Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Marmoulak [The lizard] (2004) του Kamal Tabrizi


Ο Ρεζά, ένας διαρρήκτης που έχει το παρατσούκλι «σαύρα» επειδή έχει την (χρήσιμη για το επάγγελμά του) ικανότητα να σκαρφαλώνει τοίχους, συλλαμβάνεται μετά από μια αποτυχημένη ληστεία. Στη φυλακή μπαίνει στο μάτι του τυραννικού νέου διοικητή που αποφασίζει να τον σωφρονίσει με το ζόρι, και του κάνει διάφορα ψυχολογικά καψόνια. Ο Ρεζά όμως δεν το βάζει κάτω. Όταν βρίσκει την ευκαιρία κλέβει τα άμφια του μουλά της φυλακής και μεταμφιεσμένος το σκάει στον ελεύθερο κόσμο. Συνειδητοποιεί ότι τα ρούχα αυτά είναι η καλύτερη προστασία του από την αστυνομία και μπλέκεται σε διάφορες χιουμοριστικές καταστάσεις, ενώ κάποια στιγμή καταλήγει να «μουλάς του χωριού» σε ένα ξεχασμένο χωριό κοντά στα σύνορα.

Ο Kamal Tabrizi δεν είναι σινεφίλ σκηνοθέτης και μ' αυτή την κάπως χοντροκομμένη κωμωδία δεν απευθύνεται σε καμιά περίπτωση στους ξένους κριτικούς, αλλά στους κατοίκους της χώρας του. Με την ταινία του προσπαθεί να μεταφέρει κάποια μηνύματα, όπως ότι η θρησκεία πρέπει να εκσυγχρονιστεί για να κερδίσει το λαό, ότι υπάρχουν πολλά μονοπάτια που οδηγούν στο θεό (όχι μόνο το επίσημο), ότι οι άνθρωποι εξημερώνονται μόνο με το καλό. Η εξημέρωση αυτή δεν έχει σχέση με καμιά μανία του Κορανιού για υποταγή, αλλά είναι μια λέξη που ένας «σοφός» μουλάς διαβάζει στο Μικρό Πρίγκηπα του Εξιπερί. Με λίγα λόγια ο Ταμπριζί ήθελε να προτείνει στους άρχοντες να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους, αν θέλουν να κρατήσουν τη θέση τους. Μάλλον μάταια, αφού η ταινία που έγινε μπλοκμπάστερ, γρήγορα αποσύρθηκε λόγω αντιδράσεων από τον κλήρο.

Βασικά υπάρχουν πολλά στοιχεία που δικαιολογούν την απαγόρευση της ταινίας, και είναι άξιο απορίας πώς πήρε αρχικά άδεια να προβληθεί. Μερικά πράγματα που σκανδαλίζουν:
Ο Ρεζά ξέρουμε ότι είναι μεταμφιεσμένος, παρόλα αυτά είναι κάπως σοκαριστικό να βλέπεις έναν μουλά να κλέβει, να βλαστημά, να λέει ψέματα, να κυνηγάει γυναίκες, και δύσκολο να μην σου περάσει απ' το μυαλό ότι κάποιοι κληρικοί τα κάνουν αυτά στην πραγματικότητα.
Ο «σοφός μουλάς» τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, όχι μόνο εμπνέεται από δυτικά βιβλία, αλλά ουσιαστικά δίνει την ευκαιρία στο Ρεζά να αποδράσει. Ταυτόχρονα κάποιοι τηλεοπτικοί μουλάδες μιλάνε για θέματα που απασχολούν την νεολαία όπως το «Παλπ Φίξιον» του Ταραντίνο.
Ο Ρεζά εξαιτίας της ασχετοσύνης του με τα θρησκευτικά κάνει μερικά περίεργα κηρύγματα και γενικά αυτά που κάνει μες το ναό αντί για τις σωστές τελετές, πιθανώς να είναι ιεροσυλία. Όμως σιγά σιγά τα κηρύγματά του αποκτούν κάποιο νόημα, κι ο ίδιος γίνεται «καλός παπάς». Είναι σαν να υπονοείται ότι ακόμα και να είσαι απατεώνας και ελάχιστα θρησκευόμενος, μπορείς να επιτελέσεις σωστά το αξιοσέβαστο λειτούργημα του μουλά.
Πέρα από τον κλήρο, ο διοικητής των φυλακών είναι πολύ σαδιστής, ένας πολιτικός είναι διεφθαρμένος, το χωριό είναι στο έλεος μιας μαφιόζικης συμμορίας. Αυτά από μόνα τους δεν ξέρω αν θα ενοχλούσαν σε μια ανάλαφρη κομεντί, αλλά μέσα στο όλο πολιτικό κλίμα της ταινίας, δίνουν μια αρνητική χροιά στην εξουσία.

Τελικά δε ξέρω αν είναι το Μαρμουλάκ μια τολμηρή πολιτική ταινία ή μια αφελής προσπάθεια να συμβιβαστούν  τα ασυμβίβαστα. Πάντως στο στιλ θυμίζει λίγο ελληνική κωμωδία με τον Κωνσταντάρα ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο αυτής της εποχής. Οκ, ίσως και να την αδικώ. Υπάρχει ολόκληρη στο youtube.

Ο Parviz Parastui , που εδώ υποδύεται το λαϊκό ληστή, στην «Ιτιά» του Ματζιντί έπαιζε τον τραγικό διανοούμενο που βρίσκει το φως του, αλλά χάνει το θεό. Απίστευτο!


Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Fontane - Effi Briest (1974) του Rainer Werner Fassbinder

Το μυθιστόρημα του Theodor Fontane «Effi Briest» γράφτηκε στο τέλος του 19ου αιώνα και είναι ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα της γερμανικής λογοτεχνίας. Η ηρωίδα του η Έφη είναι η μοναδική κόρη μιας ευκατάστατης οικογένειας. Στα 17 της παντρεύεται τον βαρόνο von Innstetten, ο οποίος πριν 20 χρόνια ήταν ερωτευμένος με τη μητέρα της- και η μητέρα της ήταν ερωτευμένη, αλλά όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο πλουσιότερος και ωριμότερος κύριος Μπριστ, διάλεξε σοφά να παντρευτεί αυτόν που θα της εξασφάλιζε μια καλύτερη ζωή. Τα πράγματα όμως άλλαξαν και ο βαρόνος είναι τώρα πολύ πιο πλούσιος, και είναι και βαρόνος. Αν τον παντρευτείς, λέει η κυρία Μπριστ στην κόρη της, θα είσαι στα 17 σου ανώτερη κοινωνικά απ' ότι εγώ στα 40 μου. Η Έφη στον νεανικό ενθουσιασμό της (για κοινωνική καταξίωση) δέχεται να παντρευτεί. Όμως ο γάμος αυτός δεν θα είναι επιτυχημένος.
Στο μυθιστόρημα του Φοντάνε δεν υπάρχουν σκληροί και ύπουλοι άνθρωποι ούτε έντονα πάθη, όλοι έχουν καλές προθέσεις και προσπαθούν να κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό, απλά κάτι πάει στραβά. Ο συγγραφέας όμως δε μας δίνει απαντήσεις στο τι ή ποιος έφταιξε.

Η ταινία του Φασμπίντερ είναι αρκετά πιστή στο πρωτότυπο, νομίζω μάλιστα ότι οι διάλογοι έχουν μεταφερθεί αυτούσιοι απ' το βιβλίο, και ανάμεσα στις σκηνές ο ίδιος ο σκηνοθέτης διαβάζει αποσπάσματα του βιβλίου. Δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί η ιστορία, ούτε κρίνονται οι πράξεις των ηρώων.
Πάντως η ταινία είναι (προφανώς) αρκετά παράξενη και δε θυμίζει σε πολλά τις συνηθισμένες ταινίες εποχής, αν και τα κουστούμια είναι πολύ ωραία, και η ασπρόμαυρη φωτογραφία επίσης. Πρώτα απ' όλα οι ηθοποιοί μιλάνε άψυχα, και μερικές φορές μοιάζει σαν να απαγγέλλουν. Μετά οι σκηνές είναι σύντομες και έχουμε και το voice-over αλλά και γραπτά κείμενα ανάμεσα τους. Έχουμε και συμβολισμούς όπως οι καθρέπτες που συχνά βλέπουμε ολόκληρους διαλόγους μόνο μέσα από καθρέπτες. Παρεμπιπτόντως, από διαλόγους άλλο τίποτα.

Προσωπικά μου άρεσε πάρα πολύ η ταινία, και το μόνο που θα ήθελα ήταν μια πιο νεανική και αυθόρμητη Έφη, γιατί ενώ όλοι λένε ότι είναι ένα άγριο και παθιασμένο πλάσμα, στην πραγματικότητα η Hanna Schygulla είναι ψυχρή. Μου έλειψε και λίγο συναίσθημα ειδικά προς το τέλος. Βέβαια δε μπορώ να πω πως θα φανεί η ταινία σε κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με το βιβλίο και δε ξέρω τι παίζει με τους υπότιτλους, γιατί οι διάλογοι είναι πολλοί και δύσκολοι και δε ξέρω αν είναι καλά μεταφρασμένοι ή κατανοητοί. Πάντως εγώ τους έχασα από το πρώτο λεπτό και προτιμούσα να ακούω  κατευθείαν τα γερμανικά που κουτσά στραβά τα καταλαβαίνω.






Η Έφη Μπριστ, όπως ξέρει κάθε Γερμανός (είναι σπόιλερ), λίγο καιρό μετά την αποκάλυψη της μοιχείας της και το χωρισμό της από το σύζυγο και το παιδί της, πεθαίνει μετανιωμένη. Αντίθετα όμως με την τέχνη που σκοτώνει τις μοιχαλίδες και όποιον άλλο τολμάει να τα βάλει με τις νόρμες της κοινωνίας, η ίδια η κακούργα κοινωνία είναι πολλές φορές πιο μεγαλόψυχη: η Elisabeth von Plotho, η ιστορία της οποίας ενέπνευσε τον Φοντάνε για να γράψει την «Έφη Μπριστ», πέθανε το 1952 σε ηλικία 99 χρονών! Μετά το διαζύγιο της, δούλεψε σαν νοσοκόμα και φαίνεται ότι έζησε μια σχετικά άνετη ζωή και δε μετάνιωσε για την εξωσυζυγική σχέση της.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Fëmijët e saj [Her Children] (1957) του Hysen Hakani

Μια γυναίκα πηγαίνει ένα παιδάκι στο γιατρό για το εμβόλιο του. «Είναι η μητέρα του;» ρωτάει η νοσοκόμα. Όχι λέει ο γιατρός και της διηγείται την τραγική ιστορία της.
Αυτή η ταινία μόλις 14 λεπτών είναι σύμφωνα με τη βικιπαίδεια η πρώτη ταινία μικρού μήκους της Αλβανίας (!). Δεν βρήκα και πολλές πληροφορίες στο ίντερνετ αλλά είναι σχεδόν προφανές ότι πρόκειται για προπαγανδιστικό φιλμάκι που θέλει να πείσει τους χωρικούς να εμπιστευτούν την επίσημη ιατρική και όχι τα γιατροσόφια. Παρόλα αυτά έχει αρκετό ενδιαφέρον και ηθογραφικά, και σαν ταινία, ειδικά στις σκηνές με την μάγισσα.
Κυκλοφορεί και στο youtube, (χωρίς υπότιτλους, αλλά δεν χρειάζονται), όμως βρέθηκε δε ξέρω πως  στο σκληρό μου δίσκο σε σχετικά καλή ποιότητα.

Η μάγισσα

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Heydar, yek Afghani dar Tehran [Heydar, An Afghan in Tehran] (2005) του Babak Jalali


Σ' αυτήν την ταινία μικρού μήκους, ο Χεϊντάρ, ένας Αφγανός μετανάστης, δουλεύει σαν υπηρέτης στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ευκατάστατου Ιρανού. Το αφεντικό του, που δεν το βλέπουμε καθόλου, είναι ιδιότροπος και τσιγκούνης, και περιμένει πότε ο γιος του θα έρθει να τον πάρει για τη Σουηδία.
Αυτή η πρώτη ταινία του Τζαλαλί έχει πολλά κοινά με το Frontier Blues,  αν και είναι πολύ πιο λιτή, αφού όλες σχεδόν οι σκηνές διαδραματίζονται μέσα στο πολυτελές αλλά μάλλον εγκαταλειμμένο σπίτι στην Τεχεράνη. Ο Χεϋντάρ όπως κι ένας από τους ήρωες του Frontier Blues προσπαθεί να μάθει αγγλικά με κασετόφωνο, κάτι που προφανώς συμβολίζει την επιθυμία του να φύγει.  Η κάμερα είναι αυστηρά καθηλωμένη, και τα επεισόδια από τη ζωή του πρωταγωνιστή παρουσιάζονται νατουραλιστικά, χωρίς να έχουμε ιδιαίτερη εξέλιξη. Μ' αυτή την ένοια θυμίζει ίσως και τη «Νεκρή Φύση» του Sohrab Shahid Saless.

Παρεμπιπτόντως υποψιάζομαι ότι ο Χεϋντάρ όπως και οι υπόλοιποι Αφγανοί του έργου δεν είναι στην πραγματικότητα Αφγανοί. Πρώτον είναι αρκετά γεροδεμένοι και δεύτερον μιλάνε πολύ καθαρά φαρσί, ώστε ακόμα κι εγώ να καταλαβαίνω τους μισούς διαλόγους. Βέβαια όλα αυτά έχουν μικρή σημασία.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Frontier Blues (2009) του Babak Jalali

Βρισκόμαστε στην απόμακρη επαρχία Golestan, στα σύνορα του Ιράν με το Τουρκμενιστάν, όπου ζει και μια μειονότητα Τουρκμένων και η ταινία παρακολουθεί στιγμιότυπα από τη ζωή κάποιων κατοίκων της επαρχίας: Ένας άεργος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος νέος ζει με το θείο και το ..γάιδαρό του στην πρωτεύουσα (το Γκοργκάν) και περνάει τον ελεύθερό του χρόνο μαζεύοντας πινακίδες οχημάτων, ο θείος του βαριέται τη δουλειά στο κατάστημα ρούχων του, ένας νέος Τουρκμένος εργάτης σε ορνιθοτροφείο προσπαθεί να μάθει Αγγλικά με σκοπό να παντρευτεί μια κοπέλα και να φύγει απ' το Ιράν, ένας Τουρκμένος βάρδος ποζάρει για έναν φωτογράφο από την Τεχεράνη που θέλει να αναδείξει την «αυθεντική τουρκμένικη κουλτούρα».
Αντίθετα με τον Κιαροστάμι, ο Τζαλαλί δεν παρουσιάζει την ιρανική επαρχία σαν πηγή σοφίας για τον αλλοτριωμένο πρωτευουσιάνο, ούτε την παρουσιάζει σαν εξωτικό χώρο γεμάτο μαγεία όπως ο Μαχμαλμπάφ. Αντίθετα τονίζει την ανία και την έλλειψη προοπτικών για τους νέους, τη μιζέρια της καθημερινότητας, ενώ οι παραδόσεις δεν παίζουν σημαντικό ρόλο (αντίθετα με ότι θα ήθελαν να πιστεύουν πολλοί ρομαντικοί αστοί) και σιγά σιγά χάνονται.
Οι ήρωες είναι μοναχικά, αξιολύπητα άτομα, και ο σκηνοθέτης τους βλέπει άλλοτε με συμπάθεια, κι άλλοτε με κυνισμό. Πέρα από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις, το σημαντικότερο στην ταινία είναι η φωτογραφία που είναι πολύ ωραία, ειδικά στα τοπία στη στέπα όπου τριγυρίζουν ο φωτογράφος με το βάρδο. Το Frontier Blues έχει ακόμα κάτι ωραίο για μένα: η κάμερα μένει συχνά ακίνητη, ενώ οι ήρωες μας κοιτάζουν πολλές φορές κατάματα, και μοιάζει σαν να απευθύνονται σε μας.
Γενικά είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία με μοναδικό μειονέκτημα (για μένα πάντα) ότι και οι καταστάσεις και το χιούμορ της δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπα.

     

Κάποιες σκηνές είναι αρκετά τολμηρές κι αναρωτιέμαι αν κατάφεραν να περάσουν την λογοκρισία. Θυμάμαι μια συνέντευξη όπου η Bani- Etemad διηγούνταν ότι όταν ένας λογοκριτής της είπε να αφαιρέσει κάποιες σκηνές από την ταινία της για να πάρει άδεια, εκείνη του απάντησε ότι θα περιμένει μέχρι αυτός να μετατεθεί σε άλλη δημόσια υπηρεσία, και μέχρι να βρεθεί άλλος πιο ελαστικός υπάλληλος που να επιτρέψει την ταινία ολόκληρη. Έτσι και έγινε. Οι υπέυθυνοι για την λογοκρισία είναι συχνά δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς εξειδίκευση, τον επόμενο χρόνο μπορεί να τους αναθέσουν να σκουπίζουν λάμπες.