Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

El vicari d'Olot (1981) του Ventura Pons

Σ' αυτή τη σατιρική ταινία το 1981 σε ένα χωριό της Καταλονίας, ένας νέος εφημέριος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προοδευτικότητα και την καλή του καρδιά από τη μία, και στους κανόνες της καθολικής εκκλησίας από την άλλη. Όλες οι γυναίκες του χωριού τον έχουν ερωτευτεί. Η ισορροπία χαλάει όταν φτάνει ο θείος του από το Βατικανό και αποφασίζει να διοργανώσει ένα συνέδριο για τη «Σεξουαλικότητα στον Καθολικισμό» και απαιτεί την απομάκρυνση μιας δημοφιλούς πόρνης. Παράλληλα εμφανίζονται κρούσματα ανήθικης συμπεριφοράς από νεαρές γυναίκες που τις έχει ξεμυαλίσει όλες ο ίδιος άντρας, ο οποίος έχει ταυτόχρονα σχέσεις με το φαρμακοποιό. Τελικά πόρνες, φεμινίστριες, γκέι, και αριστεροί φτάνουν από τη Βαρκελώνη για να διαδηλώσουν εναντίον του συνεδρίου, ο εφημέριος ερωτεύεται μια τραβεστί και στο τέλος οι διαφορετικές πλευρές συμφιλιώνονται.
Γενικά δεν αντέχω πολύ αυτού του είδους τις κωμωδίες με τα συνεχή σεξουαλικά υπονοούμενα και τα αντιεκκλησιαστικά αστεία, αλλά εδώ οι διάλογοι είναι μερικές φορές πετυχημένοι και οι ηθοποιοί παίζουν καλά, κυρίως η Rosa Maria Sardà στο ρόλο της πόρνης του χωριού. Υπάρχει και μια ευαισθησία στην παρουσίαση των χαρακτήρων, όλοι είναι συμπαθητικοί.  Από την άλλη το μήνυμα της ταινίας και η ατμόσφαιρα που περιγράφεται είναι σήμερα ξεπερασμένα, η καθολική εκκλησία δεν ασκεί σχεδόν καθόλου επιρροή στην κοινωνία, η παρουσίαση των εκδιδόμενων γυναικών σαν επαναστάτριες μοιάζει αφελής, η απεικόνιση λάγνων ιερέων δε σοκάρει.

Η ταινία γυρίστηκε το 1981, λίγο μετά το θάνατο του Φράνκο, όταν η δικτατορία του είχε αρχίζει να μετατρέπεται σιγά σιγά σε δημοκρατία. Η λογοκρισία στον κινηματογράφο είχε πάψει να υπάρχει κι αυτό έδωσε την ευκαιρία σε όλο τον προοδευτικό κόσμο να σατιρίσει αλύπητα τις άλλοτε ακλόνητες δομές του ισπανικού κράτους, όπως η εκκλησία, η αστυνομία, αλλά και τον υποκριτικό και συντηρητικό τρόπο ζωής που προωθούσε το καθεστώς. Έτσι εμφανίστηκαν ταινίες με έντονη διάθεση να κριτικάρουν το ήδη ξεπερασμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη «σύστημα» και είχαν επίκεντρο την καθυστερημένη σεξουαλική απελευθέρωση. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτή την εποχή ξεπήδησε ο Αλοδόβαρ- η αγαπημένη μου Pepi, Luci, Bom y otras chicas del montón, είναι ένα παράδειγμα. Βέβαια, σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες που ξεφύτρωσαν τότε έχουν χάσει τη γοητεία τους, ο Αλμοδόβαρ είναι εξαίρεση.
Με το τέλος της δικτατορίας, καταργήθηκαν και οι νόμοι που απαγόρευαν τη χρήση άλλης γλώσσας από τα καστιλιάνικα, κι αυτό έδωσε την ευκαιρία να γυριστούν οι πρώτες καταλανόφωνες ταινίες, όπως και η παραπάνω. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος: Στον «Εφημέριο του Ολότ» συμμετέχουν πολλοί αντιπρόσωποι της καταλανικής κουλτούρας. Ανάμεσά τους η πολύ καλή ηθοποιός Rosa Maria Sardà (είναι η μαμά της Πενέλοπε στο Όλα για τη μητέρα μου), η συγγραφέας, ακτιβίστρια και πολλά άλλα Maria Aurèlia Capmany στο ρόλο της αντιδραστικής οικονόμου, η Núria Feliu, ντίβα του ελαφρού τραγουδιού και μία από του πρώτους που τραγούδησαν στην καταλανική γλώσσα, η πολύ νέα τότε τραγουδοποιός Marina Rossell, ο επίσης τραγουδοποιός Pere Tàpias, ο βαλενσιάνος Joan Monleón και πολλοί ηθοποιοί που δεν τους ξέρω αλλά όλο και κάπου τους έχω ξαναδεί.
Μερικά τραγούδια της Núria Feliu και της Marina Rossell 

Πήρα και κάτι άλλο από την ταινία: Κάποια στιγμή ο εφημέριος εξομολογείται στο φαρμακοποιό ότι όταν ήταν έφηβος έβγαζε τις τρίχες από το εφήβαιο και τις μασχάλες του, γιατί ήθελε να παραμείνει αγνός και καθαρός. Ο φαρμακοποιός του λέει ότι αυτό είναι μια μορφή ευνουχισμού. Λοιπόν αυτό πιστεύω κι εγώ για τις σύγχρονες γυναίκες: είμαστε όλες από την εφηβεία μας ευνουχισμένες, με την ευλογία μαμάδων, φιλενάδων και κέντρων ομορφιάς

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Sans toit ni loi (1985) της Agnès Varda

Η ταινία Sans toit ni loi περιγράφει τις τελευταίες μέρες της ζωής μιας νέας γυναίκας που μόλις έχει βρεθεί νεκρή στα χωράφια. Είναι μια γυναίκα που ταξιδεύει χωρίς σκοπό ψάχνοντας μόνο φαγητό, τσιγάρα, ναρκωτικά, ένα μέρος να κοιμηθεί. Ζητιανεύει, κάνει οτοστόπ, δε δείχνει σεβασμό σε τίποτα, πάντα λέει αυτό που σκέφτεται. Οι σκηνές από τη ζωή της εναλλάσσονται από συνεντεύξεις που παίρνει η αφηγήτρια από τους ανθρώπου που τη γνώρισαν τον τελευταίο καιρό. Η πορεία της ηρωίδας είναι απ' το κακό στο χειρότερο και τελικά πεθαίνει από το κρύο.
Το Sans toit ni loi  είναι το ακριβώς αντίθετο του L'une chante, l'autre pas απ 'όλες τος απόψεις: Εδώ η πρωταγωνίστρια είναι άσχημη βρώμικη και αντιπαθητική, τα χρώματα μουντά, το τέλος δείχνει την αποτυχία της ελευθερίας.
Προσωπικά με προβλημάτισε πάρα πολύ και ακόμα δεν έχω καταλάβει τί ήθελε να πει η δημιουργός της. Σίγουρα το κύριο θέμα της είναι η ελευθερία. Η Μονά αποφασίζει να ζήσει εντελώς ελεύθερα, όχι μόνο επειδή δεν έχει σταθερή κατοικία, ούτε δεσμούς με ανθρώπους, αλλά και επειδή έχει σταματήσει να υποκρίνεται, και λέει ότι σκέφτεται: πολλές φορές θυμώνει που κάποιος δε θέλει να την κρατήσει άλλο μαζί του, και τον βρίζει. Δεν κάνει τίποτα για τους άλλους, ούτε καν μπάνιο, για να μη μυρίζει. Κάνει ότι θέλει, εκτός από τις λίγες στιγμές που πεινάει και αναγκάζεται να δουλέψει, και θέλει πολύ λίγα. Έχει χάσει την εξάρτηση από τα υλικά αγαθά. Δεν έχει ιδεολογίες που να τη βασανίζουν. Είναι λοιπόν εντελώς ελεύθερη.
Δε φαίνεται να έχει ιδιαίτερα έντονη θέληση για ζωή, ή δε ξέρει καλά να φροντίζει τον εαυτό της, έτσι κι αλλιώς δε ξέρουμε πόσο καιρό ζει έτσι.Η αγένεια της μερικές φορές μου φάνηκε υπερβολική, πέρα από τον αυθορμητισμό της, δείχνει να έχει περιφρόνηση προς τους ανθρώπους. Δε ξέρουμε αν είναι ένα «δύσκολο» άτομο που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερα ή αν στο τέλος κουράστηκε από τη δειλία και τη συμβατικότητα των άλλων.
Εκτός από το ψυχογράφημα της ηρωίδας, ενδιαφέρον έχουν οι αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι της. Αλλά και αυτά που έχουν να πουν γι' αυτή στη «συνέντευξη». Ο καθένας στέκεται σε ένα διαφορετικό στοιχείο του χαρακτήρα της. Τη θαυμάζουν, τη ζηλεύουν, τη σιχαίνονται, τη λυπούνται, την βλέπουν με περιέργεια, κάποιοι θέλουν απλά να την πηδήξουν ή τέλος πάντων να την εκμεταλλευτούν, για τους περισσότερους δε ξέρουμε τί ακριβώς νιώθουν γι' αυτή. Μάλλον υπονοείται ότι βλέπουν σ' αυτή αυτό που θέλουν να δουν.
Το φύλο της είναι κι αυτό σημαντικό. Αν ήταν άντρας δε θα ξάφνιαζε τόσο. Η θέα όμως μιας βρώμικης γυναίκας που ταξιδεύει μόνη της προκαλεί. Βασικά είναι η πρώτη φορά που βλέπω στον κινηματογράφο μια γυναίκα που να φαίνεται πραγματικά βρώμικη, με μαλλιά κολλημένα, μαύρα νύχια, σκισμένα ρούχα, και όχι λίγο ψεύτικο μακιγιάζ ίσα ίσα για να υποδηλώσει μια υποψία ακαθαρσίας. Αλλά και το κουρασμένο και ανήσυχο βλέμμα της, οι γκριμάτσες του προσώπου της απέχουν πολύ από τις ατσαλάκωτες ηθοποιούς που παριστάνουν τις ταλαιπωρημένες. Επίσης το γεγονός ότι η Sandrine Bonnaire δεν είναι όμορφη προσθέτει στο ρεαλισμό της ταινίας.
Αν και ήθελα να αποφύγω να γράψω πάλι τις ιδεολογικές μου ανησυχίες, τελικά δεν άντεξα. Σκέφτομαι το κατά τα άλλα πολύ πιο συμβατικό και διάσημο Into the wild, όπου ο τελείως διαφορετικός ήρωας επίσης πεθαίνει στο τέλος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας νεκρός ήρωας είναι πιο ρομαντικός και σίγουρα πιο τραγική φιγούρα από κάποιον που καταλήγει βοσκός ή ξαναγυρίζει στη «φυσιολογική» ζωή. Σίγουρα όμως δεν υπάρχει άλλη λύση για κάποιον που θέλει να ζει ελεύθερος εκτός από το θάνατο; Για μένα οι δύο αυτές ταινίες, και όχι μόνο αυτές φυσικά, επαναλαμβάνουν το μύθο της Κοκκινοσκουφίτσας: αν βγεις από το μονοπάτι θα σε φάει ο λύκος. Η αλλιώς: Ωραία η ελευθερία, αλλά εγώ θέλω να ζήσω, άρα ας μείνω στον καναπέ μου. Και με αυτή την αντίληψη διαφωνώ. Διαφωνώ γενικά με την τάση της τέχνης και του κινηματογράφου ειδικότερα να σκοτώνει όποιον είναι αντισυμβατικός.
Αυτή η εικόνα με κάνει να σκέφτομαι τη φράση της Αντιγόνης ότι μόνο τα δέντρα που λυγίζουν επιζούν στη θύελλα. Χμ..

Στην αρχή, όταν εμφανίζεται το πτώμα, υπάρχει ένα κοντινό πλάνο στο πρόσωπο της νεκρής Μονα, και στο λαιμό της φαίνεται η καρωτίδα που χτυπάει. Είναι λοιπόν δυνατό για έναν ηθοποιό να κρατήσει την αναπνοή του, αλλά όχι την καρδιά του!

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

11'09"01 September 11 [11 minutes 9 secondes 1 image] (2002)

Λίγο μετά το χτύπημα στους δίδυμους πύργους και πριν ο κόσμος συνειδητοποιήσει τις συνέπειές του, 11 σκηνοθέτες από διάφορες χώρες γύρισαν ταινίες που κρατάνε 11 λεπτά 9 δευτερόλεπτα και ένα καρέ. Το όλο πρότζεκτ θεωρήθηκε αντιαμερικανικό και η αλήθεια είναι ότι κάποιες ταινίες όντως είναι, ενώ στην πλειοψηφία τους απλά θέλουν να πουν όσο πιο πολιτικά ορθά γίνεται: «σιγά το πράμα, έχουμε κι εμείς τα δικά μας προβλήματα που ο υπόλοιπος κόσμος αγνοεί».
1) Samira Makhmalbaf, Ιράν: Μια δασκάλα προσπαθεί να εξηγήσει το συμβάν στους μικρούς μαθητές σε ένα στρατόπεδο Αφγανών προσφύγων, αλλά αυτοί μοιάζουν να έχουν άλλες ανησυχίες. Γνωστή είναι η ευαισθησία της οικογένειας Μαχμαλμπάφ για το Αφγανιστάν και η ταινία είχε κάποια πολύ καλά στοιχεία αλλά νομίζω ότι προσπάθησε να χωρέσει όλα τα δεινά της χώρας σε 11 λεπτά και το παράκανε. Ωραία σκηνοθεσία όμως.
2) Claude Lelouch, Γαλλία: Μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια κωφή Γαλλίδα και έναν Αμερικάνο ξεναγό με φόντο την καταστροφή των πύργων. Είχε κάποιες ωραίες σκηνές, βέβαια το τέλος ήταν λίγο μελό.
3) Youssef Chahine, Αίγυπτος: Αυτή η ταινία μου φαίνεται απαράδεκτη από πολλές απόψεις, το κορυφαίο είναι όταν φάντασμα παλαιστίνιου μάρτυρα λέει ότι ο αραβικός κόσμος δε θεωρεί τους δυτικούς πολίτες που σκοτώνονται στις επιθέσεις αυτοκτονίας αθώους, γιατί στη Δύση υπάρχει δημοκρατία, και φάντασμα αμερικανού στρατιώτη συμφωνεί.
4) Danis Tanović, Βοσνία: Εδώ βόσνιες γυναίκες θύματα του πολέμου (βιασμού;) διαδηλώνουν ταυτόχρονα για το κακό που τους έχει συμβεί και για συμπαράσταση στα θύματα των πύργων. Ναι καλά.
5) Idrissa Ouedraogo , Μπουρκίνα Φάσο: Έφηβοι μαθητές συνωμοτούν για να πιάσουν έναν κύριο που τον περνάνε για τον Μπιν Λάντεν, με σκοπό να χρηματοδοτήσουν την ιατρική περίθαλψη της μάνας ενός απ 'αυτούς. Αυτή ήταν και η ελαφρότερη ταινία.
6) Ken Loach , Αγγλία: Χιλιανός εξόριστος στην Αγγλία μιλάει για την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου στη Χιλή,επέτειος του πραξικοπήματος του Πινοσέτ. Χμ
7) Alejandro González Iñárritu , Μεξικό: Σε μια μαύρη οθόνη ακούγονται σχόλια απ την τηλεόραση που περιγράφει την κατάρρευση των πύργων.
8) Amos Gitai, Ισραήλ: Το χάος μετά από μια επίθεση αυτοκτονίας στο Ισραήλ, με γιατρούς αστυνόμους στρατιωτικού και μια τρελή δημοσιογράφο να προσπαθούν να βγάλουν άκρη μες στον πανικό, όλα σε ένα πλάνο.
9) Mira Nair, Ινδία: Ο γιος μιας μουσουλμάνας ινδικής καταγωγής αγνοείται και η αστυνομία υποπτεύεται ότι είναι τρομοκράτης. Εδώ τίθεται το θέμα των διακρίσεων εναντίον μουσουλμάνων στην Αμερική μετά το τρομοκρατικό χτύπημα.
10) Sean Penn , ΗΠΑ: Ένας χήρος ζει στο σκοτάδι αφού ένας από τους δίδυμους πύργους ρίχνει τη σκιά του στο παράθυρό του, και αρνείται να παραδεχτεί ότι η γυναίκα του είναι νεκρή, ζώντας ανέμελα την καθημερινότητά του. Όταν ο πύργος πέφτει, μπαίνει φως στο δωμάτιο και συνειδητοποιεί την οδυνηρή αλήθεια.
11)Shohei Imamura, Ιαπωνία: Ένας στρατιώτης μετά την επιστροφή του από τον πόλεμο, αρνείται την επαφή με τους ανθρώπους και ζει σα φίδι. Η αγαπημένη μου ιστορία που δεν έχει σχέση με την τρομοκρατική επίθεση, και θα προτιμούσα να έχει γίνει μεγάλου μήκους. Κρίμα

 Το πρόβλημα με τις συλλογικές ταινίες σαν αυτή είναι για μένα η πολιτική ορθότητα και η διάθεση διδακτισμού. Στο χωριό μου πχ ο κόσμος είχε ενθουσιαστεί με το χτύπημα στους πύργους και είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι Έλληνες το χάρηκαν. Έτσι μου φαίνεται λίγο ψεύτικη αυτή η συμπαράσταση που δείχνουν οι άνθρωποι απ' όλον τον κόσμο. Γιατί δε λέμε τα πράγματα με το όνομά τους;

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

L'une chante, l'autre pas (1977) της Agnès Varda

 Το L'une chante, l'autre pas είναi η πρώτη της Agnès Varda  που βλέπω, μάλιστα ενδιαφέρθηκα όταν διάβασα ότι μέρος της εκτυλίσσεται στο Ιράν. Πιο συγκεκριμένα, ενώ έκανα μια βόλτα στο μπλογκ scalisto.blogspot.com , έπεσα πάνω στη μικρού μήκους Plaisir d'amour en Iran, που μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα. Αργότερα στο ίδιο πάντα μπλογκ διάβασα ότι σχετίζεται με μια ταινία μεγάλου μήκους, το L'une chante, l'autre pas.
Ας ξεκινήσουμε από το Plaisir d'amour en Iran, που μπορεί να το δει κανείς κι εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=m3uNpwoA_7U  Είναι μια πολύ ερωτική ταινία μόλις 5 λεπτών, όπου ένα ζευγάρι, Ιρανός και Γαλλίδα περνάνε την ώρα τους στα αξιοθέατα του Εσφαχάν. Μέσα από ένα πολύ ωραίο μοντάζ από εικόνες τζαμιών, αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, και τοιχογραφίες, και μέσα από ποιήματα και τη συνομιλία του ζευγαριού, βγαίνει ο ερωτισμός που η αφηγήτρια αποδίδει στην ιρανική (μουσουλμανική) τέχνη.
Ενώ θαύμασα τη σκηνοθεσία της Βαρντα, δεν παύει να με ενοχλεί η ματιά του δυτικού που είναι ικανός να δει παντού ερωτισμό στην «ανατολή». Σε κάθε τρούλο αναγνωρίζει το γυναικείο στήθος, στο κάθε περίεργο βλέμμα, αναγνωρίζει ερωτικό πάθος. Προσωπικά δε βλέπω στην ιρανική τέχνη περισσότερο ερωτισμό απ' ότι πχ στη γαλλική, ούτε στα τζαμιά περισσότερο από τις εκκλησίες.
 Η ταινία γυρίστηκε το 76, τη χρυσή εποχή που στο Ιράν οι γυναίκες μπορούσαν να κυκλοφορούν με το φουστανάκι της πρωταγωνίστριας και που στις δημόσιες τουαλέτες υπήρχε χαρτί υγείας. Αν και αυτό το τελευταίο μου φαίνεται πολύ καλό για να ήταν αλήθεια και υποψιάζομαι παρέμβαση της σκηνοθέτισσας.


 Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο L'une chante, l'autre pas. Είναι η ιστορία δύο διαφορετικών μεταξύ τους γυναικών -η μία τραγουδάει και η άλλη όχι- που γίνονται φίλες με αφορμή μια έκτρωση το 62, και που η φιλία τους κρατάει μέχρι την τότε σύγχρονη εποχή (77). Η δυο γυναίκες είναι η δυναμική μαθήτρια λυκείου Πολίν, που θέλει να γίνει τραγουδίστρια και η νεαρή άγαμη μητέρα δυο παιδιών Σουζάν. Τις δυο γυναίκες ενώνει αρχικά αυτή η έκτρωση και η αυτοκτονία του φίλου της Σουζάν, και όταν ξανασυναντιούνται τυχαία (ή μάλλον όχι και τόσο τυχαία) μετά από δέκα χρόνια, οι ζωές τους έχουν αλλάξει πολύ. Η Πολίν ονομάζεται πλέον Πομ (μήλο) και είναι τραγουδίστρια χίπικων και φεμινιστικών τραγουδιών που τα γράφει η ίδια, ενώ έχει σχέση με Ιρανό οικονομολόγο. Η Σουζάν διευθύνει ένα κέντρο οικογενειακού προσανατολισμού. Μέσα από γράμματα και καρτ ποστάλ διηγούνται η μία στην άλλη την πορεία της ζωής τους, αλλά και ότι τους συμβαίνει στο παρόν. Με λίγα λόγια η μία ζει μια ελεύθερη και ανατρεπτική ζωή και η άλλη προσπαθεί να μεγαλώσει τα παιδιά της και σταθεί στα πόδια της οικονομικά και συναισθηματικά.
Και γι' αυτήν την ταινία ενώ η σκηνοθεσία μου άρεσε ή καλύτερα με ενθουσίασε, κι ενώ ο φεμινισμός είναι θέμα ενδιαφέρον όσο και σπάνιο στον κινηματογράφο, το σενάριο δε με ικανοποίησε ιδιαίτερα. Οι χαρακτήρες είναι μάλλον χάρτινοι, σύμβολα, πρότυπα γυναικών και όχι πραγματικές προσωπικότητες. Αλλά και ο φεμινισμός που προτείνει η Βαρντά είναι λίγο ουτοπικός, και ξεπερασμένος. Όταν λέω ξεπερασμένος εννοώ όχι ότι τώρα δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά ότι τα πρώτα κινήματα είχαν μια πιο επιφανειακή αντίληψη της κατάστασης. Δε λύνονται και πολλά προβλήματα μόνο και μόνο επειδή μπορείς να κάνεις έκτρωση ή καριέρα σαν τραγουδίστρια, ούτε εμφανίζονται από παντού γιατροί ιππότες και πρόθυμοι δωρητές σπέρματος. Και πολλά άλλα πράγματα θα μπορούσε να πει κανείς για το πόσο φεμινιστικές είναι στην πραγματικότητα οι επιλογές των ηρωίδων.  Κι ας μην προσθέσω τις αναμενόμενες υπεραπλουστεύσεις για το Ιράν.
Από την άλλη είναι ένα αισιόδοξο φεμινιστικό παραμύθι, όπου οι ηρωίδες δεν πεθαίνουν ούτε το βάζουν κάτω, και το γυναικείο σώμα δεν παρουσιάζεται με τη συνηθισμένη χυδαιότητα/σεμνοτυφία. Και απεικονίζεται μια εποχή που είναι ακόμα, για μένα τουλάχιστον, γοητευτική.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Shokaran [Hemlock] (2000) του Behruz Afkhami

 Το Shokaran είναι ακόμα μια ταινία που ανήκει μάλλον στον εμπορικό ιρανικό κινηματογράφο, αν και χωρίς να φτάνει σε ακρότητες. Η ιστορία είναι η εξής: ο επιχειρηματίας Μαχμούντ ζει μια άνετη ζωή με τη γυναίκα του, τα δυο παιδιά τους και τον αδερφό του. Κάποια στιγμή όμως ένας φίλος και συνεργάτης του παθαίνει ένα ατύχημα και νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο στην Τεχεράνη. Εκεί ο Μαχμούντ συναντάει μια νοσοκόμα που είναι το ακριβώς αντίθετο από την όμορφη αλλά κάπως χαζούλα γυναίκα του: δυναμική, ανεξάρτητη, με χιούμορ και φαντασία. Πολύ γρήγορα αρχίζουν μια σχέση, και επειδή εκείνος είναι θρήσκος κάνουν προσωρινό γάμο (σιγκέ), όμως παρόλο που όλα γίνονται «με το νόμο», η σχέση τους καταλήγει στην τραγωδία. Ο προσωρινός γάμος είναι νόμιμος, αλλά αρκετά αμφιλεγόμενος θεσμός, αφού για πολλούς ισοδυναμεί με μοιχεία, και είναι ντροπή για μια γυναίκα κυρίως να κάνει σιγκέ, (εκτός αν πρόκειται για αρραβώνα). Έτσι έχουμε μια κατάσταση στην οποία, η νοσοκόμα μπορεί να πει τα πάντα στη σύζυγο και να χαλάσει το γάμο του Μαχμούντ, και ο Μαχμούντ μπορεί να πει τα πάντα στον πατέρα της νοσοκόμας και να καταστρέψει την τιμή της.
Στην αρχή μου φάνηκε ότι η υπόθεση του σιγκέ επινοήθηκε γιατί απαγορεύεται να παρουσιαστεί μια παράνομη σχέση στον ιρανικό κινηματογράφο. Όμως νομίζω ότι τελικά μέσα από την ταινία ασκείται κριτική στην υποκρισία του κλήρου και γενικά στη θρησκεία. Η νοσοκόμα πολλές φορές ειρωνεύεται τη θρησκευτικότητα του φίλου της, και ενώ δεν είναι ούτε θρήσκα ούτε ιδιαίτερα νομοταγής, είναι σίγουρα το πιο συμπαθητικό άτομο. Ο υποκριτικός τρόπος αντίληψης της θρησκείας από το Μαχμούντ φαίνεται όταν η ερωμένη του λέει ότι  δε θέλει να κάνει έκτρωση, γιατί είναι αμαρτία, κι εκείνος απαντά ψυχρά: μέχρι τον τέταρτο μήνα η έκτρωση δεν είναι αμαρτία. Είναι και κάτι άλλο που με ξάφνιασε: η ευκολία με την οποία παρουσιάζεται το λαθρεμπόριο φαρμάκων και ναρκωτικών από ευυπόληπτα άτομα όπως η πρωταγωνίστρια.