Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Berlinale 2009: οι ταινίες

Με έκπληξη διαπίστωσα ότι στο φεστιβάλ του 2009 ουσιαστικά πρωταγωνιστούν γυναίκες, τουλάχιστον στο διαγωνιστικό τμήμα. Ακόμα και όταν η ταινία αφορά ένα ζευγάρι ή πολλούς ανθρώπους, συνήθως την ιστορία την βλέπουμε από την πλευρά της γυναίκας. Τρεις ταινίες ασχολούνται με το βιασμо́ και ειδικότερα βιασμоύς που έχουν συμβεί στο παρελθόν. Πоρνεία εμφανίζεται σε 4 ταινίες, ενώ σε ακόμα δυο η πρωταγωνίστρια έχει συμπεριφορά που πλησιάζει την πορνεία. Παρακάτω η σειρά με την οποία μου άρεσαν οι ταινίες:


La teta asustada της Claudia Llosa, που προβλήθηκε στην Ελλάδα ως «Το γάλα της θλίψης» μιας και ο πρωτότυπος τίτλος (τρομαγμένο βυζί) είναι κακόηχος στα ελληνικά. Η αλήθεια είναι ότι όταν το είδα πρώτη φορά το λάτρεψα, αλλά τώρα βλέπω κάποια ελαττώματα: άπειροι συμβολισμοί και αλληγορίες που βαραίνουν την ταινία, απλοϊκά πολιτικά μηνύματα (οι πλούσιοι πίνουν το αίμα των φτωχών/ ο πόλεμος τραυματίζει τις ψυχές των αμάχων), και είχα την εντύπωση ότι κάθε σκηνή είναι επίτηδες τοποθετημένη για να μας εξηγήσει κάτι που έχει συμβεί/θα συμβεί αργότερα. Και έχει και το τυπικό μοτίβο ταινίας ενηλικίωσης για κορίτσια (μετά το θάνατο του γονέα αναγκάζεσαι να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου με τη βοήθεια ενός άντρα, ξεπερνάς τους φόβους σου κτλ.) Γιατί παραμένει η αγαπημένη μου ταινία; Δε ξέρω. Μάλλον είναι η υπέροχη φωτογραφία, η παράξενη ατμόσφαιρα μεταξύ των «ιθαγενών» που θυμίζει Μαδεϊνούσα, και το τραγούδι της σειρήνας που με έχουν μαγέψει.
Παρεμπιπτόντως διάβασα -δεν το εγγυώμαι όμως- ότι η María del Pilar Guerrero που στην ταινία παίζει την ασχημούλα και ενοχλητική ξαδέρφη Μάξιμα, είναι στην πραγματικότητα νταντά των ανιψιών της Llosa. Χμ.. Φταίω εγώ που μου μπαίνουν κακές ιδέες;
Εκτός από τα ισπανικά ακούγονται και quechua, κυρίως στα τραγούδια και στους διαλόγους μεταξύ της Φάουστας και του κηπουρού, μάλιστα όπως άκουσα, οι δυο ηθοποιοί γνωρίζουν διαφορετικές μορφές της γλώσσας και διαφωνούσαν για το πως έπρεπε να αποδώσουν τους διαλόγους. Δυστυχώς δε μπορώ να κρίνω πόσο φυσιολογική είναι η χρήση αυτής της γλώσσας, και λέω δυστυχώς γιατί τα κέτσουα είναι από τις γλώσσες που θα ήθελα πολύ να μάθω, κυρίως αφότου διάβασα ότι έχει δυο «εμείς», ένα που περιλαμβάνει το συνομιλητή (εμείς κι εσύ μαζί μας) και ένα που τον αποκλείει (εμείς χωρίς εσένα). Πόσες παρεξηγήσεις θα είχαν αποφευχθεί αν ίσχυε αυτό σε όλες τις γλώσσες..
Gigante του Adrián Biniez. Γυρίστηκε στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, θα μπορούσε όμως να έχει γυριστεί σε όλες σχεδόν τις μεγαλουπόλεις στον κόσμο. Ένας ογκώδης κύριος, ο γίγαντας του τίτλου, που δουλεύει στην ασφάλεια ενός μεγάλου σούπερ-μάρκετ και που δεν έχει προσωπική ζωή ερωτεύεται μια εμφανίσιμη καθαρίστρια την οποία παρακολουθεί από τις κάμερες ασφαλείας, και αργότερα την ακολουθεί κρυφά στην πόλη. Θα μπορούσε να είναι θρίλερ ή τραγωδία, αλλά όσο περνάει η ώρα, τόσο πιο αισιόδοξη γίνεται η ταινία, καθώς βλέπουμε ότι οι δυο συνάδελφοι έχουν τελικά πολλά κοινά μεταξύ τους και θα ταίριαζαν σαν ζευγάρι. Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι και οι ρυθμοί πολύ αργοί, υπάρχει αρκετό διακριτικό χιούμορ αλλά και κοινωνικό σχόλιο- κι εδώ οι υπάλληλοι απολύονται, ενώ τα αφεντικά δεν τους φέρονται με τον καλύτερο τρόπο. Γενικά είναι μια πολύ χαμηλόφωνη ταινία που αφήνει μια γλυκιά γεύση, ένα μοντέρνο παραμύθι για τη σύγχρονη εργατική τάξη. Δε μπορώ να μην το συγκρίνω με την teta asustada, όχι μόνο επειδή είναι εντελώς διαφορετικά τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούν, αλλά και για την  κοινωνική κατάσταση που παρουσιάζουν. Στο Γίγαντα η κοινωνία φαίνεται αρκετά εξελιγμένη ή καλύτερα δυτικοποιημένη, δε διαφέρει ιδιαίτερα από τις ευρωπαϊκές χώρες. Δε ξέρω αν αυτό ισχύει για όλη την Ουρουγουάη ή αν απλά εδώ εμφανίζεται η μεσαία τάξη, έστω τα χαμηλότερα στρώματά της, ενώ η Γιόσα παρουσιάζει τη ζωή των χωριατών που έχουν πρόσφατα κατεβεί στη Λίμα και ζουν στις φτωχογειτονιές της.
Alle Anderen της Maren Ade. Ακόμα μια απλή στη δομή ταινία που με ξάφνιασε με τη φρεσκάδα της. Περιγράφει τα προβλήματα που παρουσιάζονται στη σχέση ενός ζευγαριού που κάνει τις διακοπές του στην Ιταλία. Περισσότερα είχα γράψει εδώ

Darbareye Elly του Asghar Farhadi. Άλλη μια ταινία που ασχολείται με τις σχέσεις των αστών όταν πηγαίνουν διακοπές στη θάλασσα. Αν με ενόχλησε κάτι είναι το τέλος, όπου ένιωσα ότι ο σκηνοθέτης προσπάθησε με άτσαλο τρόπο να δημιουργήσει ένα ηθικό δίλημμα για την κεντρική ηρωίδα. Αλλιώς είναι μια αρκετά ειλικρινής ταινία που περιγράφει σχεδόν νατουραλιστικά τις καλοκαιρινές δραστηριότητες των ηρώων.

Ricky του François Ozon. Ο Ρίκυ είναι ένα μωρό φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή των εργατών γονιών του από τη στιγμή που γεννιέται. Καλύτερα να το δει κανείς χωρίς να έχει διαβάσει κριτικές, όπως ευτυχώς (δεν) έκανα εγώ, επειδή η ταινία κάπου στα μισά αλλάζει χαρακτήρα. Γι' αυτό το λόγο (και όχι για το σενάριο) είναι από τις πιο πρωτότυπες που έχω δει. Συνδετικός κρίκος και στα δυο μέρη της ταινίας είναι η υποσυνείδητη ζήλια που νιώθει η μικρή κόρη πρώτα για τον πατριό και αργότερα για τον αδερφό της. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς την ταινία, εγώ το βλέπω σαν αλληγορία για το θάνατο ενός μικρού αγαπημένου προσώπου.


London River του Rachid Bouchareb. Μια αγγλίδα αγρότισσα και ένας αφρικανός μετανάστης από τη Γαλλία φτάνουν στο Λονδίνο για να ψάξουν τα παιδιά τους που αγνοούνται μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό. Η ταινία στηρίζεται στους δύο πρωταγωνιστές και περιγράφει το φόβο προς το διαφορετικό που νιώθει η αγγλίδα μητέρα όταν στη γειτονιά όπου έμενε η κόρη της βλέπει μόνο μετανάστες, κυρίως μουσουλμάνους. Η ταινία επικεντρώνεται σ' αυτούς τους δυο, στον προσωπικό τους πόνο και όχι στα αίτια της τρομοκρατίας, και νομίζω ότι καλά κάνει, γιατί τα αίτια της τρομοκρατίας είναι ένα θέμα σοβαρό που δύσκολα χωράει σε ταινία. Από την άλλη η συμπεριφορά της πρωταγωνίστριας προς το μαύρο πατέρα δίνει μια γεύση για το πόσο ωραία νιώθουν οι μετανάστες όταν δεν γίνονται αποδεκτοί από τους δυτικούς. Θα μπορούσε να είναι αυτός λόγος για να γίνει κανείς τρομοκράτης; Ίσως. Είναι σωστό να βάζεις βόμβες για χάρη της θρησκείας; ..


Katalin Varga του Peter Strickland. Δε ξέρω τι να γράψω για την Καταλίν Βάργκα. Από τη μία είναι μια αξιοπρόσεκτη ταινία με ωραία σκηνοθεσία που ασχολείται με ένα δύσκολο θέμα, από την άλλη έχω κάποια προβλήματα με τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το θέμα αυτό. Είναι αλήθεια ότι η κοινωνία μας αποδέχεται το βιασтή, αλλά όχι το θύμα του βιασμоύ. Αυτό φαίνεται στην αρχή όταν ο άντρας της Καταλίν την διώχνει από το σπίτι, όταν μαθαίνει ότι ο γιος τους είναι στην πραγματικότητα καρπός βιασμоύ της γυναίκας του. Προσωπικά με εξόργισε η παρουσίαση ενός βιασтή σαν ένα φυσιολογικό, συμπαθητικό άτομο, και το συμπέρασμα που βγαίνει στο τέλος, ότι η βία προκαλεί κι άλλη βία, λες και αυτός που άρχισε χωρίς αφορμή την αλυσίδα της βίας δεν πρέπει να τιμωρηθεί. Επίσης η Καταλίν φέρεται σαν έξαλλη γυναίκα που μέσα στην εκδικητική της μανία βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του παιδιού της και φέρνει την καταστροφή σε «φιλήσυχους» ανθρώπους. Όχι και τόσο «φεμινιστικός» χαρακτήρας. Βέβαια, σε σύγκριση με το μισογυνισμό που βρίσκει κανείς στο σύνολο του κινηματογράφου, αυτά που γράφω είναι μικροπράγματα. Και πως να χαρακτηρίσω ότι παρουσιάζει την ουγγρική μειονότητα της Ρουμανίας σε ημιπρωτόγονη σχεδόν μεσαιωνική κατάσταση; Πάντως καλή προσπάθεια, και μάλιστα η ταινία γυρίστηκε με ελάχιστα χρήματα, κι αυτό είναι ελπιδοφόρο.  

Tatarak του Andrzej Wajda που στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον άστοχο τίτλο «Γλυκιά Έξαψη», ενώ tatarak ή sweet rush είναι το καλάμι ή τέλος πάντων αυτό το φυτό που προσπαθεί να φέρει ο νεαρός από τη λίμνη. Είναι μια πολύ προσωπική ταινία , όπου η Krystyna Janda περιγράφει σε μονολόγους τον αργό θάνατο του συζύγου της από καρκίνο που συνέβη στην πραγματικότητα. Παράλληλα βλέπουμε την κινηματογράφηση από το συνεργείο του Βάιντα μιας ταινίας βασισμένης στο διήγημα «Tatarak» του Jarosław Iwaszkiewicz, και την ίδια την ταινία. Η οποία επίσης έχει να κάνει με το θάνατο: Μια γυναίκα που έχει χάσει τα παιδιά της στον πόλεμο, πάσχει από θανατηφόρο ασθένεια, και ο εικοσάχρονος φίλος της τελικά πνίγεται! Αν και δεν είμαι φαν του Βάιντα, το Τατάρακ μου άρεσε αρκετά. Ιδιαίτερα συγκλονιστικοί ήταν οι μονόλογοι της Γιάντα, μέσα σε ένα καταθλιπτικό δωμάτιο εμπνευσμένο από πίνακες του Edward Hopper.
Παρεμπιπτόντως, το όνομα του σκηνοθέτη προφέρεται Άντζεϊ και όχι Αντρζεϊ (έλεος) ή Αντρέι (!). Δυστυχώς τα πολωνικά ονόματα συχνά κατακρεουργούνται, φταίει βέβαια και η ιδιόρρυθμη ορθογραφία τους. Μια χρήσιμη πληροφορία: στα πολωνικά το rz διαβάζεται ζ.  

The Messenger του Oren Moverman. Αυτή κι αν δεν είναι ταινία για το θάνατο. Ένας αμερικανός στρατιώτης που τραυματίστηκε στον πόλεμο του Ιράκ, όταν επιστρέφει στην Αμερική αναλαμβάνει την «αποστολή» να ενημερώνει τους συγγενείς των στρατιωτών για το θάνατό τους στη μάχη. Έτσι βλέπουμε 6-7 πολύ σκληρές σκηνές όπου γονείς ή σύζυγοι μαθαίνουν τα νέα του θανάτου των αγαπημένων τους προσώπων. Κάποιοι κλαίνε, άλλοι γίνονται βίαιοι, άλλοι το παίρνουν πιο ψύχραιμα. Ο στρατιωτικός που συνοδεύει τον ήρωα είναι κυνικός και φαίνεται να μην τον αγγίζουν οι καταστάσεις τις οποίες βιώνει, αλλά στο βάθος είναι κι αυτός επηρεασμένος ψυχολογικά. Θα μπορούσε να λείπει η υποχρεωτική για τον αμερικάνικο κινηματογράφο ερωτική ιστορία, συνολικά πάντως είναι μια αναπάντεχα αξιοπρεπής ταινία, ίσως λίγο παραπάνω αντιπολεμική.

Chéri του Stephen Frears . Ο Chéri έχει μια μακροχρόνια σχέση με την αρκετά μεγαλύτερή του «εταίρα» Λεα, αλλά αναγκάζεται από την κοινωνία να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί την παρθένα κόρη άλλης εταίρας. Αυτή η ταινία εποχής δεν έχει κάτι που να μην το χω ξαναδεί, αλλά και τίποτα που να περισσεύει: είναι η τυπική ιστορία των καταραμένων εραστών με εντυπωσιακά κουστούμια, κυνικούς διαλόγους και αρκετό χιούμορ. Και με άγγιξε.

My One and Only του Richard Loncraine. Ένα ευχάριστο ροαντ μούβι , όπου μια ξανθιά που μοιάζει να έχει βγει από τις ταινίες του χόλιγουντ του 50, εγκαταλείπει τον άπιστο άντρα της, αγοράζει ένα αυτοκίνητο και περιηγείται στην Αμερική με τους έφηβους γιους της ψάχνοντας ..νέο σύζυγο. Η ταινία είναι γεμάτη από τα κλισέ των ταινιών αυτής της εποχής που όμως συνειδητά τα ειρωνεύεται και είναι βασισμένη στη ζωή του ηθοποιού George Hamilton. Στο τέλος βλέπουμε ότι οι καιροί έχουν πια αρχίσουν να αλλάζουν και η σέξυ νοικοκυρά δεν είναι πια της μόδας.


Mammoth του Lukas Moodysson , που εδώ γυρίζει μια ταινία που έχει αρκετές ομοιότητες με το «Βαβέλ»: περιγράφει παράλληλες ιστορίες που διαδραματίζονται σε διάφορα σημεία του κόσμου με επίκεντρο μια πλούσια αμερικανική οικογένεια. Πιο συγκεκριμένα ο πλούσιος επιχειρηματίας σύζυγος πηγαίνει ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ταϊλάνδη όπου γνωρίζει μια ντόπια πόρνη, η χειρούργος (παιδοχειρούργος;) σύζυγος νιώθει ενοχές που η κόρη τους περνάει περισσότερο χρόνο με τη φιλιππινέζα νταντά, και στις Φιλιππίνες οι γιοι της νταντάς την θέλουν να επιστρέψει κοντά τους. Απίστευτα συντηρητική ταινία που λέει δυο πράγματα: οι δυτικοί εκμεταλλεύονται τους τριτοκοσμικούς και δε μπορούν να τους βοηθήσουν ακόμα κι αν το θέλουν, και οι μητέρες πρέπει να είναι κοντά στα παιδιά τους, αλλιώς ο θεός θα θυμώσει και κάτι κακό θα συμβεί. Παρά το διδακτισμό και τα υπερβολικά κλισέ, δε μου φάνηκε και τόσο κακή, και μου άρεσε η ιστορία που διαδραματίζεται στην Ταϊλάνδη: τα εκδιδόμενα κορίτσια που έχουν μια ψεύτικη ευγένεια μέχρι αηδίας, η προσπάθεια συνεννόησης με τον καλοπροαίρετο αμερικάνο..

Lille soldat της Annette K. Olesen. Μια πρώην στρατιωτίνα που έχει γυρίσει απ'το Ιράκ με ψυχολογικά τραύματα, και που υποτίθεται ότι πάντα ήθελε να σώσει τον κόσμο προσλαμβάνεται από τον νταβατζή (!) πατέρα της ως οδηγός για την αγαπημένη του πόρνη. Οι γυναίκες που διακινεί ο πατέρας του είναι ξένες, κυρίως αφρικανές και κυριολεκτικά τις πουλάνε και τις αγοράζουν. Όπως είναι φυσικό, η στρατιωτίνα γνωρίζεται καλύτερα με την πόρνη και αποφασίζει να την βοηθήσει. Ακόμα μια ταινία για πόρνες γεμάτη κλισέ, κι αυτή από σκανδιναβή σκηνοθέτη, και που βγάζει το συμπέρασμα πως ότι και να κάνεις, δε μπορείς να βοηθήσεις τους φτωχούς τριτοκοσμικούς.

Και το Lille soldat και το Mammoth μοιάζουν να μας λένε ότι το παγκόσμιο «σύστημα» είναι σάπιο και οι ατομικές πρωτοβουλίες δύσκολα μπορούν να αλλάξουν κάτι, μεταξύ άλλων επειδή και οι φτωχές χώρες ευθύνονται για τη μοίρα τους, ή μάλλον είναι κι αυτές μπλεγμένες στο ίδιο σύστημα. Όντως, τι μπορεί να κάνει κανείς για να βελτιώσει τις τεράστιες κοινωνικές αδικίες στον πλανήτη; Είναι σίγουρα υποκριτικό εμείς οι προνομιούχοι να θέλουμε να βοηθήσουμε τους αδικημένους για να εξαλείψουμε τις ενοχές μας, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουμε τα αγαθά που μας προσφέρει το σάπιο αυτό σύστημα. Δεν είναι όμως επίσης υποκριτικό να μην κάνουμε τίποτα γιατί «έτσι κι αλλιώς τίποτα δε θα αλλάξει»;

Stοrm του Hans-Christian Schmid Αξιοπρεπές πολιτικό δράμα για μια δικαστή της Χάγης που αγωνίζεται να κλείσει στη φυλακή σέρβο εγκληματία πολέμου. Σύγκρουση ιδεαλισμού- πραγματισμού, μαφιόζοι που εκφοβίζουν μάρτυρες, παρασκήνια στη λειτουργία του δικαστηρίου, ο εθνικισμός και η διαφθορά των βαλκανίων είναι τα υλικά αυτής της ταινίας.


Mei Lanfang (Forever Enthralled) του Chen Kaige. Μια βιογραφία, ή καλύτερα αγιογραφία του ηθοποιού της όπερας του Πεκίνου Mei Lanfang με έμφαση στις προσπάθειες του σε νεαρή ηλικία να εκμοντερνίσει την κινέζικη όπερα και την (ηρωική) απόφαση του να μη δίνει παραστάσεις στη διάρκεια της γιαπωνέζικης κατοχής. Μια τυπική εμπορική ταινία όπου εξαίρονται τα ιδανικά του καλλιτέχνη, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του κτλ. Για όσους ενδιαφέρονται για άγνωστες πτυχές της όπερας του Πεκίνου ή για προσωπικότητες της Κίνας  έχει σίγουρα κάποιο ενδιαφέρον..

Happy Tears του Mitchell Lichtenstein  Τυπική αμερικάνικη ταινία για δυο διαφορετικές μεταξύ τους αδερφές που συναντούνται στο σπίτι του άρρωστου πατέρα τους για να τον φροντίσουν. Ένοχα μυστικά, συμφιλίωση με τους γονείς και το παρελθόν, μαθήματα ζωής, και άλλα τυπικά που βρίσκει κανείς σε τέτοιου είδους ταινίες με ηρωίδες σε κρίση.

In the Electric Mist του Bertrand Tavernier Τυπική αμερικανική ταινία με το καλό αστυνόμο να ψάχνει έναν κατά συρροή δολοφόνο με φόντο την καθυστερημένη και ρατσιστική όπως παρουσιάζεται Λουιζιάνα. Το πρόβλημα είναι ότι το μυστήριο των φόνων λύνεται πολύ χλιαρά. Τέλος πάντων, τουλάχιστον έμαθα κάποια πράγματα όπως ότι η Λουιζιάνα είναι ρατσιστική και καθυστερημένη και ότι όλοι εκεί έχουν γαλλικά ονόματα και χρησιμοποιούν γαλλικές φράσεις.

Rage της Sally Potter Με φόντο μια οθόνη με διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, οι άνθρωποι ενός οίκου μόδας δίνουν συνέντευξη σε έναν έφηβο που δεν τον βλέπουμε. Δε θα είχα πρόβλημα με μια ταινία που αποτελείται μόνο από μονολόγους, αν οι μονόλογοι αυτοί δεν ήταν γεμάτοι από τις γνωστές κοινοτοπίες για τη μόδα και ότι άλλο κλισέ μπορεί να φανταστεί κανείς (ανορεξικά καταθλιπτικά μοντέλα, αχόρταγοι επιχειρηματίες, καλοσυνάτοι μετανάστες, ναρκισσιστικές  τρανσέξουαλ) και αν ο τρόπος που παίζουν οι ηθοποιοί δεν ήταν τόσο υπερβολικός, και το μήνυμα τόσο απλοϊκό

Συνολικά έμεινα πολύ πιο ευχαριστημένη απ' ότι από τις Κάννες της ίδιας χρονιάς. Μεγάλη μου απορία συνεχίζει να είναι με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή των ταινιών σε ένα φεστιβάλ.




3 σχόλια:

moody είπε...

Πολύ όμορφο αφιέρωμα!
Είναι αρκετές από τις παρουσιαζόμενες ταινίες που δεν έχω έρθει σε επαφή και μου άνοιξες την όρεξη...

vandimir είπε...

Μπράβο. Πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα.

Simurgh είπε...

Ευχαριστώ παιδιά!