Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Φεστιβάλ Βενετίας 2009

Το 2009 διαγωνίστηκαν στο φεστιβάλ της Βενετίας 25 ταινίες στο επίσημο πρόγραμμα. Από αυτές κατάφερα να μαζέψω μόνο 23, κι από αυτές δεν κατάφερα να τις δω όλες μέχρι το τέλος.
Ας αρχίσουμε απ' αυτές που έφαγα το ίντερνετ και δεν τις βρήκα. Η μία είναι το «Al Mosafer» από την Αίγυπτο για το οποίο δυσκολεύτηκα να βρω ακόμα και κριτικές. Η άλλη είναι το Ahasin Wetei του Vimukthi Jayasundara από τη Σρι Λάνκα που πιστεύω ότι θα μου άρεσε, κρίνοντας απ' τη σκηνή αυτή.
Για τις υπόλοιπες ξεκινώ από αυτές που μου περισσότερο μου άρεσαν.

Ο Λίβανος του Samuel Maoz που πήρε το χρυσό λιοντάρι είναι μαι πολύ ενδιαφέρουσα κλειστοφοβική αντιπολεμική ταινία που λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα τανκ, και τον έξω κόσμο τον βλέπουμε μέσα απ' το τανκ αυτό (δε ξέρω πως λέγεται αυτό το πράγμα, περισκόπιο;). Έχουμε ελάχιστη δράση, περισσότερο βλέπουμε την ψυχολογική κατάπτωση των αρχικά κεφάτων φαντάρων, την αγωνία τους, ενώ γύρω τους συμβαίνουν διάφορα μίνι εγκλήματα πολέμου. Οι κακοί στην ταινία όπως και σε όλες όσες έχω δει με θέμα το Λίβανο είναι οι χριστιανοί, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία σ' αυτή τη χώρα κι εδώ γνωρίζουμε ένα δείγμα απ' αυτούς: είναι ένας γλοιώδης τύπος που εμφανίζεται προς το τέλος αλλά δε λέω τι απειλεί να κάνει γιατί είναι σπόιλερ. Υπάρχει και το υποχρεωτικό ημιδιεστραμμένο ανέκδοτο, ένα μελό περιστατικό σχετικά με την οικογένεια ενός φαντάρου, και η επίσης υποχρεωτική εναλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των φαντάρων σ'αυτή την ακραία κατάσταση που βρίσκονται. Αυτά όμως δε με ενόχλησαν ιδιαίτερα και συνολικά μου άρεσε πολύ, η υπόθεση θα μπορούσε να μην αναφέρεται στο Λίβανο αλλά σε ένα φανταστικό βασίλειο στον Άρη.

Το Life During Wartime του Todd Solondz είναι συνέχεια του «Happiness» με εντελώς διαφορετικούς ηθοποιούς. Μπορεί να μην θεωρείται τόσο πετυχημένο όσο το Χάπινες αλλά για μένα ήταν η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη που είδα και η πιο ευχάριστη έκπληξη σ' αυτό το βαρετό φεστιβάλ.

Το θαύμα στη Λούρδη (Lourdes) είναι ακόμα μια αγαπημένη ταινία που μελετά μια ομάδα πιστών οι περισσότεροι άρρωστοι που επισκέπτονται τη Λούρδη ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Η ταινία παρακολουθεί πιστούς, τους συνοδούς τους και τους παπάδες και τις καλόγριες που συμμετέχουν στο προσκύνημα, και κυρίως μια γυναίκα που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι πολύ αντικειμενική η ματιά της Jessica Hausner και ούτε καν κάνει κριτική στην καθολική εκκλησία και στο εμπόριο με τη δυστυχία των ανθρώπων, απλά παρατηρεί. Στο τέλος δε ξέρεις τι να πιστέψεις, όπως άλλωστε στην αληθινή ζωή. Έχοντας μια μικρή εμπειρία σε προσκυνήματα, τάματα, μοναστήρια κτλ, η ταινία μου έφερε ευχάριστες αναμνήσεις.

Ο Χέρτσογκ συμμετείχε με δυο έργα του στο διαγωνιστικό τμήμα, το περισσότερα γνωστό Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans και το My Son, My Son, What Have Ye Done που προβλήθηκε σαν έκπληξη. Το πρώτο το βρήκα άθλιο και δε θέλω να το σχολιάσω, αλλά το δεύτερο ήταν αρκετά ενδιαφέρον και σουρεαλιστικό. Ένας νέος άντρας έχει σκοτώσει τη μητέρα του και η αστυνομία προσπαθεί να τον πείσει να παραδοθεί και να μαζέψει πληροφορίες για τα κίνητρα του. Αφορμή για σουρεαλισμό και μερικούς χαρακτήρες υποτονικούς και καθυστερημένους που νιώθεις την ανάγκη να τους ταρακουνήσεις.

Η πιο εκκεντρική ταινία του φεστιβάλ είναι όμως το 36 vues du Pic Saint-Loup του Ριβέτ όπου παρακολουθούμε την περιοδεία ενός μικρού κι εντελώς αποτυχημένου οικογενειακού τσίρκου, στη γαλλική επαρχία το καλοκαίρι. Υπάρχει και πλοκή στην ταινία, δηλαδή ένα μυστικό σχετικά με την  πρωταγωνίστρια κι ένα τραύμα που πρέπει να ξεπεράσει, όλα αυτά πολύ κακόγουστα, αλλά η αίσθηση της καλοκαιρινής νωχέλειας, και άλλα στοιχεία που δεν μπορώ να προσδιορίσω με έκαναν να διασκεδάσω αρκετά ειδικά στη μέση της ταινίας. Μερικά από τα νούμερα του τσίρκου που παρουσιάζονται φαίνεται να είναι αληθινά και νομίζω ότι ο σκοπός ύπαρξης της ταινίας είναι η νοσταλγία για μια μορφή διασκέδασης που έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί .

Το A Single Man επίσης δε μου φάνηκε καθόλου κακό και απέφυγε πολλά κλισέ του εμπορικού κινηματογράφου, αν και η επιμονή με τα αισθησιακά αντρικά σώματα κάπου με ξένισε. Στο White Material η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι μια λευκή γαιοκτήμονας στην Αφρική (σε μια χώρα που δεν κατονομάζεται) και προσπαθεί να κρατήσει τη φάρμα της και τους υπηρέτες της ενώ γύρω της γίνεται πόλεμος και η οικογένειά της διαλύεται. Αρκετά ενδιαφέρον, χωρίς καθόλου μελόδραμα, απλά στο τέλος δεν κατάλαβα το νόημά της. Να μην ξεχνάμε και το Zanan bedun-e mardan (Γυναίκες χωρίς άντρες) για το οποίο έχω ήδη γράψει, όπως έχω γράψει και για τη Λόλα του Brillante Mendoza. Επίσης το The Road με το Βόγκο Μόρτενσεν ήταν αρκετά καλύτερο απ' ότι το περίμενα, αν και κάπως γκρίζο, βαρετό και αμερικάνικο (εμμονή με την αντίθεση καλού-κακού,  σχέση πατέρα-γιου κτλ).

Το Persécution του Πατρίς Σερό θα έλεγα ότι είναι κλασσικό γαλλικό ταινιάκι με ένα κάπως ιδιότροπο νεαρό, τη γιάπισσα φιλενάδα του και μια προοδευτική παρέα (απ΄την οποία δε λείπει η Χιάμ Αμπάς), και που δε γίνεται τίποτα, αυτή τη φορά με την κακή έννοια. Είναι όμως τελείως διαφορετικό απ' τη βασίλισσα Μαργκό, και κατά την άποψή μου απείρως καλύτερο. Το Soul Kitchen είναι μια κομεντί με μπόλικο χιούμορ επιπέδου γερμανικής τηλεόρασης (όχι ότι έχω εντρυφήσει) και ότι κλισέ μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Πάντως περνάει ευχάριστα η ώρα, κι αυτό κάτι είναι. Ευχάριστα πέρασε η ώρα και στο Survival of the Dead, όπου μια ομάδα κυνηγάει, τι άλλο, ζόμπι, και στο Yi ngoi (Accident), μια χαμηλών τόνων ταινία μυστηρίου όπου μια ομάδα πληρωμένων δολοφόνων φροντίζει να ξεφορτωθεί τα θύματά της με ευφάνταστο τρόπο.

Διαγωνίστηκαν 4 ιταλικές ταινίες, που στο μυαλό μου τις έχω μπερδεμένες αφού μοιάζουν πολύ στο στιλ και κάποιες έχουν τους ίδιους ηθοποιούς σε παρόμοιους ρόλους. Απ' αυτές ξεχωρίζω το La doppia ora, που ξεκινάει σαν δράμα με δυο όχι τόσο νέους ανθρώπους που γνωρίζονται και προσπαθούν να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους, αλλά ευτυχώς γρήγορα η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή, αν και περίμενα καλύτερο τέλος. Στο Il grande sogno ο σκηνοθέτης (Michele Placido) χρησιμοποιώντας αυτοβιογραφικά στοιχεία περιγράφει το φοιτητικό κίνημα στο τέλος της δεκαετίας του 60 στην Ιταλία μέσα από τις ιστορίες ενός αστυνόμου με ιδιαίτερη αγάπη στο θέατρο, και μιας ευκατάστατης οικογένειας, τις οποίας τα τρία τέκνα πρωτοστατούν στις φοιτητικές εξεγέρσεις.

Το Lei wangzi (Prince of Tears) ενώ είναι κακόγουστος συνδυασμός σαπουνόπερας και υποθέτω και προπαγάνδας, έγινε αφορμή για να μάθω ένα μελανό σημείο της ιστορίας της Ταϊβάν που μέχρι τώρα θεωρούσα υπόδειγμα δημοκρατικού (ψευδο)κράτους. Φαίνεται λοιπόν ότι λίγο μετά την εγκατάσταση της «νόμιμης» κινεζικής κυβέρνησης στο νησί, επικρατούσε ένα κλίμα τρομοκρατίας και χαφιεδισμού όπου γίνονταν φυλακίσεις και εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες (ή και χωρίς), με θύματα όσους είχαν την ατυχία να πέσουν σε ανυποληψία/να θεωρηθούν ύποπτοι για σπιούνοι του Μάο. Κι εγώ που νόμιζα ότι αυτά τα έκαναν μόνο οι κομμουνιστές.

Για τις υπόλοιπες ταινίες δε θέλω να γράψω γιατί τις θεωρώ απαράδεκτες, να πω μόνο ότι χειρότερη απ' όλες βρήκα το Tetsuo.


2 σχόλια:

Γιώργος Καλαποθαράκος είπε...

Ο "Λιβανος" είναι καταπληκτική ταινία. Είναι σε τέτοιο βαθμό κλειστοφοβική που δεν μπορούσα να ανασάνω στο σινεμά. Το "Soul Kitchen" είναι σίγουρα πολύ ευχάριστο, μπορεί να μην είναι σαν την πρώτη ταινία του Φατίχ Ακίν, αλλά νομίζω ότι είναι λίγο ανώτερο από το επίπεδο της τηλεόρασης. Θα σου πρότεινα να δεις όσες περισσότερες ταινίες του Χέρτζογκ μπορείς, σίγουρα τα ντοκιμαντέρ του, ο άνθρωπος είναι από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες!

Simurgh είπε...

Το Soul Kitchen είναι πράγματι ανώτερο από το επίπεδο της τηλεόρασης, αλλά και πάλι αν την είχα δει στο σινεμά θα έκλαιγα τα λεφτά μου. Αυτό που εννοούσα ήταν ότι το χιούμορ της είναι προβλέψιμο και όχι και τόσο αστείο και μου θύμισε κάποιες σατιρικές σειρές της γερμανικής τηλεόρασης. Του Χέρτσογκ πρέπει να χω δει 6-7 ταινίες και οι περισσότερες μου άρεσαν πολύ, ειδικά ο Αγκίρε που είναι απ' τις αγαπημένες μου. Από ντοκιμαντέρ νομίζω ότι μόνο το Grizzly Man έχω δει που μου άρεσε αρκετά.