Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Слева направо [From left to right] (1989) του Ivan Maximov

Ο Ιβάν Μαξίμοφ (Иван Максимов) είναι ένας απ' τους πιο αγαπημένους δημιουργούς κινουμένων σχεδίων από τη Ρωσία. Το «Από τα αριστερά στα δεξιά» είναι μια απ' τις πρώτες του ταινίες, μπορεί και η πρώτη. Τα επόμενα έργα του είναι αρκετά πιο πολύπλοκα και «φροντισμένα», πιο όμορφα -ειδικά αν τα δει κανείς σε καλή ποιότητα-, αλλά κανένα τους δεν έχει αυτή τη δύναμη να καθηλώσει.

Τι γίνεται στην ταινία; Μέσα σε 4 λεπτά βλέπουμε κάτι που μοιάζει με φεγγάρι να περνάει από κιμαδομηχανή κι απ' την άμορφη μάζα ξεπηδάνε διάφορα σουρεαλιστικά πλάσματα που προχωράνε απ' τα αριστερά προς στα δεξιά, κάνοντας περίεργα πράγματα πχ τρώνε το ένα το άλλο, ή τρώει το ένα τα σκατά του άλλου- όλα αυτά μέχρι το συγκλονιστικό τέλος και με συνοδεία ανατριχιαστικής μουσικής. Δε ξέρω αν έχει πολιτικές προεκτάσεις το έργο, θα μπορούσε και να έχει αν κρίνουμε από τη συμπεριφορά των μικρών τεράτων. Πάντως το υπόλοιπο έργο του Μαξίμοφ είναι μάλλον άσχετο με την πολιτική.

Η ταινία στο γιουτιουμπ: www.youtube.com/watch?v=qbar3nsf0_U
Και η σελίδα του Μαξίμοφ όπου υπάρχουν πολλές ταινίες του: www.ivanmaximov.ru

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

El crimen de Cuenca της Pilar Miró


Η Κουένκα είναι μια φτωχή επαρχία της Ισπανίας, ανάμεσα στη Μαδρίτη και στη Βαλένσια, όπου λίγοι τουρίστες έχουν πατήσει το πόδι τους. Το 1910 ένας διανοητικά καθυστερημένος βοσκός από ένα χωριό της επαρχίας εξαφανίζεται, και η μητέρα του καταγγέλλει στις αρχές ότι δυο άλλοι βοσκοί, ο Γκρεγόριο και ο Λεόν τον έχουν δολοφονήσει. Μετά από 3 χρόνια, οι αρχές επιτέλους κινητοποιούνται και αρχίζουν να ανακρίνουν «συστηματικά» τους δυο άντρες, με αποτέλεσμα αυτοί να ομολογήσουν, και παρά τις ανακρίβειες των καταθέσεων τους, να καταδικαστούν.

Ποιός λοιπόν είναι ο υπεύθυνος του εγκλήματος; Μέσα από μερικές σκηνές ανάκρισης (που είναι καλύτερο να τις δει κανείς με αδειανό στομάχι), και μέσα από τις συζητήσεις των αρχών μπορεί κανείς να καταλάβει ποιός έφταιξε. Δεν είναι όμως μόνο η ηλιθιότητα της αστυνομίας κι ο φανατισμός που αποκαλύπτονται, ταυτόχρονα βλέπουμε άλλες πτυχές της ισπανικής κοινωνίας πχ κοινωνική ανισότητα και αναλφαβητισμός. Εκτός απ' αυτό, η ταινία παρουσιάζει μια φιλία και μια οικογένεια να διαλύονται σταδιακά, καθώς ο κάθε εμπλεκόμενος προσπαθεί να σώσει το τομάρι του (και τα παιδιά του) και αμφιβάλλει για την αθωότητα του φίλου/συζύγου του.

Η ταινία είναι ψύχραιμη και το μόνο μειονέκτημα που βρήκα είναι ότι δε βρίσκω υπότιτλους.
Όμως δεν είναι και τόσο συγκλονιστικό ότι στις αρχές του εικοστού αιώνα σε μια καθυστερημένη επαρχία έγινε ένα χοντρό δικαστικό «λάθος», ή ότι γινότανε βασανισμοί απ' την αστυνομία πριν από 100 χρόνια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το 1979 όταν η ταινία έπεσε στα χέρια των τότε (δημοκρατικών) αρχών της Ισπανίας - δημοκρατικών επειδή ο Φράνκο είχε πεθάνει πριν 4 χρόνια- , η (δημοκρατική) λογοκρισία της εποχής, απαγόρευσε την προβολή της μέχρι το 81, οπότε προβλήθηκε με μια δήλωση στην αρχή ότι η ταινία δεν «έχει καμιά πρόθεση να προσβάλει κανένα πρόσωπο, επαρχία, θεσμό ή σώμα [βλέπε guardia civil] του κράτους, καθώς αυτά αξίζουν τον μέγιστο σεβασμό απ' τους πολίτες.»

Περισσότερα για το έγκλημα εδώ

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Rojo y negro (1942) του Carlos Arévalo

Στην ανάρτηση για τη Raza του Φράνκο, είχα γράψει για ακόμα μια φασιστική ταινία, το Rojo y negro που ανέβηκε μόλις για 2 βδομάδες στους ισπανικούς κινηματογράφους το 1942, στη διάρκεια της δικτατορία του Φράνκο. Η ταινία περιγράφει μια ιστορία αγάπης απ' την πλευρά μιας κοπέλας που ανήκει στο φασιστικό κόμμα της Φάλαγγας. Στην αρχή δεν ήθελα να την δω ολόκληρη, αλλά μετά από μέρες αποφάσισα να την δω μέχρι το τέλος και άλλαξα γνώμη γι' αυτήν. Δεν την θεωρώ αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αλλά είναι σίγουρα πολύ αξιόλογη ταινία.
Πρώτα απ' όλα ο τίτλος (κόκκινο και μαύρο) αναφέρεται στις σημαίες των φαλαγγιτών αλλά και του CNT που είναι και οι δυο κοκκινόμαυρες. Οι πρωταγωνιστές είναι ένα ζευγάρι που είναι φίλοι από παιδιά. Η Λουίσα είναι δεξιά και αργότερα γίνεται φαλαγγίτισσα και ο Μιγκέλ είναι αριστερός και αργότερα γίνεται αναρχοσυνδικαλιστής, αν και βασικά δε διευκρινίζεται σε πιο πολιτικό σχηματισμό ανήκει.


Στο πρώτο μέρος βλέπουμε σκηνές από την παιδική ηλικία του Μιγκέλ και της Λουίσας- τα παιδιά ενώ ήταν καλοί φίλοι είχαν από τότε πολιτικές διαφορές. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε λίγο πριν τις εκλογές του 36: η Λουίσα έχει γίνει φαλαγγίτισσα και ο Μιγκέλ εξακολουθεί να είναι αριστερός.
Ιεροσυλίες, εμπρησμοί και επιθέσεις σε εκκλησίες
Στο βάθος οι πρωταγωνιστές
Μετά με ένα γρήγορο μοντάζ βλέπουμε την παρακμή που προκάλεσε η σύντομη τελευταία δημοκρατική κυβέρνηση στην Ισπανία: χαλάρωση των ηθών, υποκρισία, ασυνεννοησία στη βουλή, αδιαφορία των πολιτών, φόνοι παπάδων, βόμβες.  Το ποτήρι ξεχειλίζει (κυριολεκτικά) και ο πόλεμος αρχίζει. Μεταφερόμαστε στη Μαδρίτη που την έχουν καταλάβει οι αριστεροί. Η Λουίσα είναι μέλος της αντίστασης. Εδώ ακολουθούν σπόιλερ :-) Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας συνφαλαγγίτης και της ζητάει βοήθεια, γιατί τον ψάχνει η «αστυνομία». Η Λουίσα τον βοηθάει, κι επειδή είναι τολμηρή και δραστήρια, πηγαίνει σ' ένα παλιό μοναστήρι που τώρα έχει γίνει φυλακή για τους αντιφρονούντες, με την ελπίδα να δει έναν σύντροφό της. Λέει στους αριστερούς ότι περιμένει τον αρραβωνιαστικό της και ζητάει να δει τους δεξιούς φυλακισμένους τάχα από περιέργεια. Αυτό φυσικά κινεί τις υποψίες των αριστερών που την συλλαμβάνουν, την κλείνουν στη φυλακή, όπου κάποιος μεθυσμένος αναρχικός την βιάζει, και τελικά την εκτελούν χωρίς δίκη. Ο Μιγκέλ που τώρα τον θυμάται η ταινία, μόλις βλέπει την αγαπημένη του νεκρή, εξοργίζεται, στρέφεται εναντίον των παλιών συντρόφων του και τελικά τον σκοτώνουν κι αυτόν.

Το Rojo y negro δεν έχει καμία σχέση με τη Raza. Οι διάλογοι είναι φυσικοί, και οι χαρακτήρες ανθρώπινοι, και μάλιστα υπάρχουν αριστεροί που δεν είναι κακοί, όπως ο Μιγκέλ, αλλά και ένας στρατιώτης που μεταφέρει το σημείωμα της φυλακισμένης στη μητέρα της. Η ταινία δεν εμβαθύνει και πολύ στην ιδεολογία των διαφορετικών πλευρών, ειδικά οι αριστεροί στις συζητήσεις μεταξύ τους λένε κυρίως ότι θέλουν να σκοτώσουν όλους τους φασίστες και τους παπάδες. Αλλά και οι φαλαγγίτες δε χάνουν το χρόνο τους αναλύοντας τις απόψεις τους. Μένει το κλασικό μοτίβο που το βρίσκουμε σε πολλές ταινίες με θέμα κάποιο τυραννικό καθεστώς: οι άνθρωποι που φοβούνται μήπως τους καταδώσουν οι γείτονες, οι ξαφνικές εισβολές στα σπίτια, οι συχνά αναίτιες συλλήψεις και εκτελέσεις, οι βασανισμοί και οι βιασμοί στις φυλακές, οι αθώοι που θυσιάζονται.

Εκτός απ' την ωραία ιστορία που και ρεαλιστική είναι και έχει και σασπένς, η ταινία έχει και άλλα ενδιαφέρονται στοιχεία, όπως οι σκηνές της παρακμής, όπου γίνεται πολύ ωραίο μοντάζ, πχ όταν ένας περήφανος φαλαγγίτης σκίζει την οθόνη σηματοδοτώντας την έναρξη της επανάστασης του Φράνκο. Ή η περιήγηση στις φυλακές όπου η κάμερα περνάει μέσα από τους τοίχους για να φανερωθούν οι συζητήσεις των φυλακισμένων στα διάφορα κελιά.
Γυναίκες που καπνίζουν: σημείο ηθικής παρακμής χαρακτηριστικό της δημοκρατίας
Ο φαλαγγίτης «σκίζει» την οθόνη όπου βλέπαμε τις πομπές των κομμουνιστών

Όπως διάβασα και σε μια κριτική, το Rojo y negro είναι αρκετά πιο αντικειμενική ταινία απ' τις περισσότερες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο. Όμως αντικειμενική δεν είναι. Δε δίνεται χώρος στους αριστερούς να εξηγήσουν τις απόψεις τους, και να δικαιολογήσουν τις (συχνά αδικαιολόγητες βέβαια) πράξεις τους. Ούτε φυσικά απεικονίζονται τα εγκλήματα της άλλης πλευράς, που συνεχίστηκαν και μετά τον εμφύλιο.

Μένει το ερώτημα γιατί ενόχλησε τόσο πολύ αυτή η ταινία; Επειδή έδειχνε τους κομμουνιστές πιο ανθρώπινους; Επειδή φαίνεται να είναι κατά της θανατικής ποινής; Επειδή παρουσιάζει την υποκρισία αυτών που είχαν την εξουσία; Επειδή η ηρωίδα ήταν γυναίκα και μάλιστα με «κομμουνιστή» αγαπητικό (όχι ακριβώς το πρότυπο για τις σωστές δεσποινίδες);

Για τους Ισπανούς η ταινία έχει σημαντική ιστορική αξία γιατί είναι η μοναδική που παρουσιάζει τον πόλεμο απ' την οπτική γωνία των φαλαγγιτών. Για μένα που δεν ξέρω και τόσα πολλά για τις διαφορές μεταξύ των διάφορων ακροδεξιών ομάδων που υποστήριξαν το Φράνκο, το Κόκκινο και Μαύρο με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο εύκολα μπορεί να κάνει κανείς προπαγάνδα στο σινεμά χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό. Συνειδητοποίησα δηλαδή ότι παρόμοιες καταστάσεις σε μια αντιφασιστική ταινία δε θα τις αμφισβητούσα, δε θα τις θεωρούσα προπαγανδιστικές, λόγω της προσωπικής μου ιδεολογίας.

Παρεμπιπτόντως, ορίστε μερικές πρόσφατες ταινίες που είναι πιο προπαγανδιστικές: El espinazo del diablo, El laberinto del fauno, La lengua de las mariposas, Las trece rosas. Αυτή η τελευταία περιγράφει την εκτέλεση 13 νέων γυναικών μετά το τέλος του εμφυλίου, και όχι μόνο είναι προπαγανδιστική, αλλά παρουσιάζει τις γυναίκες -που ήταν βέβαια νέες, αλλά συμμετείχαν σε πόλεμο και το ήξεραν- σαν να ήταν κλαψιάρικα κοριτσάκια νηπιαγωγείου.

Υπότιτλους και πάλι δεν βρήκα.


Διαδηλώστε ενάντια στη θανατική ποινή CNT και FAI

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

On connaît la chanson (1997) του Alain Resnais

Τόσο πολύ μου έφτιαξε τη διάθεση το Comme une image, που αποφάσισα να δω όλες τις ταινίες που έχουν για σεναριογράφους την Agnès Jaoui και τον Jean-Pierre Bacri. Έτσι είδα και αυτή εδώ που την έχει σκηνοθετήσει ο Αλέν Ρενέ.
Το σενάριο μοιάζει αρκετά με τις υπόλοιπες κομεντί των Ζαουί-Μπακρί: Έχουμε κάποιους ήρωες που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, και οι σχέσεις τους μεταξύ τους φωτίζουν πτυχές του χαρακτήρα τους. Πολλοί διάλογοι και ελάχιστη δράση. Εδώ βασικά οι ήρωες είναι δυο αδερφές η Οντίλ και η Καμίλ και 4 άντρες, ανάμεσα στους οποίους πρέπει να διαλέξουν. Η Οντίλ είναι παντρεμένη με ένα «ήρεμο» άνθρωπο, αλλά συναντά έναν πρώην της (το Μπακρί) που είναι πιο απρόβλεπτος και ενδιαφέρον. Η Καμίλ γνωρίζει έναν γοητευτικό και πλούσιο μεσίτη, ενώ ταυτόχρονα την ερωτεύεται ένας γέρος που κατά σύμπτωση είναι υπάλληλος του μεσίτη.
Το χαρακτηριστικό που κάνει την ταινία να διαφέρει είναι ότι σε κάθε διάλογο οι πρωταγωνιστές τραγουδάνε κι από ένα απόσπασμα γαλλικού τραγουδιού. Στη βικιπαίδεια μέτρησα 36 τέτοια τραγούδια, που ξεκινάνε απ' τη δεκαετία του 30 και φτάνουν μέχρι τη σύγχρονη (της ταινίας) εποχή και είναι όλα χαζοχαρούμενα, νοσταλγικά, σιροπιαστά, δε ξέρω πώς να τα περιγράψω, αλλά ενώ στην αρχή με έκαναν να χαμογελώ, στο τέλος δεν άντεχα να τα ακούω.

Δε ξέρω πώς θα μου φαινότανε η ταινία χωρίς τα τραγούδια, αλλά σπάνια έχω εκνευριστεί τόσο πολύ..

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Comme une image (2004) της Agnès Jaoui

Μια χοντρή κοπέλα νιώθει παραμελημένη απ' το διάσημο πατέρα της, και έχει και κόμπλεξ για την εμφάνισή της. Θέλει να γίνει τραγουδίστρια και πιστεύει ότι έχει βρει αποκούμπι στη δασκάλα τραγουδιού. Η δασκάλα όμως βαριέται τη Λολίτα -έτσι λένε την κοπέλα- και δε συγκινείται πολύ απ' τον ενθουσιασμό της, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον άντρα της που είναι άσημος συγγραφέας και έχει έλλειψη αυτοπεποίθησης. Όταν όμως μαθαίνει ότι ο μπαμπάς της Λολίτας είναι διάσημος συγγραφέας, αρχίζει να βλέπει με άλλα μάτια τη μαθήτριά της.
Το θέμα της ταινίας όμως δεν είναι η εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ των πρωταγωνιστών, αφού οι σχέσεις αυτές παραμένουν σχεδόν σταθερές μέχρι το τέλος, ούτε και οι χαρακτήρες και η συμπεριφορά των ανθρώπων αλλάζουν ιδιαίτερα. Μάλλον τους παρατηρούμε μέσα απ' τις συζητήσεις τους, αυτούς και την κοινωνία που ανήκουν. Το χαρακτηριστικών των ηρώων είναι ότι συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις εξάρτησης. Οι περισσότεροι εξαρτώνται από τον πατέρα της Λολίτας, είτε επειδή έχει χρήμα και εξουσία, είτε επειδή τον αγαπούν. Άλλοι πάλι πλησιάζουν τη Λολίτα με σκοπό να γνωρίσουν τον πατέρα της. Το περίεργο είναι ότι λίγοι φαίνεται να το αντιλαμβάνονται και να αντιδρούν. Η ταινία δεν τους κρίνει όμως: είναι πολύ εύκολο να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις μαγκιές όταν βρίσκεσαι σε θέση εξουσίας, όταν όμως δε βρίσκεσαι, έχεις λίγες επιλογές.
Επίσης όλοι σχεδόν οι ήρωες λένε πράγματα που χωρίς να το ξέρουν πληγώνουν κάποιον άλλο και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Πχ όταν η μητριά της Λολίτας παραπονιέται ότι έβαλε κιλά, τη στιγμή που η Λολίτα είναι καμιά σαρανταριά κιλά πιο χοντρή. Ή όταν είναι πολύ αυστηρή με τις διατροφικές συνήθειες της μικρής της κόρης, είναι σαν να λέει: «πρόσεχε μη γίνεις σαν την αδερφή σου». Και να σκεφτεί κανείς ότι η μητριά είναι απ' τα πιο συμπαθητικά άτομα στο έργο.

Μερικές καταστάσεις τις βρήκα καταπληκτικές, ή μάλλον ήταν καταπληκτικό ότι τις έχω δει πολλές φορές στη ζωή αλλά σχεδόν ποτέ στο σινεμά. Όπως το να λέει κανείς κάτι ενδιαφέρον σε μια παρέα, αλλά κανείς να μην το σχολιάζει γιατί βρίσκεται χαμηλά στην «ιεραρχία» της παρέας.

Βέβαια το σενάριο, αν και είναι πολύ έξυπνο, δεν είναι και τέλειο και στο τέλος γίνεται λίγο ζαχαρένιο, αλλά τελικά σου μένει ένα χαμόγελο στο στόμα, κι αυτό είναι σημαντικό.

Την ταινία την είδα για τον Jean-Pierre Bacri που μ' άρεσε στο Les sentiments, κι εδώ όχι μόνο παίζει αλλά είναι και συνσεναριογράφος. Έψαξα στο ίντερνετ για την Marilou Berry, την ηθοποιό που παίζει τη Λολίτα, με την ελπίδα να διαψευστεί ο μύθος ότι για να πετύχει μια γυναίκα στις τέχνες πρέπει να είναι ψηλή, αδύνατη, κατά προτίμηση άρια κτλ κτλ. Τελικά η Μαριλού είναι κόρη δυο διάσημων Γάλλων, και δεν έχει κάνει και καμιά σπουδαία καριέρα στον κινηματογράφο. Έχει παίξει σε ταινίες με πολύ χαμηλή βαθμολογία στο imdb (μερικές μάλιστα τις έχει σκηνοθετήσει η μητέρα της), στην τηλεόραση, και σε πολύ μικρούς ρόλους, κι εκεί που πρωταγωνιστεί είμαι σίγουρη ότι παίζει τη χοντρή που έχει κόμπλεξ με την εμφάνισή της.