμο να κλείνεις τα παιδιά σου στο σπίτι και να τους απαγορεύσεις την επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι να τους πέσει ο κυνόδοντας.
Όπως και να χει, η Μαδεϊνούσα με την παραπλανητικά γλυκιά φωνή είναι από τις αγαπημένες μου ηρωίδες.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Altiplano (2009) των Peter Brosens, Jessica Hope Woodworth


Μια Βελγίδα φωτορεπόρτερ ιρανικής καταγωγής παρατάει τη δουλεία της όταν αναγκάζεται να φωτογραφίσει συνάδελφό της την ώρα της εκτέλεσής του. Ο σύζυγός της είναι οφθαλμίατρος στις Άνδεις, όπου μάλλον εργάζεται εθελοντικά. Τέλος μια ιθαγενής ετοιμάζεται να παντρευτεί- άλλωστε τί άλλα ενδιαφέροντα να έχουν οι ινδιάνοι. Όλα ανατρέπονται από τα απόβλητα υδραργύρου που προέρχονται από ένα ορυχείο. Μέχρι τα μισά περίπου, η ταινία κυλάει όπως θα περίμενε κανείς σε τέτοιες διεθνείς παραγωγές με παράλληλες ιστορίες. Αλλά από τη μέση και μετά γίνεται περισσότερο ένα βίντεο κλιπ, με εικόνες διαδηλώσεων, μανιφέστα υπέρ της μητέρας φύσης και ονειρικά/μαγικά φαινόμενα.
Έμφαση δίνεται σε φολκλορικά στοιχεία, στα έθιμα του λαού και στην υποτιθέμενη αρμονία τους με τη φύση, στο συγκρητισμό που υπάρχει στην περιοχή με μια θρησκεία ανάμεσα στο χριστιανισμό και τον παγανισμό. Το θέμα της συμβίωσης των πολιτισμών γίνεται ακόμα πιο έντονο από την παρουσία άλλων εξωτικών στοιχείων όπως η μάλλον μουσουλμάνα ιρανή δημοσιογράφος, ο βελγικός κατεστραμμένος ναός και ο πόλεμος του Ιράκ. Ακούγονται πολλές γλώσσες, κέτσουα, ισπανικά περσικά, γαλλικά, αγγλικά, αν δε ξέχασα κάποια άλλη.
Είναι ακόμα μια ταινία που την έψαχνα καιρό, κυρίως για τη Magaly Solier, αλλά κια επειδή η προηγούμενη ταινία των ίδιων σκηνοθετών το Khadak που διαδραματίζεται στη Μογγολία μου άρεσε αρκετά. Όμως εδώ νομίζω ότι παρασύρθηκαν πολύ από το φολκλόρ των Άνδεων και χρησιμοποίησαν πολλά κλισέ, και τελικά όλοι οι χαρακτήρες είναι καρικατούρες. Δε μπορώ να μη συγκρίνω με τη Madeinusa και το "Γάλα της θλίψης" ή όπως αλλιώς το μετάφρασαν της Claudia Llosa, που είναι πολύ πιο σύνθετες ταινίες. Έχει όμως το Altiplano μερικές πολύ όμορφες εικόνες και κάποιες ωραίες σουρεαλιστικές σκηνές. Κρίμα πάντως θα μπορούσε να γίνει αρκετά καλύτερο.

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

5 ισραηλινές ταινίες για τους ορθόδοξους ή μάλλον υπερορθόδοξους εβραίους

Αυτό το ποστ αφιερώνεται σε όσους νιώθουν μια ανεξήγητη έλξη προς τους «υπερορθόδοξους» εβραίους , ή αλλιώς Χαρεντίμ, αυτούς με τις μπούκλες και τα παράξενα μαύρα ρούχα. Είναι ενδιαφέρον ότι στις περισσότερες φορές που εμφανίζονται στον κινηματογράφο, οι ταινίες επικεντρώνονται στη σεξουαλική τους καταπίεση και γενικά στις ερωτικές σχέσεις τους.


Στο Kadosh (1999) του Amos Gitai, η κοινότητα αναγκάζει ένα άτεκνο αλλά αγαπημένο ζευγάρι να χωρίσει, έτσι ώστε ο άντρας να παντρευτεί μια άλλη γόνιμη γυναίκα. Παράλληλα η αδελφή της πρώτης συζύγου αναγκάζεται να παντρευτεί έναν άντρα που δεν αγαπά. Αυτή ταινία δέχτηκε πολλή κριτική, γιατί έχει πολλές ανακρίβειες, και κυρίως ότι οι ορθόδοξες κοινότητες δεν ενθαρρύνουν το διαζύγιο για λόγους ατεκνίας! Θυμάμαι από την ταινία χαρακτηριστικά μια γραφική σκηνή που περιγράφει την πρώτη νύχτα γάμου της αδερφής με τον άντρα που αναγκάζεται τελικά να παντρευτεί. Ο Γκιται δε μου αρέσει πολύ, χρησιμοποιεί συνέχεια υπερβολές και ανακρίβειες για να εντυπωσιάσει, έτσι κι αυτή η ταινία δε με ενθουσίασε

Το Ushpizin (2004) φτιάχτηκε με πρωτοβουλία ορθόδοξων, σε απάντηση στο Kadosh , και η είναι η μοναδική ταινία που έχω δει που εξηγεί τα πράγματα από την οπτική γωνία αυτών των ανθρώπων. Ένα φτωχό ζευγάρι, και αυτοί άτεκνοι, δέχονται την επίσκεψη δυο κακοποιών από το εγκληματικό παρελθόν του συζύγου. Η επίσκεψη αυτή γίνεται στη διάρκεια της γιορτής Σουκότ, στην οποία ο κόσμος ζει σε «σκηνές» (ξύλινες καλύβες) που στήνουν έξω από το σπίτι και όπου όλοι οι επισκέπτες είναι επιθυμητοί και ευλογημένοι. Παρόλο που οι συγκεκριμένοι επισκέπτες είναι αγενείς και προφανέστατα άπιστοι, το ζευγάρι τους φέρεται εγκάρδια. Ίσως να έχουν σταλθεί από το θεό για να αποδειχτεί η πίστη τους. Μέσα από τη φτώχεια, την επιθυμία τους για τεκνοποίηση, αλλά και τις κωμικές στιγμές με τους απατεώνες, φαίνεται η αγάπη μεταξύ των δυο συζύγων και ο «έρωτας» για το θεό. Στο τέλος ο θεός εισακούει τις προσευχές τους και τους χαρίζει ένα γιο. Ο Shuli Rand, ο σεναριογράφος και πρωταγωνιστής του Ushpizin, είχε μια παράλληλη πορεία με τον ήρωα που υποδύεται, είχε απομακρυνθεί από την ενάρετη ζωή, και έγινε ορθόδοξος σε μεγαλύτερη ηλικία. Το ρόλο της γυναίκας του παίζει η πραγματική γυναίκα του Rand, και γενικά έγινε προσπάθεια να τηρηθούν οι αρχές της πίστης τους. Παρά το κάπως περίεργο σενάριο, είναι μια καλή ταινία, χωρίς πολλούς μελοδραματισμούς ή δογματισμούς, με αρκετό χιούμορ, και με του δυο συζύγους να παίζουν πολύ καλά.

Ha-Sodot [The Secrets] (2007) του Avi Nesher. Τα μυστικά είναι μια διεθνής συμπαραγωγή όπου εμφανίζονται τρεις νέες όμορφες και διάσημες ισραηλινές ηθοποιοί, αλλά και Fanny Ardant σε έναν ρόλο που βασικά δεν ήταν αναγκαίος. Το θέμα είναι οι θεολογικές και μυστικιστικές ανησυχίες δυο ορθόδοξων νέων γυναικών που φτάνουν στη Τσφατ, το κέντρο της Καμπαλά στο Ισραήλ, όπου όμως εκτός απο μυστικιστές συγκεντρώνονται και καλλιτέχνες αλλά και κάθε είδους τουρίστες. Εκεί γράφονται σε μια σχολή θεολογίας για γυναίκες, που είναι κάτι πρωτοποριακό, γιατί οι γυναίκες αποτρέπονταν παραδοσιακά από την μελέτη των ιερών κειμένων. Μετά από διάφορες περιπέτειες, οι δυο νέες που στην αρχή δεν είχαν πολλά κοινά, γίνονται φίλες και ανακαλύπτουν ότι νοιώθουν η μια για την άλλη μια άλλου είδους έλξη- ερωτική. Παρόλο που το θέμα είναι ενδιαφέρον, η ταινία εκτός από την περιήγηση στα ειδυλλιακά σοκάκια της Τσφατ, και τα όμορφα ενίοτε γυμνά σώματα των κοριτσιών, δε προχωράει περισσότερο, ούτε στο μυστικισμό, αλλά ούτε και στο χαρακτήρα και τη σχέση των πρωταγωνιστριών. Περισσότερο μοιάζει με αμερικανική εφηβική ταινία σε ορθόδοξο φόντο.

Hofshat Kaits [My Father, My lord] (2007) του David Volach. Είναι μια πολύ ευαίσθητη και χαμηλών τόνων ταινία, όπου ένα αγοράκι, γιος ορθόδοξου ραβίνου, αρχίζει να αναρωτιέται για τον κόσμο. Ο πατέρας του έχει έτοιμες απαντήσεις για τις περισσότερες ερωτήσεις του γιου του, και για ότι δεν είναι σίγουρος ψάχνει να βρει τη λύση μέσα στην Τορά: για την Τορά φτιάχτηκε ο κόσμος ολόκληρος, κι ο θεός απ' όλα τα πλάσματά του ενδιαφέρεται μόνο για τον άνθρωπο και συγκεκριμένα τον πιστό εβραίο. Όμως πόσο δικαίωμα έχει κανείς να εξηγεί το Θεό σύμφωνα με τα δικά του μέτρα; Και πόσο βοηθάει η θρησκεία όταν βρίσκεσαι απέναντι στο κενό του θανάτου; Ο σκηνοθέτης, πρώην ορθόδοξος και άθεος πλέον, σχολιάζει τη στείρα εκπαίδευση των παιδιών σε μια τέτοια συντηρητική κοινωνία, αλλά κι αυτούς που δίνουν σημασία σε «σπουδαία» πράγματα, και όμως έχουν χάσει την επικοινωνία με το θεό/το μυστήριο της ζωής. Η ταινία δε δίνει απαντήσεις, και παρόλο που τα θέματα που θίγει δεν είναι πρωτότυπα -μάλιστα υπάρχουν έντονη ομοιότητα με την πρώτη εντολή του Δεκαλόγου του Κισλόφσκι- έχει μια ευαισθησία και ένα λυρισμό που με συγκίνησαν.


Το Einayim Petukhoth [Eyes Wide Open ](2009) του Haim Tabakman που διαγωνίστηκε και στο Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες περιγράφει την ακατανίκητη έλξη που νιώθει ένας ευυπόληπτος μεσήλικας χασάπης για ένα ύποπτο νεαρό που λέει ότι θέλει να γραφτεί σε μια γιεσιβά, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον κυνηγάει έναν πρώην φίλο του. Ο χασάπης, που είναι βαθιά θρησκευόμενος, αγωνίζεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και στην κοινωνία που γίνεται εχθρική όταν μαθαίνεται η παράνομη σχέση του. Η ταινία έχει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία και ο σκηνοθέτης είπε ότι προσπάθησε να μην παρουσιάσει μια διαστρεβλωτική εικόνα για την κοινότητα των υπερορθόδοξων. Προσωπικά μου άρεσε πολύ.

Αυτές οι πέντε ταινίες έχουν γυριστεί στο Ισραήλ. Η πιο γνωστή ταινία με θέμα τους Χαρεντιμ είναι μάλλον το Yentl (1983) με τη Barbra Streisand, που αναφέρεται όμως στην ανατολική ευρώπη προηγούμενων αιώνων, όπου αυτό το είδος θρησκευτικότητας ήταν ο κανόνας και όχι συνειδητή επιλογή μιας μικρής (αλλά ολοένα αυξανόμενης) ομάδας που περικλείεται από τον μοντέρνο κόσμο. Μια άλλη ταινία, γυρισμένη στην Αμερική είναι το Arranged (2007), των Diane Crespo και Stefan C. Schaefer που περιγράφει τη φιλία ανάμεσα σε μια ορθόδοξη (αλλά όχι υπερορθόδοξη αν θυμάμαι καλά) εβραία και σε μια αραβικής καταγωγής πιστή μουσουλμάνα. Οι κοπέλες ανακαλύπτουν ότι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους και περνούν και οι δυο από τη φάση που οι γονείς τους τις προξενεύουν με διάφορους, μέχρι αυτές να καταλήξουν στον καλύτερο. Πολύ συντηρητική ιδεολογικά ταινία, αλλά οι νεαρές γυναίκες παίζουν πολύ καλά, εκεί που η μουσουλμάνα περιγράφει τί ένιωσε όταν ο μνηστός της την ακούμπησε τυχαία στο χέρι, ακόμα κι εγώ ανατρίχιασα. Ορθόδοξοι χαρακτήρες εμφανίζονται σε αρκετές άλλες ταινίες, όπως το βραζιλιάνικο «O Ano em Que Meus Pais Saíram de Férias», και σε άλλες που δεν τις θυμάμαι/ήθελα να τις ξεχάσω αμέσως μόλις τις είδα.
Στο Ισραήλ βέβαια, μια στις τρεις ταινίες έχει κάποιους ορθόδοξους τύπους.

Ας τις βάλω και σε σειρά προτίμησης:

My Father, My Lord
Eyes Wide Open
Ushpizin
The Secrets
Kadosh

Όπου γράφω «ορθόδοξος» εννοώ τους υπερορθόδοξους, τους Χαρεντίμ, γιατί ορθόδοξοι είναι και πολλοί «φυσιολογικοί» εβραίοι που δεν διαφέρουν πολύ από τους υπόλοιπους δυτικούς ανθρώπους, αλλά τηρούν κι εκείνοι την Τορά.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Santoori (2007) του Dariush Mehrjui, ακόμα τρεις ταινίες του ιδίου και η άποψη μου για το σκηνοθέτη




Santoori (2007): Ο Αλί , ένας νέος μουσικός -παίζει σαντούρι και τραγουδάει τα δικά του ποπ τραγούδια- διηγείται μέσα από φλας-μπακ, που δεν εμφανίζονται με χρονική σειρά την πορεία του προς την καταστροφή. Ενώ αρχικά ήταν ένας σχετικά διάσημος καλλιτέχνης με όρεξη για δημιουργία, σιγά σιγά από τα ναρκωτικά, αλλά και επειδή οι συναυλίες του απαγορεύονται, πέφτει όλο και πιο χαμηλά. Λόγω του ξεπεσμού του η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, κι αυτή η απώλεια είναι που τον έχει πληγώσει περισσότερο. Θυμάται πώς γνωρίστηκαν, το γάμο τους αλλά και πώς εκείνη τον χωρίζει "γιατί γνώρισε έναν θηλυπρεπή βιολιστή" όπως πιστεύει ο Αλί, ή ίσως επειδή ο ίδιος έγινε αφόρητος. Αυτά μοιάζουν με την τυπική ιστορία του καταραμένου καλλιτέχνη που χάνεται στον κόσμο των ναρκωτικών. Υπάρχουν όμως μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ' όλα μου έκανε εντύπωση ότι στη σχέση του Αλί με τη Χανιέ τη γυναίκα του -που είναι πιανίστρια- υπάρχουν κάποια "οπισθοδρομικά" στοιχεία. Η Χανιέ του λέει ότι δεν είναι καλός σύζυγος γιατί δεν μπορεί να τη συντηρήσει και έτσι εκείνη αναγκάζεται να δουλέψει σε ένα μουσικό τρίο (όπου παίζει κι ο βιολιστής) για να πληρώσει το νοίκι. Ίσως ακόμα και οι προοδευτικοί καλλιτέχνες στο Ιράν δεν είναι τόσο προοδευτικοί όσο θέλουν να δείχνουν, ίσως να είναι σημάδι της ηλικίας του σκηνοθέτη. Αλλά και οι πλούσιοι γονείς του Αλί, που τον έχουν αποκληρώσει γιατί η μουσική είναι αμαρτωλή σύμφωνα με το ισλάμ, φαίνονται να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Υπάρχει μια σκληρή σκηνή, όπου ο πατέρας τον βοηθάει να κάνει ένεση ηρωίνης, αφού το χέρι του είναι σπασμένο. Υπάρχει και μια άλλη σκηνή όπου ο Αλί λέει στη γυναίκα του "Θα έκανες μ' αυτόν -το βιολιστή- ότι έκανες με μένα;" και η κάμερα δείχνει ένα αδειανό κρεβάτι σε δωμάτιο ξενοδοχείου και τα ρούχα της αφημένα σε μια πολυθρόνα και αργότερα τη μπανιέρα. Επίσης ήταν ενδιαφέρουσα η απεικόνιση της ζωής των αστέγων, με τους οποίους καταλήγει ο Αλί στο τέλος, με διάφορα σουρεαλιστικά στοιχεία, όπως το πτώμα που ανήκει σε έναν άστεγο επειδή "αυτός το είδε πρώτος".
Συνολικά δε ξέρω αν μου άρεσε, μερικές φορές η επανάληψη των ίδιων σκηνών με κούρασε. Συνήθως δε μπορώ να κρίνω το παίξιμο των ηθοποιών σε ξένη γλώσσα, αλλά η Γκολσιφτέ Φαραχανί που παίζει τη Χανιέ μου φαίνεται υπερβολική, βγάζει έναν ενθουσιασμό και μια ανέμελη παιδικότητα που είναι πολύ ψεύτικα. Και παίζει έτσι σε όλες τις ταινίες που έχω δει (και στο "Για την Ελι" όπου είναι η εκνευριστική Σεπιντέ).

Hamoun (1990): Ο Χαμούν μοιάζει πολύ σε δομή με το Σαντουρί, είναι η ιστορία του χωρισμού ενός ζευγαριού και της κατάπτωσης του πρωταγωνιστή. Ο Χαμούν, ένας φιλόλογος, θυμάται με τον ίδιο τρόπο την πορεία της σχέσης του με τη γυναίκα του που επίσης τον εγκαταλείπει για κάποιον "χειρότερο". Εδώ υπάρχουν πιο πολλές χιουμοριστικές σκηνές, υπάρχει και ψυχανάλυση και κάποια οράματα του, μου θύμισε αρκετά Γούντυ Άλλεν. Η σύζυγος είναι μια αποτυχημένη και εγωίστρια καλλιτέχνης που συνέχεια δοκιμάζει καινούριες ενασχολήσεις (ζωγράφος, σχεδιάστρια μόδας), φυσικά ασχολείται και με τον μυστικισμό, και φέρνει το Χαμούν στην οικονομική καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι βαρέθηκα.



Pari (1995): Βασίζεται στο βιβλίο του J. D. Salinger Franny and Zooey και αναφέρεται στην εμμονή μιας φοιτήτριας με το μυστικισμό. Δε ξέρω αν φταίει η ταινία ή οι κακοί υπότιτλοι και το γεγονός ότι δε μπορώ να διαβάζω φιλοσοφικούς διαλόγους που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα στα αγγλικά, αλλά και πάλι δεν ενθουσιάστηκα. Ακούγονται τα ονόματα του Βούδα του Κρίσνα του Ιμάμη Αλί και πιθανώς του Χουσεΐν,και του Ιησού, και δεν είμαι σίγουρη αν άπρεπε να τα πάρω στα σοβαρά ή ήταν ειρωνικό σχόλιο προς τις ευκατάστατες τάξεις που δεν έχουν με τι καλύτερο να ασχοληθούν.

Derakhte Golabi [The Pear Tree](1998): Ο Μαχμούντ- τον παίζει ο μελαγχολικός κύριος της Γεύσης του Κερασιού-, ένας συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου έχει πάει στο σπίτι του στην εξοχή για να βρει έμπνευση γιατί τον τελευταίο χρόνο δεν έχει γράψει ούτε σελίδα. Ο γέρος κηπουρός επιμένει να του μιλάει για την αχλαδιά του κήπου, αυτή που πάντα ήταν γεμάτη αχλάδια, αλλά αυτή τη χρονιά δεν έχει καρποφορήσει: είναι πεισματάρα και αν δεν την κόψουνε, θα μεταδώσει την ανυπακοή και στα άλλα δέντρα. Μέσα από αυτό το περιστατικό ο συγγραφέας θυμάται την ξεχασμένη του αγάπη, ένα κορίτσι με το οποίο περνούσαν μαζί τα καλοκαίρια στην εξοχή,και που αργότερα έφυγε στο εξωτερικό. Είναι και πάλι η Γκολσιφτέ Φαραχανί μόλις 15 χρονών τότε, αλλά με τον ίδια υστερική προσωπικότητα. Εκτός από τις παιδικές αναμνήσεις, ο Μαχμούντ θυμάται και επεισόδια από τη νεανική του ηλικία -που μας τα δείχνει σε ασπρόμαυρο-, όταν ανήκε σε μαρξιστική οργάνωση που αγωνιζόταν εναντίον του Σάχη, και πέρασε κάποιο χρόνο στη φυλακή. Κι αυτή η ταινία μου άρεσε σχετικά, αν και δε συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του παιδιού για την έφηβη φίλη του, αλλά και οι μεγάλης διάρκειας μονόλογοι του πρωταγωνιστή στην αρχή, ήταν λίγο κουραστικοί.

Χαρακτηριστικό και των 4 ταινιών είναι ότι ασχολούνται με φιλοσοφικές αναζητήσεις διανοούμενων και σημαντικότατο ρόλο παίζουν οι αναμνήσεις. Σχεδόν όλη η διάρκεια της ταινίας αποτελείται από φλας μπακ που έρχονται με τρόπο συνειρμικό, και που συνήθως δείχνουν μια πτωτική πορεία του πρωταγωνιστή. Δεν έχουν πλέον καμία ομοιότητα με την "Αγελάδα", κι αυτό είναι δικαιολογημένο: ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι μόνο αν στραφείς στο δικό σου πολιτισμό γίνεσαι αυθεντικός, κι ο δικός του πολιτισμός δεν βρίσκεται στον μικρόκοσμο του φτωχού "καθυστερημένου" χωριού, αλλά στην κοινωνική ομάδα των ευκατάστατων δυτικοτραφών διανοούμενων. Ίσως και γι' αυτό τα έργα του έχουν μεγάλη απήχηση στους ιρανούς κριτικούς κινηματογράφου, λείπει το εξωτικό στοιχείο που βρίσκει κανείς σε πολλές άλλες ιρανικές ταινίες. Δυστυχώς για μένα, δε μπόρεσα να ακολουθήσω αυτές τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, και ίσως και λόγω ηλικίας δε με συγκίνησαν ιδιαίτερα.
Τέλος είναι ενδιαφέρον ότι ο Μερτζουί σκοπεύει να γυρίσει μια αγγλόφωνη (!) διεθνή συμπαραγωγή με θέμα την θετή κόρη του Ρουμί , την Κιμιά , με πρωταγωνίστρια τη Φαραχανί. Παρόλο που η ηθοποιός έχει παίξει σε πολλές σημαντικές περσικές ταινίες, στην επίσημη σελίδα της ταινίας στο ..facebook, αναφέρεται μόνο η συμμετοχή της στα χολιγουντιανά δράματα "Body of Lies" και "There Be Dragons", όπου πιθανότατα έχει μια ασήμαντη εμφάνιση ως εξωτική ανατολίτισσα την οποία κανείς δε θυμάται μετά το τέλος της ταινίας. Προσωπικά προτιμώ να φάω ντομάτα με γεύση ανανά, παρά να δω αγγλόφωνη ταινία με θέμα το Ρουμί. Ειδικά αν απευθύνεται στο κοινό του "Body of Lies".

Και η σειρά με την οποία μου άρεσαν  οι ταινίες του:
Αγελάδα
Σαντουρι
Αχλαδιά
Παρι
Χαμουν

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Gav (1969) [The cow] του Dariush Mehrjui


Η αγελάδα του Dariush Mehrjui θεωρείται η πρώτη ταινία του νέου ρεύματος του ιρανικού κινηματογράφου. Ο Mehrjui, 30 χρονών τότε, είχε μόλις φτάσει στο Ιράν από την Αμερική επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό και από άλλους ευρωπαίους σκηνοθέτες, και πίστευε οτι για να βρεις την αλήθεια πρέπει να ψάξεις στη δική σου κουλτούρα, και μ' αυτόν τον τρόπο το έργο σου θα γίνει παγκόσμιο. Μ' αυτήν τη νοοτροπία ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς του Σάχη, ο οποίος ήθελε να παρουσιάσει προς τα έξω την εικόνα μιας εκσυγχρονισμένης χώρας.
Η "Αγελάδα" διαδραματίζεται σε ένα φτωχό περσικό χωριό, όπου ένας χωρικός ο Χασάν αγαπάει με πάθος την αγελάδα του. Όταν αυτή πεθαίνει, όλο το χωριό συνωμοτεί, την θάβουν κρυφά και συμφωνούν να του πουν ψέματα ότι απλά το ζώο έφυγε, με σκοπό ο Χασάν να μην πληγωθεί με τα άσχημα νέα. Το κόλπο όμως δεν πετυχαίνει γιατί ο Χασάν δεν αντέχει χωρίς την αγαπημένη του, και σταδιακά μεταμορφώνεται ο ίδιος στην αγελάδα του. Στο χωριό πλανάται συνέχεια μια απειλή: οι Μπουλουριά, οι κλέφτες κάτοικοι ενός άλλου χωριού, των οποίων βλέπουμε τις σιλουέτες στον ορίζοντα.
Εκτός από τη βασική κάπως σουρεαλιστική υπόθεση, βλέπουμε πολλές σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων, όπως ένα γάμο, επίσκεψη στο νεκροταφείο, το μοιρολόι (για την αγελάδα), έναν έρωτας που γεννιέται, αλλά και τη σκληρή αντιμετώπιση του "τρελού του χωριού" ενώ υπάρχουν κοντινά ντοκιμενταρίστικα πλάνα στα πρόσωπα των χωρικών. Κάπου στο τέλος υπάρχει και μια σκηνή που θυμίζει την έβδομη σφραγίδα.
σκηνή από το Nassereddin Shah Actore Cinema
Στο "Nassereddin Shah Actore Cinema" του Μαχμαλμπαφ γίνεται αναφορά και σε αυτήν την ταινία, μάλιστα ο Ezzatolah Entezami, ο Χασάν της "Αγελάδας" παίζει εκεί τον Σάχη. Επίσης στο "Two legged horse" της Σαμίρα Μαχμαλμπάφ υπάρχει το ίδιο θέμα, η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε ζώο. Λέγεται ότι και ο Χομεϊνί συγκινήθηκε από την ταινία και αποφάσισε για χάρη της να μην απαγορεύσει εντελώς τον κινηματογράφο.