Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Deda [Waiting for Mum] (2011) της Nana Ekvtimishvili

Σ' αυτή την ταινία μικρού μήκους που κρατάει μόλις 7 λεπτά, ένας νεαρός άντρας στέκεται κάτω απ' την πολυκατοικία του και φωνάζει στη μαμά του να του ρίξει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Εντωμεταξύ βλέπει διάφορους γείτονες στο παράθυρο, τσακώνεται με μερικούς απ' αυτούς αλλά δεν του περνάει απ' το μυαλό να ανέβει πάνω να φέρει ο ίδιος το κλειδί του. Είναι μια πολύ ευχάριστη μικρή κωμωδία, υποθέτω ότι σατιρίζει τη βαριεστημένη νεολαία και πιο συγκεκριμένα τους άντρες που μεγαλώνουν σαν πασάδες.
Δυστυχώς βρήκα την ταινία μόνο ντουμπλαρισμένη στα ρώσικα, μάλιστα μ' αυτό το σιχαμένο είδος ντουμπλαρίσματος όπου η αγριοφωνάρα του μεταφραστή ακούγεται ταυτόχρονα με τον πρωτότυπο ήχο. Αλλά μικρή σημασία έχει αυτό, αφού το καλύτερο στην ταινία είναι η πανέμορφη παλιά πολυκατοικία!

Η Nana Ekvtimishvili είναι γνωστή για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της που σκηνοθέτησε μαζί με τον Simon Groß, το In bloom που περιγράφει τη μίζερη πατριαρχική κουλτούρα στη Γεωργία του 1992. Είναι πολύ ωραία ταινία κυρίως εικαστικά.

Μερικές εικόνες από την όμορφη πολυκατοικία και τους ενοίκους της:








Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Ένα σουηδικό διήγημα στον παγκόσμιο κινηματογράφο

Το διήγημα Tösen från Stormyrtorpet της Selma Lagerlöf δημοσιεύτηκε το 1908 στη συλλογή διηγημάτων «En saga om en saga och andra sagor» και πέρασε σχετικά απαρατήρητο. Έχει όμως εμπνεύσει αρκετούς σκηνοθέτες και έχει γυριστεί ταινία τουλάχιστον 7 φορές μέχρι τώρα..

Η ιστορία ξεκινάει όταν η Χέλγκα από την Καλύβα του Μεγάλου Βάλτου κατεβαίνει στην πόλη για να διεκδικήσει διατροφή από τον πατέρα του νόθου παιδιού της, και συναντά στο δρόμο το Γκούντμουντ, ο οποίος πηγαίνει να συναντήσει την πλούσια αρραβωνιαστικιά του. Η σχέση τους θα περάσει από πολλά στάδια και θα αναδείξει την υποκρισία της κοινωνίας αλλά και τη διαφορά των χαρακτήρων τους: η Χέλγκα είναι υπερβολικά συνεσταλμένη αλλά στο βάθος γενναία, ενώ ο Γκούντμουντ επιθυμώντας να αποκτήσει κύρος και πλούτη γίνεται δειλός και μικροπρεπής.



Σκηνή από την ταινία Tösen från Stormyrtorpet (1917) 
Tösen från Stormyrtorpet (1917) του Victor Sjöström
Ο Victor Sjöström είναι ο πρώτος που αποφασίζει να διασκευάσει το διήγημα, παρακεινούμενος όπως λένε από το γράμμα μιας θαυμάστριας, η οποία μάλιστα του πρότεινε και την πρωταγωνίστρια Greta Almroth. Είναι η πρώτη ταινία του Sjöstrom που βασίζεται σε βιβλίο της Λάγκερλεφ. Συνολικά γύρισε έξι, από τις οποίες η πιο γνωστή είναι φυσικά το Körkarlen, που θεωρείται από τα αριστουργήματα του κινηματογράφου.

 Η ταινία επαινέθηκε πολύ για τη «σουηδικότητα» της. Γυρίστηκε στην επαρχία Ντάλαρνα που θεωρείται η καρδιά της αυθεντικής Σουηδίας. Υπάρχουν μερικά φολκλορικά στοιχεία, όπως κεντήματα και παραδοσιακές φορεσιές, οι εικόνες με τους χωριάτες καλεσμένους στο γλέντι, αλλά και πολύ ωραίες σκηνές όπου οι βάρκες και οι άμαξες στολισμένες με κλαδιά σημύδας φέρνουν τους καλεσμένους στο γάμο. Τα κειμενάκια που εμφανίζονται ανάμεσα στις σκηνές δεν παίζουν συμπληρωματικό ρόλο, αλλά φαίνεται να είναι ο κορμός της ταινίας, και οι σκηνές μερικές φορές είναι απλά σύντομες απεικονίσεις των κειμένων. Πρωταγωνιστής δίπλα στη Γκρέτα Άλμροτ είναι ο ωραίος Λαρς Χάνσον του Gösta Berling.
Γενικά είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία, και είναι κρίμα που δεν κυκλοφορεί σε καλύτερη ποιότητα:



Aysel Bataklı Damın Kızı (1934) του Muhsin Ertuğrul
Η ιστορία της Χέλγκας μεταφέρεται από τους βάλτους της Σουηδίας στην τουρκική επαρχία, σε ένα μικρό ηλιόλουστο χωριό κοντά στην Προύσσα. Αν και δε ξέρω σχεδόν καθόλου τούρκικα, δεν κατάφερα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από την οθόνη. Η σκηνοθεσία είναι απλά καταπληκτική. Πολύ όμορφες, αυθεντικές μάλλον εικόνες από τη ζωή στο χωριό, ασυνήθιστες γωνίες λήψης, και πολλές πανέμορφες σκηνές, όπως όταν ο πρωταγωνιστής Αλί ψάχνει μάταια το μαχαίρι του μέσα στις λάσπες. Ή η φωλιά των πουλιών, το πρωί μετά το φόνο. Η μουσική, κυρίως παραδοσιακή τούρκικη είναι επίσης πολύ όμορφη. Οι ηθοποιοί παίζουν αρκετά ρεαλιστικά, με εξαίρεση την πρωταγωνίστρια με το στρογγυλεμένο φρύδι και τις ξανθές μπουκλίτσες να ξεφεύγουν απ' τη μαντήλα της. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι η Αισέλ δεν μοιάζει καθόλου στην ντροπαλή Χέλγκα, αντίθετα είναι δυναμική και τσαχπίνα. Επίσης οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ζωντανοί και αυθόρμητοι, καμία σχέση με τους συγκρατημένους ήρωες του βιβλίου.
Κατά τα άλλα ο σεναριογράφος, ο Ναζίμ Χικμέτ, έμεινε αρκετά πιστός στο πρωτότυπο, και έχει διατηρήσει ακόμα και μικρές λεπτομέρειες από το διήγημα της Λάγκερλεφ. (αλλιώς κιόλας δε θα μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται χωρίς υπότιτλους). Ο σκηνοθέτης Μουχσίν Ερτουγρούλ είναι από τους πρωτεργάτες του τούρκικου κινηματογράφου.

Το 1969 ο Zafer Davutoğlu γύρισε μια ταινία με παρόμοιο τίτλο (Bataklı Damın Kızı Aysel): https://www.youtube.com/watch?v=bsu8rGQfwGY , πρέπει όμως να βασίζεται πολύ πολύ χαλαρά στην πρωτότυπη ιστορία, αν δεν είναι τελείως άσχετη, και είναι μια ταινία γεμάτη πιστολίδι και χορό της κοιλιάς!


Η ταινία στο γιουτιουμπ:



Das Mädchen vom Moorhof (1935) του Detlef Sierck (Douglas Sirk). Η ταινία γυρίστηκε λίγο πριν ο Σιρκ μετακομίσει στην Αμερική ξεφεύγοντας από τη ναζιστική Γερμανία.  Εδώ όπως και στις υπόλοιπες ταινίες τονίζεται το φολκλορικό στοιχείο και παρουσιάζεται με λεπτομέρεια η ζωή και οι παραδόσεις των χωρικών. Είναι κι αυτή μια πιστή μεταφορά, μόνο που ο πρωταγωνιστής (εδώ λέγεται Ντίτμαρ) έχει βελτιωθεί σαν χαρακτήρας και είναι λιγότερο μικρόψυχος απέναντι στη Χέλγκα. Κατά τη γνώμη μου είναι κάπως άνευρη αδύναμη ταινία σε σχέση με τις προηγούμενες.
Το 1952 η Δανή σκηνοθέτρια Alice O'Fredericks γυρίζει το Husmandstøsen. Η ταινία αυτή είναι μεγαλύτερης διάρκειας από τις προηγούμενες και έχει περισσότερους χαρακτήρες πχ εμφανίζεται ένας αδερφός της πλούσιας αρραβωνιαστικιάς που είναι ερωτευμένος με τη Χέλγκα. Το πρώτο μισάωρο περιγράφει την άτυχη σχέση της Χέλγκας με το πρώην αφεντικό της, από την οποία και προέκυψε το νόθο παιδί. Η πλοκή αλλάζει με τρόπο που η ιστορία χάνει την πρωτοτυπία της και γίνεται ένα τυπικό ρομαντικό δράμα αντιζηλίας και προδοσίας.
Εδώ όλη η ταινία στο γιουτιούμπ: https://www.youtube.com/watch?v=2dNwKIPV-3w
Το 1958 γυρίστηκε ακόμα μια ταινία με τον τίτλο Das Mädchen vom Moorhof στη Γερμανία από τον Gustav Ucicky, η οποία, αν κρίνουμε από το τρέιλερ, μοιάζει  με βουκολικό ειδύλλιο.
Είναι περίεργη αυτή η επιμονή με το φολκλόρ σε όλες τις μεταφορές του διηγήματος που έχω δει. Το ίδιο το κείμενο περιέχει ελάχιστα στοιχεία από τη ζωή στην επαρχία και τις συνήθειες των χωρικών. Πολύ μεγαλύτερο ρόλο παίζει η ψυχολογία των ηρώων, ο τρόπος που σκέφτονται και οι αποφάσεις που παίρνουν, ενώ υπάρχουν και πολλές χριστιανικές αναφορές.



Και μερικές αφίσες:
Tösen från Stormyrtorpet (1917)

Aysel Bataklı Damın Kızı (1934)

Das Mädchen vom Moorhof (1935):
Suotorpan tyttö (1940)


Tösen från Stormyrtorpet (1947)


Husmandstøsen (1952)

Das Mädchen vom Moorhof (1958)





Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Gösta Berlings saga (1924) του Mauritz Stiller

Ο πρωταγωνιστής Lars Hanson
Ο « θρύλος του Γαίστα Μπέρλινγκ» είναι μια κλασσική ταινία του βωβού κινηματογράφου, η πρώτη σημαντική ταινία της Γκρέτα Γκάρμπο, και η τελευταία που ο Μάουριτς Στίλλερ γύρισε στη Σουηδία.  Βρισκόμαστε στην επαρχία Värmland στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Γαίστα, είναι ένας νεαρός ιερέας που διώκεται από τη θέση του στην εκκλησία λόγω αλκοολισμού. Μαζί με άλλους αποτυχημένους άντρες ζει πλέον υπό την προστασία της πλούσιας «ταγματαρχίνας» μια ζωή ανεμελιάς και κραιπάλης, μέχρι που σκοτεινές δυνάμεις φέρνουν πλούτη και εξουσία σ'αυτόν και τους συντρόφους του.
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Selma Lagerlöf, η οποία είναι σήμερα περισσότερο γνωστή για το θαυμαστό ταξίδι του Νιλσ Χόλγκερσον. Ο Γαίστα Μπέρλιγκ είναι ένας τυπικός χαρακτήρας στο σύμπαν της Λάγκερλεφ: είναι χαρισματικός και κερδίζει εύκολα την αγάπη αντρών και γυναικών, είναι όμως ταυτόχρονα αυτοκαταστροφικός και καταδικασμένος στην αποτυχία.
Η Ελίσαμπετ (Greta Garbo)παρηγορεί την Έμπα (Mona Mårtenson)

Η ταινία είναι σχετικά μεγάλης διάρκειας, περίπου 3 ώρες, και γι' αυτό προβλήθηκε το 1924 σε δυο ξεχωριστά μέρη. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, στην αρχή έχει ένα μεγάλο φλας μπακ, όπου περιγράφεται ο πρώτος τραγικός έρωτας του Γαίστα με την αθώα Έμπα. Παράλληλα γνωρίζουμε την κόμισσα Ελίσαμπετ, που έχει παντρευτεί το αδερφό της Έμπα και που σταδιακά θα ερωτευτεί κι αυτή το Γαίστα. Εκτός από τις ερωτικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή, υπάρχει και η ιστορία της ταγματαρχίνας που έχει κερδίσει την περιουσία της από έναν εραστή της και που την καταδιώκει κατάρα της μητέρας της.

Γκρέτα Γκάρπμο (Ελίσαμπετ) και Γκέρντα Λούντεκβιστ (ταγματαρχίνα)
Σήμερα η ταινία είναι περισσότερο γνωστή ως το ντεμπούτο της Γκρέτα Γκάρμπο σε πρωταγωνιστικό ρόλο, στην εποχή της όμως ήταν μια ακριβή παραγωγή που απογοήτευσε τους κριτικούς, που μοιραία την συνέκριναν με το βιβλίο στο οποίο βασίζεται.  Έτσι παρατήρησαν ότι οι περίπλοκοι ήρωες του βιβλίου μεταλλάσσονται σε αρχετυπικούς ήρωες αμερικάνικης ταινίας. Πολλοί δυσαρεστήθηκαν από τις αλλαγές στην πλοκή, και ειδικά το χάπι εντ - και περισσότερο απ'όλους η ίδια η συγγραφέας. Οι κακές γλώσσες λένε μάλιστα ότι η Λάγκερλεφ προτιμούσε να σκηνοθετήσει την ταινία ο συμπατριώτης της Sjöström. Τα εφέ όπως το κυνήγι των λύκων και η πυρκαγιά θεωρήθηκαν αποτυχημένα. Γενικά  θεωρήθηκε μια «ταινία σαν τις δεκάδες άλλες που κυκλοφορούν σήμερα». Από τους ηθοποιούς μόνο η Gerda Lundequist που υποδύεται την ταγματαρχίνα πήρε ενθουσιώδεις κριτικές. Λίγοι, όπως η αναρχοσυνδικαλιστική εφημερίδα Arbetaren, είδαν στο πρόσωπο της Γκάρμπο μια νέα «ελπίδα για τον κινηματογράφο».
Η όμορφη Μαριάν, ο δεύτερος έρωτας του Γαίστα(Jenny Hasselquist)
Προσωπικά πιστεύω ότι οι περισσότερες αλλαγές είναι πετυχημένες και αναπόφευκτες στην μεταφορά ενός τόσο ιδιαίτερου μυθιστορήματος. Το χάπι εντ μου φαίνεται κλισέ, αλλά το τέλος του βιβλίου είναι ότι πιο ξενέρωτο έχω διαβάσει: ο Γαίστα παντρεύεται την Ελίσαμπετ, αλλά ο γάμος τους είναι μάλλον εικονικός, και μαζί αποφασίζουν μέσα από τη σκληρή δουλειά να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους. Παρεμπιπτόντως η θανάσιμη αμαρτία της Ελίσαμπετ είναι απλά ότι ερωτεύτηκε το Γαίστα (χωρίς να το εκδηλώσει) ενώ ήταν παντρεμένη με άλλον..  Μπορεί το τέλος να είναι τόσο άθλια προτεσταντικό- δε ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω- αλλά το υπόλοιπο μυθιστόρημα είναι πολύ ενδιαφέρον, κάποια κεφάλαια του είναι καταπληκτικά γραμμένα, κι ο κόσμος που περιγράφει είναι ένας μαγικός κόσμος, με καταραμένους χαρακτήρες, με έναν μυστηριώδη άντρα με δαιμονικές δυνάμεις, με λύκους, αρκούδες και κοράκια, τρελούς εφευρέτες και μάγισσες που έχουν ξεμείνει απ' την εποχή του Θωρ, και με μια ζωντανή, άγρια και εκδικητική φύση. Όλα αυτά μοιραία χάνονται στην ταινία, η οποία ακολουθεί απλά τις κεντρικές ιστορίες αγάπης του πρωταγωνιστή.


Το 1989 προβλήθηκε από τη σουηδική τηλεόραση μια μινι σειρά 6 επεισοδίων που είναι πιο πιστή στο βιβλίο, και που επίσης είναι αξιόλογη.



Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Tαινίες για τη φτωχή Σουηδία

Έχουμε συνηθίσει στo σουηδικό και γενικότερα το σκανδιναβικό κινηματογράφο να παρουσιάζονται θέματα όπως η αποξένωση, η αλλοτρίωση, η απιστία, το νόημα της τέχνης, η σχέση του ανθρώπου με το θεό κτλ . Οι ήρωες του Μπέργκμαν, για παράδειγμα, βασανίζονται από υπαρξιακά ζητήματα (όταν δεν ικανοποιούν τις σεξουαλικές τους ανάγκες με τις πάντα πρόθυμες υπηρέτριες τους), οι δε ηρωίδες του μπορεί να μονολογούν για ώρες κατηγορώντας τη μητέρα τους ότι φταίει που ήταν ψυχρή, φταίει κι όταν δεν ήταν ψυχρή, γιατί κατά βάθος φταίει αυτή τέλος πάντων. Με λίγα λόγια, όλες αυτές οι ταινίες σου δίνουν την εντύπωση ότι όλα πάνε καλά σ'αυτή τη χώρα. Γι' αυτό το λόγο, μου προκάλεσαν αρχικά έκπληξη κάποιες ταινίες που είδα, οι οποίες περιγράφουν μια άλλη Σουηδία, όπου οι άνθρωποι έχουν πιο ταπεινά προβλήματα, όπως φτώχεια, ανεργία, και πέφτουν θύματα ρατσισμού και εκμετάλλευσης.

Το Äta, sova, dö είναι προσωπικά μια από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει, και ασυνήθιστα πρωτότυπη: Η ηρωίδα δεν έχει κανένα οικογενειακό πρόβλημα, αντίθετα έχει μια πολύ καλή και ζεστή σχέση με τον πατέρα της. Δεν είναι ούτε αλκοολική, ούτε καταθλιπτική, ούτε πέφτει θύμα κυκλωμάτων πορνείας, είναι απλά μια νέα ευχαριστημένη με τον εαυτό της που τυχαίνει να χάσει τη δουλειά της, και που πρέπει να βρει μια καινούρια.'

To Svinalängorna , ενώ περιγράφει μια κινηματογραφικά πιο γνώριμη φτωχιά οικογένεια καταφέρνει να συγκινήσει χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς διδακτισμό, χωρίς κλισέ. Είναι μια πιο κομψή ταινία, με ωραία φωτογραφία, αλλά ταυτόχρονα πολύ σκληρή και δεν είναι τόσο εύκολο να την δεις δεύτερη φορά.

Ο «Πέλε ο Κατακτητής» (Pelle Pelle Erobreren/Pelle the Conqueror) του Bille August είναι στην πραγματικότητα δανέζικη ταινία, και περιγράφει τη ζωή φτωχών Σουηδών μεταναστών στη Δανία του δέκατου ένατου αιώνα. Πήρε πολλά βραβεία το 1987/88 ανάμεσά τους το Χρυσό Φοίνικα, το όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά και το Guldbagge Καλύτερης Ταινίας. [Τα guldbagge (χρυσά σκαθάρια) είναι τα βραβεία που δίνει η σουηδική ακαδημία κινηματογράφου (Svenska Filminstitutet).]
Δε ξέρω αν όλες αυτές οι βραβεύσεις ήταν λίγο υπερβολικές, πάντως όσο περνάνε τα χρόνια εκτιμώ περισσότερο ταινίες σαν τον Πέλε που είναι διακριτικές και, ακόμα κι αν έχουν κάποιο μήνυμα, δε στο χτυπάνε στη μούρη με γελοίους μελοδραματισμούς και απίθανες ανατροπές. Οι χαρακτήρες του Πέλε είναι πολύπλοκοι και ρεαλιστικοί, και περισσότερο απ' όλους ο πατέρας του που τον παίζει πολύ ωραία ο Μαξ φον Σίντοφ. Η φωτογραφία είναι επίσης πολύ ωραία.


Οι παρακάτω ταινίες είναι σε κάθε περίπτωση πιο ανώδυνες και λιγότερο καλλιτεχνικές, αλλά νομίζω ότι οι τρεις πρώτες είναι αρκετά αξιόλογες.

Elina – som om jag inte fanns /Elina: As If I Wasn't There (2003) του Klaus Härö. Η Ελίνα είναι νομίζω η πιο γνωστή ταινία απ' όσες ακολουθούν, και μάλλον δίκαια, αφού είναι απλή. αισιόδοξη, και δεν έχει ενδοοικογενειακή βία. Η πρωταγωνίστρια ανήκει σε οικογένεια φινλανδικής καταγωγής και ζει τη δεκαετία του 50 στη Βόρεια Σουηδία κοντά στα σύνορα με τη Φινλανδία σε μια περιοχή γεμάτη βάλτους. Όταν υπερασπίζεται έναν συμμαθητή της που δε ξέρει σουηδικά, τιμωρείται από τη δασκάλα της με σκληρό τρόπο. Οι ταινίες του Κλάους Χάρε φωτίζουν σκοτεινές πτυχές της ιστορίας της Σουηδίας που θεωρείται ένα κράτος-πρότυπο σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που όμως δεν ίσχυε πάντα, ούτε ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.

Στο Den nya människan /The New Man (2007) βλέπουμε την τραγική ιστορία των νέων γυναικών που «φιλοξενούνται» σε ένα άσυλο για ψυχικά ασταθείς γυναίκες στη δεκαετία του 50. Ο ψυχίατρος εκεί τις ωθεί, μερικές φορές τις αναγκάζει να κάνουν εγχείρηση στείρωσης έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν την κοινωνία με ακόμα περισσότερα φτωχά «αντικοινωνικά» παιδιά. 63.000 άνθρωποι στειρώθηκαν χωρίς τη θέληση τους από 1934 μέχρι το 1976 σύμφωνα με τη βικιπαίδεια. Σαν ταινία, πάντως, θυμίζει αρκετά τις Magdalene sisters του Peter Mullan, και έχει κάποια μη ρεαλιστικά και ίσως μελοδραματικά στοιχεία, ειδικά στο τέλος.

Maria Larssons eviga ögonblick/Everlasting Moments (2008) του Jan Troell. Βιογραφική ταινία για τη λαϊκή φωτογράφο Μαρία Λάρσον που στις αρχές του εικοστού αιώνα φωτογράφιζε
απλούς ανθρώπους για να κερδίσει κάποια χρήματα. Έχουμε κι εδώ μια πολυμελή οικογένεια με έναν αυταρχικό, μέθυσο και βίαιο πατέρα. Εκτός από την ιστορία της οικογένειας, παρουσιάζεται και το εργατικό κίνημα της εποχής, και κυρίως τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ανατίναξη της Αμάλθειας, ενός πλοίου που μετέφερε Βρετανούς απεργοσπάστες στο λιμάνι του Μάλμε το 1908.
Είναι ωραία ταινία κυρίως για την αναπαράσταση της εποχής. Κέρδισε μάλιστα το Guldbagge Καλύτερης Ταινίας το 2008 τη χρονιά που βγήκε το «Άσε το κακό να μπει».


Populärmusik från Vittula/Popular Music (2004) του Reza Bagher Σ'αυτήν την ταινία που λένε ότι έκανε θραύση στα ταμεία, παρακολουθούμε την παιδική και εφηβική ηλικία δυο φίλων στο χωριό Πάγιαλα της Βόρειας Σουηδίας τη δεκαετία του 60. (Είναι η ίδια περιοχή όπου υποτίθεται ότι διαδραματίζεται η «Ελίνα»). Ο ένας από αυτούς προέρχεται από μια φτωχή φινλανδική οικογένεια, και έχει έναν βίαιο και αυταρχικό πατέρα. Είναι μια πολύ τυπική κωμωδία ενηλικίωσης, με όλα τα κλισέ και το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι δείχνει πόσο ανυπόφορη ήταν η ζωή στη σουηδική επαρχία βόρεια του αρκτικού κύκλου. Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε σ'αυτήν την ταινία είναι μια σκηνή όπου το ποτάμι μεταφέρει κομμάτια πάγων από το βορρά.




Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Svinalängorna [Beyond] 2010 της Pernilla August


 Η Περνίλλα Άουγκουστ είναι περισσότερο γνωστή σαν ηθοποιός. Έπαιξε μεταξύ άλλων την υπηρέτρια Μάι στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Μπέργκμαν, ενώ στη σειρά (και ταινία) Den goda viljan που σκηνοθέτησε ο τότε σύζυγός της Bille August παίζει τη μητέρα του Μπέργκμαν. Για το ρόλο της αυτό βραβεύτηκε στις Κάννες το 1992. Το 2010 σκηνοθέτησε το Svinalängorna την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Susanna Alakoski.

 Η ταινία διαδραματίζεται σε δυο χρονικές περιόδους: τη δεκαετία του 70 όπου η μικρή Λένα μετακομίζει με τους γονείς της στο νέο τους διαμέρισμα στη μικρή σουηδική πόλη Ίσταντ, και κάποιες δεκαετίες αργότερα όταν η πρωταγωνίστρια ενήλικη πια επιστρέφει στο Ίσταντ για να αποχαιρετίσει την ετοιμοθάνατη μητέρα της.

 Οι γονείς της Λένας είναι φτωχοί και αμόρφωτοι Φινλανδοί μετανάστες. Ο πατέρας της είναι συχνά άνεργος κι αλκοολικός, κάτι που κάνει την κατάσταση στο σπίτι ανυπόφορη και τελικά καταστρέφει την οικογένεια. Η Λένα καταφεύγει στις σουηδικές λέξεις τις οποίες σημειώνει και ερμηνεύει στα ημερολόγια της. Αυτό το κομμάτι της ταινίας που αναφέρεται στο παρελθόν είναι το πιο ενδιαφέρον, καθώς δείχνει από μια τη σταδιακή διάλυση της οικογένειας, κι από την άλλη περιγράφει τη σουηδική κοινωνία της εποχής, από την πλευρά την χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Μέσα από τις αποσπασματικές αναμνήσεις της Λένας βλέπουμε τους χαρακτήρες των γονιών της, ταπεινωμένων απ' την θέση τους στη σουηδική κοινωνία, και ανίκανων να μεγαλώσουν τα παιδιά τους παρά τις καλές προθέσεις. Βλέπουμε τα παιδιά να παρατηρούν, να προσπαθούν να αγνοήσουν την κατάσταση χωρίς να το καταφέρνουν.

 Είναι από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει μ'αυτό το δύσκολο θέμα, και γενικά μια πολύ καλή ταινία. Θα προτιμούσα το κομμάτι από παρόν να είναι μικρότερο σε διάρκεια, και η αλήθεια είναι ότι η Noomi Rapace που παίζει την ενήλικη Λένα μου φάνηκε υπερβολικά νευρική και κάπως ψεύτικη στο ρόλο της. Οι υπόλοιποι όμως ηθοποιοί, ειδικά οι Φινλανδοί ηθοποιοί που υποδύονται τους γονείς είναι καταπληκτικοί.



Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Äta sova dö [Eat sleep die] της Gabriela Pichler



Φαγητό, ύπνος και μετά θάνατος. Έτσι περιγράφει μια ηρωίδα της ταινίας τη ζωή στο χωριό της, κι αυτή η φράση δίνει τον τίτλο, όχι άδικα. Η ταινία περιγράφει τη ζωή μιας νέας εργάτριας σε ένα χωριό στη νότια Σουηδία, όπου πράγματι, δεν υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι να περάσεις την ώρα σου μετά τη δουλειά. Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, εμφανίζεται όταν το εργοστάσιο συσκευασίας σαλάτας, η βασική πηγή απασχόλησης στο χωριό, «αναγκάζεται» να απολύσει εργαζόμενους για να μην «αναγκαστεί» να κλείσει.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάνουν την ταινία ξεχωριστή και ο σημαντικότερος είναι η πρωταγωνίστρια του που κλέβει την παράσταση. Είναι η νεαρή Ράσα, Σουηδέζα με καταγωγή από το Μαυροβούνιο, εργάτρια στο εργοστάσιο από τα 16 της, αυθόρμητη, δυναμική και ευχαριστημένη με τη ζωή της (και τη δουλειά της). Ένας άλλος λόγος είναι ότι η ταινία είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική, οι χαρακτήρες είναι αληθινοί κι ανθρώπινοι. Έχουν πολλά ελαττώματα, όπως ότι είναι ρατσιστές και όχι ιδιαίτερα συναδελφικοί όταν έρχονται οι απολύσεις. Παρόλο το ρεαλισμό όμως, η ταινία έχει ωραίες ποιητικές σκηνές, και μπόλικο διακριτικό χιούμορ που χτυπάει στην ουσία των κοινωνικών προβλημάτων.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι περισσότερες ταινίες που ειρωνεύονται το παράλογο του συστήματος, περιγράφουν τη ζωή της ανώτερης ή μεσαίας αστικής τάξης. Ταυτόχρονα η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών που περιγράφουν τη ζωή της εργατικής τάξης, έχουν βία, ναρκωτικά, παρανομία...

Η Gabriela Pichler, που μεγάλωσε σε ένα παρόμοιο χωριό - όπως και οι ηθοποιοί άλλωστε- είπε σε μια συνέντευξη ότι αποφάσισε να αφαιρέσει απ' την ταινία της τον έρωτα και το έγκλημα, δυο στοιχεία που είναι τόσο σημαντικά από μόνα τους που δεν θα χωρούσαν στην ταινία της.




Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ρωτάνε τη Ράσα ποιες είναι οι δεξιότητες της. Κι εκείνη, μετά από λίγη σκέψη απαντάει: «Ξέρω να ζυγίζω με το χέρι ακριβώς 170 γραμμάρια ρόκας. Μπορώ να πακετάρω 12 συσκευασίες σαλάτας σε τεσσεράμισι δευτερόλεπτα».

Θυμάμαι σε μια συζήτηση στο φέισμπουκ, κάποιοι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν την ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» και του Νότιους γενικότερα. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν ήταν όλοι οι αφέντες σκληροί με τους σκλάβους κι ότι κάποιοι σκλάβοι αγαπούσαν τους αφέντες τους, άρα η δουλεία δεν ήταν και το απόλυτο κακό, όπως το παρουσιάζουν οι νικητές Βόρειοι. Για μένα, η δουλεία είναι μισητή όχι τόσο επειδή κάποιοι αφέντες κακομεταχειρίζονται τους δούλους τους, αλλά επειδή κάνει τους ανθρώπους να πέσουν τόσο χαμηλά ώστε να αγαπήσουν την κατάντια τους και να μην νοιάζονται για την ελευθερία.




Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

40-cı qapı [The 40th door](2009) του Elçin Musaoğlu

Στα παλιά αζέρικα παραμύθια έρχεται η στιγμή της μυστικής τεσσαρακοστής πόρτας. Ο ήρωας νικάει τον κακό δράκο κι ελευθερώνει απ' το κάστρο με τα σαράντα δωμάτια την όμορφη βασιλοπούλα, φυλακισμένους, ζώα, πουλιά και φυτά. Αλλά δεν μπορεί να ανοίξει την πόρτα του τελευταίου δωματίου. Η τεσσαρακοστή πόρτα σε όλες τις ιστορίες παραμένει κλειστή.

Έτσι αρχίζει και η δική μας ιστορία. Ο ήρωας του παραμυθιού, που ζει ευτυχισμένα σ'ένα φτωχό χωριό κοντά στο Μπακού, χάνει ξαφνικά τον πατέρα του. Η μαμά του δε μπορεί να δουλέψει, κι ο μόνος τρόπος να κερδίσει χρήματα είναι να πουλήσουν ένα παλιό χαλί που είναι οικογενειακό κειμήλιο. Η μαμά ούτε αυτό δεν μπορεί να το κάνει σωστά, αλλά έτσι κι αλλιώς ο μικρός ήρωας δε θέλει να αποχωριστεί το μοναδικό ενθύμιο του πατέρα του. Πρέπει λοιπόν να βρει μόνος του χρήματα. Έτσι ξεκινάει η περιπέτεια του που θα τον κάνει να γνωρίσει κάποιους ενδιαφέροντες χαρακτήρες και να μπλέξει σε καταστάσεις που δεν περίμενε ποτέ.

Αρχικά νόμιζα ότι ήταν ακόμα μια ταινία με έφηβους που χάνουν τους πατεράδες τους και καταφέρνουν με τιμιότητα, αυταπάρνηση, και θάρρος να γίνουν ο άντρας του σπιτιού, κάτι σαν το περσικό Niaz/The need, ή απ' αυτές που ο ήρωας παρ' όλη την προσπάθεια δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά  πχ. Μεθυσμένα άλογα. Εδώ όμως ο ήρωας είναι πιο πολύπλοκος, και για αυτό και η ταινία πιο ενδιαφέρουσα και πιο μαγική.

Την ταινία την είδα στο γιουτουμπ με αγγλικούς υπότιτλους. Είναι πολύ σύντομη -μια ώρα και κάπου είκοσι λεπτά- αν και για μένα ο χρόνος πέρασε πιο γρήγορα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο χαρακτήρας της μάνας, που ενώ είναι συμπαθητική, φαίνεται αρκετά ανώριμη και άχρηστη.





Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Bache Vaghti Bache Bood [When the Kid was a Kid] (2011) της Anahita Ghazvinizadeh


 «Το παιδί όταν ήταν παιδί» είναι ένα αγοράκι, που από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ταινίας, το βλέπουμε να ντύνεται και να βάφεται σαν γυναίκα. 
Δεν πρόκειται όμως για μια συνηθισμένη ιστορία παρενδυσίας αλά ιρανικά: είναι ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι που όμως αποκαλύπτει διάφορες πτυχές της σύγχρονης υποκριτικής κοινωνίας του Ιράν. Βασικά βλέπουμε μερικά γειτονόπουλα να παίζουν, μόνο που το παιχνίδι τους δεν είναι ρεαλιστικό παιχνίδι παιδιών, αλλά μάλλον ένας ενοχλητικός τρόπος να παρουσιαστούν κάποιες σκληρές αλήθειες. Όπως και να 'χει, είναι μια πολύ δυνατή και πρωτότυπη ταινία.

Η ταινία είναι αρκετά σύντομη (17 λεπτά) και είναι διαθέσιμη στη σελίδα της σκηνοθέτριας : http://anahita.mixform.com/videos/1506-when-the-kid-was-a-kid



Στο μυαλό μου έρχεται ακόμα μια ταινία απ' το Ιράν, η οποία είναι αυτό που θα λέγαμε κλασσική ιρανική ταινία, με την έννοια ότι είναι μινιμαλιστική και εκφράζει πανανθρώπινες αξίες, χωρίς να συγκρούεται με κατεστημένα.. To Bazi του Gholamreza Ramezani περιγράφει το δύσκολο πρωινό ενός μοναχοπαιδιού που είναι αναγκασμένο να παίζει μόνο του. Η ταινία κάνει ακριβώς αυτό: παρακολουθεί το κοριτσάκι να παίζει μόνο του και να βαριέται. Με διακριτικότητα σχολιάζεται και η θέση των γυναικών, και ασκείται φυσικά κριτική στην αστική ζωή. Πάντως, αυτή η λιτή και ιδεολογικά απλή ταινία εμένα με έκανε να κλάψω στο τέλος.


O Ραμεζανί έχει γυρίσει ακόμα μια ταινία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, τη Hayat, όπου η πρωταγωνίστρια, η  Χαγιάτ είναι μια ευσυνείδητη μαθήτρια που οι αναποδιές της ζωής, η φτώχεια, η θέση των γυναικών στα χωριά, κτλ,κτλ, την εμποδίζουν να πάει σχολείο για να δώσει εξετάσεις. Αυτή η ταινία είναι τόσο διδακτική, που μοιάζει να βγήκε απ' το υπουργείο παιδείας του Ιράν για να πείσει τους χωρικούς να στείλουν τις κόρες τους σχολείο.
Η δε Ghazvinizadeh μετακόμισε, όπως πολλοί άλλοι, για σπουδές στις ΗΠΑ, όπου γύρισε ακόμα μια ταινία μικρού μήκους, το Needle, η οποία μάλιστα βραβεύτηκε στις Κάννες.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Banoo-Ye Ordibehesht (1999) [The May Lady] της Rakhshan Bani-Etemad



Η Φορούγ, μια σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ που ζει εδώ και χρόνια με το μοναχογιό της, σκέφτεται να παντρευτεί τον άντρα που αγαπά. Ο γιος της έχει πια μεγαλώσει, είναι ήδη φοιτητής αλλά αντιδρά σ'αυτή τη σχέση και στο ενδεχόμενο να αποχωριστεί τη μητέρα του. Έτσι η Φορούγ βρίσκεται στο δίλημμα: είναι μια μητέρα που πρέπει να απαρνηθεί τα πάντα για το παιδί της, ή ένας άνθρωπος που έχει και δικές του ανάγκες;

Κι ενώ η Φορούγ βασανίζεται απ' αυτές τις σκέψεις, γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για την «υποδειγματική μητέρα», και παίρνει συνεντεύξεις από γυναίκες λιγότερο προνομιούχες απ' αυτή, αλλά και από νομικούς και διανοούμενες που αναλύουν τη θέση της μητέρας στο Ιράν.

Αυτές οι συνεντεύξεις που μοιάζουν αυθεντικές (αν και μάλλον δεν είναι) είναι για μένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας. Βλέπουμε γυναίκες των λαϊκών τάξεων, εργάτριες, χήρες, φυλακισμένες να διηγούνται δραματικά γεγονότα της ζωής τους, να κρύβονται στο τσαντόρ τους από ντροπή, να γυρίζουν την πλάτη στην κάμερα για να προστατέψουν το πρόσωπό τους στην κοινωνία.
Μπροστά σ'αυτά τα αποσπάσματα του ντοκιμαντέρ, τα προβλήματα της σκηνοθέτριας και του κακομαθημένου γιου της μοιραία φαίνονται επιπόλαια.

Ενδιαφέρον έχει και η ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιούν η Φορούγ και  ο φίλος της, και που δυστυχώς χάνεται στη μετάφραση-αλλά δεν πειράζει, ευτυχώς που υπάρχουν τα iraniantorrents για να βρίσκουμε σπάνιες καλές ιρανικές ταινίες, κι ας μην είναι πάντα τέλειοι οι υπότιτλοι.

Ο περσικός τίτλος της ταινίας (Banoo-Ye Ordibehesht) σημαίνει η Κυρία όχι του Μάη, αλλά του περσικού μήνα Ορντιμπεχεστ. Είναι ο δεύτερο μήνας του περσικού έτους και αρχίζει περίπου στις 20 του δικού μας Απρίλη και τελειώνει περίπου στις 20 του Μάη.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Baran (2001) του Majid Majidi


Βρισκόμαστε στο Ιράν σε μια οικοδομή που χτίζεται στα βόρεια προάστια της Τεχεράνης. Εκτός από τους νόμιμους Ιρανούς εργάτες, εκεί δουλεύουν και πολλοί Αφγανοί πρόσφυγες χωρίς χαρτιά, οι οποίοι πρέπει να εξαφανιστούν όταν έρχονται οι επιθεωρητές. Κάποια στιγμή ένας απ' τους Αφγανούς εργάτες πέφτει κάτω και σπάει το πόδι του και την επόμενη μέρα, ένας συμπατριώτης του φέρνει το «γιο» του τραυματισμένου στην οικοδομή και παρακαλεί το αφεντικό να τον πάρει στη θέση του πατέρα. Ο Λατίφ, που μέχρι τότε δούλευε σαν παιδί για όλες τις δουλειές, αναγκάζεται να δώσει τη θέση του στο μικρό Αφγανό, κι ο ίδιος αρχίζει να δουλεύει σαν κανονικός εργάτης, μια πολύ πιο βαριά δουλειά, γι'αυτό μισεί θανάσιμα τον αντικαταστάτη του.

Η Βροχή (Baran) του Ματζιντί είναι από τις πιο γνωστές ιρανικές ταινίες, και οι περισσότεροι, ακόμα κι αν δεν θυμούνται τον τίτλο της, κάπου θα την έχουν πετύχει (σε καμιά ΕΤ3). Χτες που την ξανάβλεπα όμως σκέφτηκα ότι πολλά στοιχεία της ίσως περνούν απαρατήρητα.


Ο αέρας ανοίγει την κουρτίνα, από τον καθρέφτη φαίνεται η Μπαράν να χτενίζεται
Το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας δεν είναι η Μπαράν, η ηρωίδα που δίνει το όνομά της στην ταινία. Αντίθετα η βασική +, είναι η ενηλικίωση του Λατίφ, ο οποίος όταν αρχίζει η ταινία είναι ένα ανέμελο παιδί πάντα έτοιμο για καυγά και τελικά, μέσα απ' τον έρωτά του για τη Μπαράν, μαθαίνει την ματαιότητα του υλικού κόσμου, ή μάλλον των εγκόσμιων. Μαθαίνει να δίνει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Αυτό το μοτίβο υπάρχει σε όλες τις ταινίες του Ματζιντί: Η «φώτιση» φτάνει όταν αποβάλει κανείς ότι ήταν σημαντικό γι' αυτόν: χρήματα, μια όμορφη γυναίκα, όραση, βραβεία. Αντίθετα η απόκτηση αυτών των αγαθών σημαίνει την απώλεια της ψυχής: αυτό το τελευταίο συμβαίνει στην «Ιτιά» και στα «Σπουργίτια». Είναι πολύ ενδιαφέρον τρόπος σκέψης, θυμίζει λίγο βουδισμό, αλλά έχει περισσότερο σχέση με τον ισλαμικό μυστικισμό. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στα έργα του σκηνοθέτη που θυμίζει βουδισμό είναι η αγάπη και η φροντίδα των «φωτισμένων» ηρώων για τα ζώα, ειδικά τα μικρά και αβοήθητα.

Ένα άλλο βασικό θέμα της ταινίας είναι η κοινωνική κριτική: δε βλέπουμε μόνο την εκμετάλλευση των Αφγανών από τους Ιρανούς και τη δύσκολη ζωή τους χωρίς χαρτιά, και με πόλεμο στο σπίτι. Η ταινία δείχνει μια κοινωνική διαστρωμάτωση που βασίζεται στην εκμετάλλευση μιας κοινωνικής ομάδας από την αμέσως ανώτερη. Πχ ο μηχανικός δεν πληρώνει το Μεμάρ (το αφεντικό στην οικοδομή), επειδή ένα ντουβάρι είναι στραβό, κι ο Μεμάρ με τη σειρά του δεν πληρώνει τους εργάτες. Οι ίδιοι οι Ιρανοί εργάτες αντιπαθούν τους Αφγανούς και ζητούν να πληρωθούν αυτοί με τα λιγοστά χρήματα που διαθέτει ο Μεμάρ. Και είναι χαρακτηριστικός και ο μικρόκοσμος των αμόρφωτων και φτωχών εργατών που κοιμούνται όλοι μαζί στην οικοδομή, στην άκρη μιας πολύ καλής περιοχής με ουρανοξύστες.

Κάτι που νομίζω ότι το χάνουν οι Έλληνες θεατές είναι ότι οι Ιρανοί εργάτες είναι χωρισμένοι ανάλογα με την εθνική τους καταγωγή. Σε ένα δωμάτιο κοιμούνται οι άνθρωποι απ' το Λορεστάν, σ' άλλο οι Κούρδοι, και σ' άλλο οι Αζέροι. Μάλιστα η κάθε εθνική ομάδα έχει κι από ένα αφεντικό που διαπραγματεύεται με το Μεμάρ για τα μεροκάματά τους. Περισσότερα γράφει το σάιτ του Ματζιντί: http://www.cinemajidi.com/baran/background.html

Η Μπαράν είπαμε ότι δεν είναι η πρωταγωνίστρια, όχι μόνο δεν μιλάει ποτέ, αλλά μαθαίνουμε ελάχιστα γι' αυτήν: ότι είναι ατσούμπαλη, ότι ταΐζει περιστέρια κι ότι είναι γενικά μια καλή και σεμνή κόρη.
Είναι συνηθισμένο σε ταινίες απ' το Ιράν ή άλλες μουσουλμανικές χώρες οι γυναίκες να μην μιλάνε ποτέ, κι αυτό να είναι σχόλιο για την κοινωνική τους θέση· ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι και το «Κάποτε στην Ανατολία» του Τσεϊλάν.
Πάντως ας μην ξεχνάμε ότι μπροστά στους άντρες είναι που οι γυναίκες δεν έχουν φωνή. Όμως ακόμα και στις πιο συντηρητικές κοινωνίες εννοείται ότι οι γυναίκες έχουν φωνή και γενικά κοινωνική ζωή μεταξύ τους, και φυσικά μέσα στην οικογένεια τους. Πρόκειται δηλαδή για χωρισμό των δυο φύλων. Με λίγα λόγια επειδή ο Ματζιντί ή ο Κιαροστάμι δεν μπορούν να βγουν για καφέ με μια συντηρητική Αφγανή, δε σημαίνει αυτό ότι δεν έχει ζωή η γυναίκα, ή πολύ περισσότερο ότι είναι ένα άβουλο ον χωρίς χαρακτήρα που απλά υπακούει τον πατέρα ή το σύζυγο. Απλά η ζωή της είναι αθέατη για έναν ξένο άντρα. Έλα ντε όμως που οι άντρες γυρίζουν ταινίες, και γράφουν βιβλία και φιλοσοφούν, και ουσιαστικά μεταδίδουν τη δικιά τους (μη ολοκληρωμένη) εικόνα στον υπόλοιπο κόσμο.

Με το αφγανικό έθιμο όπου κορίτσια μεταμφιέζονται σε αγόρια είχα γράψει εδώ. Όπως βλέπουμε και στη Μπαράν, το κορίτσι δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά στο ρόλο του αγοριού, τουλάχιστον όχι χωρίς τη βοήθεια άλλων αντρών.

Οι ήρωες μιλάνε περσικά μεταξύ τους. Ο Μεμάρ - παρεμπιπτόντως είναι ο ίδιος ηθοποιός που παίζει στα «Σπουργίτια»- είναι Αζέρος στην καταγωγή κι αυτό φαίνεται στην προφορά του που μοιάζει με την τούρκικη. Φαίνεται και σε μερικές φράσεις που πετάει στα αζέρικα, ειδικά όταν είναι θυμωμένος. Οι Αφγανοί μιλάνε νταρί μια γλώσσα που ουσιαστικά είναι ίδια με τα περσικά, μάλιστα λένε ότι είναι μια εξευγενισμένη μορφή περσικών, πιο κοντινή στην καθαρεύουσα. Για μένα τα νταρί ακούγονται λίγο σαν τιτιβίσματα πουλιών, και είναι πολύ πιο δύσκολο να τα καταλάβω απ' ότι τα μακρόσυρτα περσικά των Ιρανών.


Και μια βοήθεια με τα ονόματα που με μπέρδεψαν κι εμένα μέχρι να τα ξεχωρίσω
Ο Λατίφ είναι ο νεαρός πρωταγωνιστής.
Ο Μεμάρ είναι το αφεντικό, ο φωνακλάς.
Ο Νατζάφ είναι ο Αφγανός εργάτης που πέφτει και σπάει το πόδι του, ο πατέρας της Μπαράν.
Ο Σολτάν είναι ένας φίλος του, αυτός που φέρνει τη Μπαράν στην οικοδομή.
Ραχμάτ είανι το όνομα που χρησιμοποιεί η Μπαράν στην οικοδομή.



Η Μπαράν είναι μια απ' τις πιο αγαπημένες μου ταινίες. Αυτή την ανάρτηση-που ελπίζω να μην είναι η τελευταία- την αφιερώνω στο Δημήτρη που με παρακίνησε να ξαναπιάσω το μπλογκ, σε όσους και όσες δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, και στους αφγανούς εργάτες που μας φιλοξένησαν μια νύχτα σε μια τέτοια οικοδομή μέσα στην έρημο.


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Pál Adrienn (2010) της Ágnes Kocsis

Η Πιροσκα είναι νοσοκόμα και δουλεύει σε έναν θάλαμο με ετοιμοθάνατους. Δεν τα πάει και πολύ καλά με τους συναδέλφους της,ούτε φαίνεται να επικοινωνεί με τον άντρα της που είναι κάπως ψυχαναγκαστκός και την πιέζει να κάνει δίαιτα για να χάσει βάρος. Για να πούμε την αλήθεια έχει και κάποιο δίκιο ο άνθρωπος- η Πίροσκα έχει κάποια κιλάκια παραπάνω, και κυρίως το χει ρίξει στο φαγητό για να ξεφύγει απ' τα αδιέξοδα της ζωής της.
Την ψυχοφθόρα καθημερινότητά της διακόπτει η ανάμνηση της καλύτερής της φίλης στο δημοτικό, της Παλ Αντριέν. Η Αντριέν ήταν κάτιπαραπάνω από αδερφή για την Πίροσκα, ήταν ίσως η μοναδική της φίλη, το μοναδικό άτομο που την καταλάβαινε. Έτσι η Πίροσκα ξεκινάει μια οδύσσεια για να βρει τα ίχνη της παλιάς της συμμαθήτριας, η οποία για κάποιο άγνωστο λόγο έφυγε απ' την πόλη όταν πήγαιναν τετάρτη δημοτικού. Ψάχνει να βρει την παλιά της γειτονιά, το σχολείο της, τους υπόλοιπους συμμαθητές που ίσως κάτι να ξέρουν για την εξαφάνιση της Αντριέν.

Η ταινία αυτή είναι ίσως τυπικό δείγμα μουντών ευρωπαϊκών ταινιών με θέμα την αποξένωση του ανθρώπου μες στο γκρίζο περιβάλλον της πόλης. Χαρακτηριστικά, την περισσότερη ώρα βλέπουμε την πρωταγωνίστρια στο νοσοκομείο να φροντίζει τους σχεδόν αναίσθητους αρρώστους, η να περιμένει σε μια (εντυπωσιακή) αίθουσα όπου σε οθόνες αποτυπώνονται τα καρδιογραφήματα των ασθενών. Περιμένει πότε θα γίνει ανακοπή για να τρέξει να κάνει ανάνηψη.. Και μένει η απορία: γιατί το  κοριτσάκι με την κόκκινη κορδέλα που θυμόταν τα γενέθλια όλων των συγγενών του να καταλήξει έτσι;
 Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα ούτε ιδιαίτερα πρωτότυπη ταινία, όμως έχει κάτι που σε κάνει να μην την ξεχνάς εύκολα.


Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Σκηνοθέτριες απ' το Ιράν

Ένα από τα πράγματα που μου έχει κάνει εντύπωση σε σχέση με το Ιράν είναι το μεγάλο ποσοστό γυναικών σκηνοθετριών, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα κλισέ που έχουν κάποιοι για τη χώρα αυτή (και για τις μουσουλμάνες γενικότερα). Ορίστε μερικές απ' αυτές:


 Η πιο καταξιωμένη σκηνοθέτρια στο Ιράν είναι η Rakhshan Bani-Etemad, που έχει γυρίσει πάνω από δέκα ταινίες, οι οποίες τα πάνε πολύ καλά εμπορικά. Έχω δει δυο απ' αυτές. Η πρώτη που είδα είναι το Zir-e Pust-e Shahr, που είναι η ιστορία μιας μάνας της λαϊκής εργατικής τάξης που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τα προβληματικά παιδιά της. Είναι μια πολύ καλή ταινία που δεν έχει βέβαια πολλές σινεφίλ αξιώσεις (καμία σχέση με σχολή Κιαροστάμι κτλ), αλλά διηγείται μια ωραία ιστορία με ωραίο τρόπο κι αυτό είναι σπάνιο. Έχω δει και το Gilane, όπου βλέπουμε πάλι μια μάνα, μια ηρωική μάνα που τραβάει τα πάνδεινα λόγω του πολέμου με το Ιράκ. Η Γκιλανέ -κατά την προσωπική μου άποψη πάντα- ξεπερνά τα όρια του κιτς αλλά θέλω να πιστεύω ότι γι' αυτό φταίει ο συνσκηνοθέτης Mohsen Abdolvahab. Η Μπανί-Ετεμάντ είναι γνωστή και για το ότι έφερε τους λογοκριτές στα όρια τους με μερικά έργα της.

Ακόμα μια διάσημη σκηνοθέτρια- άγνωστη όμως στο δυτικό κοινό- είναι η Tahmine Milani , εμπορικά πολύ πετυχημένη.  Οι ταινίες της έχουν στόχο να φανερώσουν τις αδικίες που υφίστανται οι γυναίκες στο πατριαρχικό Ιράν,  και οι πρωταγωνίστριές τους υποφέρουν πολύ από ακραίες καταστάσεις. Κατά την άποψή μου είναι πολύ μελοδραματικές και τραβηγμένες.


Η πιο γνωστή στο σινεφιλικό κοινό είναι πάντως η Samira Makhmalbaf, κόρη του διάσημου πατέρα της, του Μοσέν, η οποία είχε θεωρηθεί παιδί θαύμα όταν γύρισε στα δεκαεφτά της το «Μήλο» ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ που έχει και στοιχεία μυθοπλασίας.  Δυο χρόνια αργότερα γύρισε τον επίσης βραβευμένο και πιο ώριμο «Μαυροπίνακα». Το στιλ της μοιάζει αρκετά με το στιλ των τελευταίων ταινιών του πατέρα της: πολύ όμορφα πλάνα, χαώδες σενάριο, «πρόχειρη» σκηνοθεσία που θυμίζει ντοκιμαντέρ. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει, όπως και τις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειας, ότι στην ουσία δημιουργός των ταινιών τους είναι ο πατέρας Μαχμαλμπάφ. Βέβαια, όπως είπε η αδερφή της η Χάνα, η κοινωνία μας έχει την τάση να αμφισβητεί πάντα τη δημιουργικότητα των γυναικών με οποιαδήποτε αφορμή. Η τελευταία ταινία που έχει γυρίσει είναι το «Δίποδο Άλογο» του 2008, το οποίο πήρε αρκετά αρνητικές κριτικές λόγω της σκληρότητάς του.

Η αδερφή της Σαμίρας η Χάνα είχε θεωρηθεί κι αυτή παιδί θαύμα όταν γύρισε το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ Lezate Divanegi, που ουσιαστικά περιγράφει το πως γυρίστηκε το «Στις πέντε το απόγευμα» της Σαμίρας. Αργότερα γύρισε το «Βούδα που λιποθύμησε από ντροπή» όπου μια μικρή Αφγανή αντιμετωπίζει του κόσμου τα αναπάντεχα προβλήματα για να πάει σχολείο. To 2009 γύρισε τις «Πράσινες Μέρες» με θέμα την αποτυχημένη καθώς φαίνεται πράσινη επανάσταση στο Ιράν: είναι μια κυριολεκτικά ερασιτεχνική ταινία, πολύ βιαστικά φτιαγμένη- τέτοια ώρα, τέτοια λόγια βέβαια.

Το τρίτο μέλος της οικογένειας Μαχμαλμπάφ είναι η Marzieh Meshkini, η δεύτερη σύζυγος του Μοσέν και αδερφή της πρόωρα χαμένης Φατεμέ, της πρώτης γυναίκας του. (Δηλαδή είναι θεία και θετή μητέρα της Σαμίρας και της Χάνας). Η Μαρζιέ έχει γυρίσει δυο ταινίες, την αγαπημένη μου «Μέρα που έγινα γυναίκα» και τους πολύ ενδιαφέροντες «Αδέσποτους σκύλους», με πρωταγωνιστές δυο αδέρφια που ζουν στο μεταταλιμπανικό Αφγανιστάν.

Ίσως η πιο αγαπητή στου Ιρανούς σκηνοθέτρια είναι η ποιήτρια Φορούχ Φαροχζάντ, που έχει όμως γυρίσει μια και μοναδική ταινία, ντοκιμαντέρ μάλιστα, το «Σπίτι είναι Μαύρο» που αναφέρεται σε μια αποικία λεπρών στο Ιράν. Και πάλι, προσωπική μου άποψη είναι βέβαια, αλλά νιώθω μια αηδία όταν κάποιος θέλει να βγάλει λυρισμό και ποίηση απ' τη δυστυχία των ανθρώπων. Όταν πχ η δασκάλα ρωτά τα παιδιά να της πουν κάτι άσχημο κι αυτά απαντούν λέγοντας τα μέλη του σώματός τους, τότε αυτό όχι μόνο μοιάζει στημένο αλλά και κακόγουστο.

Η Marva Nabili έχει γυρίσει τρεις ταινίες. Δυο στο προεπαναστατικό Ιράν και μια στις ΗΠΑ το 83. Το Khake Sar Beh Morh, η πρώτη της ταινία περιγράφει τη βαρετή ζωή μιας ανικανοποίητης νεαρής επαρχιώτισσας που βλέπει τους μοντέρνους καιρούς να περνούν μπροστά της αλλά να μην την αγγίζουν και βγάζει αυτή τη ματαίωση ψυχοσωματικά τρόπον τινά. Σαν ταινία θυμίζει αρκετά τη «Νεκρή Φύση» του Σαλές: Η κάμερα με το ζόρι κινείται, τα συμβάντα είναι άψυχα, δεν υπάρχουν δραματικές κορυφώσεις. Δυστυχώς η Ναμπιλί εξαφανίστηκε απ' τον κινηματογράφο.

H Manijeh Hekmat έχει γυρίσει δυο ταινίες μέχρι τώρα: Η πρώτη, Zendan-e Zanan, περιγράφει τη δύσκολη σχέση  ανάμεσα σε δυο γυναίκες: μια διευθύντρια φυλακών που αποφασίζει να επιβάλλει την τάξη σε μια χαοτική φυλακή γυναικών, και την καλή αλλά ανυπόταχτη φυλακισμένη Μιτρά. Σ'αυτήν την ταινία δεν υπάρχουν καλές και κακές, και φαίνεται ότι απλά οι συνθήκες έχουν φέρει αντίπαλες δυο γυναίκες που κατά τα άλλα θα τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Μέσα σε είκοσι χρόνια βλέπουν- ουσιαστικά «φυλακισμένες» κι οι δυο- την εξέλιξη της ιρανικής κοινωνίας (η έστω του υποκόσμου) και μπροστά τους ξετυλίγεται η μοίρα πολλών γυναικών που για διάφορους λόγους έχουν βρεθεί στη φυλακή. Στην πορεία συνειδητοποιούν ότι άλλοι είναι οι πραγματικοί εχθροί τους. Η «Φυλακή των γυναικών» είναι ένα άγνωστο διαμάντι του ιρανικού κινηματογράφου, σαν ταινία απλή βέβαια, και σκληρή, αλλά ωραία, η πιο ωραία ταινία φυλακών που έχω δει.

H Maryam Shahriar δυστυχώς χάθηκε αφού γύρισε μια μόνο ταινία, τις «Κόρες του Ήλιου» με θέμα μια κοπέλα που παριστάνει τον άντρα για να δουλέψει σαν βοηθός σε μια μικρή σπιτική βιοτεχνία (που λέει ο λόγος) χαλιών. Ίσως φταίει το πολύ τολμηρό θέμα που ανάγκασε τη σκηνοθέτρια να μην ξαναεμφανιστεί. Πάντως το έργο μου θύμισε με ευχάριστο τρόπο τον πολυαγαπημένο μου Παρατζάνοφ. Κρίμα, κρίμα..

Η Mania Akbari ξεκίνησε την καριέρα της στον κινηματογράφο σαν ηθοποιός στην ταινία «Δέκα» του Κιαροστάμι. Μετά γύρισε τα «Είκοσι Δάχτυλα» που έχει αρκετές ομοιότητες με το Δέκα, και το «10 + 4» που δείχνει και πάλι την ίδια, αυτή τη φορά σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής της (καρκίνος και χημειοθεραπείες). Από τότε δεν έχει σταματήσει να γυρίζει πειραματικές ταινίες που δεν έχουν πλέον την ίδια σαν πρωταγωνίστρια.

H ανθρωπολόγος και μελετήτρια του Ισλάμ Ziba Mir-Hosseini έχει σκηνοθετήσει μόνο ντοκιμαντέρ. Το Divorce Iranian Style που το σκηνοθέτησε μαζί με την Kim Longinotto, είναι μια κωμικοτραγική αποτύπωση διάφορων υποθέσεων διαζυγίου που φτάνουν στα δικαστήρια, και είναι ένα απ' τα καλύτερα ντοκιμαντέρ που έχω δει.

Τέλος ας μην ξεχνάμε της σκηνοθέτριες ιρανικής καταγωγής που έχουν γυρίσει ταινίες στο εξωτερικό, όπως η Γκρανάζ Μουσαβί (My Tehran For Sale), η Μαρτζάν Σατραπί (δημιουργός της Περσέπολης και του πρόσφατου Κοτόπουλου με Δαμάσκηνα), η Σιρίν Νεσάτ (Γυναίκες Χωρίς Άντρες) αλλά και η Maryam Keshavarz που όσο αδιάφορη και να μ'άφησε η ταινία της (Circumstance), δεν παύει να είναι Ιρανή η γυναίκα.

Γι'αυτή την ανάρτηση εμπνεύστηκα απ' το μπλογκ Chá-de-Lima da Pérsia , ένα πολύ ωραίο βραζιλιάνικο μπλογκ σχετικά με το Ιράν, και συγκεκριμένα  απ' αυτή την ανάρτηση. Φυσικά υπάρχουν και άλλες Ιρανές σκηνοθέτριες, αλλά περιορίστηκα σ' αυτές απ' τις οποίες είχα δει δείγμα του έργου τους..

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Raghs dar ghobar (2003) [Dancing in the Dust] του Asghar Farhadi

Ο Ασγάρ Φαραντί ο διάσημος πλέον σκηνοθέτης του Χωρισμού ξεκίνησε την καριέρα του σαν σκηνοθέτης κινηματογράφου το 2003 -πριν είχε σκηνοθετήσει σειρές στην τηλεόραση και είχε γράψει σενάρια- με την ταινίαRaghs dar ghobar (Χορός στη Σκόνη). Έχουμε κι εδώ ένα διαζύγιο- όπως φαίνεται οι σχέσεις μεταξύ ζευγαριών και κυρίως ο χωρισμός είναι απ' τα αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη. Το νεαρό ζευγάρι της ταινίας γνωρίζεται και παντρεύεται κατά τη διάρκεια των τίτλων αρχής, και σύντομα αναγκάζονται να χωρίσουν. Ο λόγος είναι ότι η μητέρα της γυναίκας «μπαίνει σε αυτοκίνητα με ξένους άντρες», και οι γονείς του νεαρού συζύγου δε δέχονται να έχουν συμπεθέρα πоυτάvα, αλλά και οι φίλοι του τον ειρωνεύονται και τον προσβάλλουν. Δυο είναι τα προβλήματα που προκύπτουν απ' το διαζύγιο: ότι ο Ναζάρ αγαπάει τη γυναίκα του, και ότι πρέπει να της πληρώσει την προίκα, δηλαδή το χρηματικό ποσό που ο γαμπρός υπόσχεται στη νύφη στο συμβόλαιο του γάμου και που είναι υποχρεωμένος να το δώσει όταν την χωρίσει. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας παρακολουθεί το Ναζάρ που προσπαθεί να βρει χρήματα, και στο δεύτερο μισό επικεντρώνεται στη σχέση του με έναν μυστηριώδη γέρο.
Ο χορός στη σκόνη έχει ελάχιστα κοινά με τις επόμενες ταινίες του Φαραντί ειδικά τις 3 τελευταίες. Δεν υπάρχει κανένα πολύπλοκο ηθικό δίλημμα, ούτε έχουμε τη λιτότητα των υπόλοιπων ταινιών δωματίου. Εδώ υπάρχουν πιο εξπρεσιονιστικές σκηνές, όπως τα άλογα που τα δηλητηριάζουν με δηλητήριο φιδιού ή οι σκηνές στο εγκαταλειμμένο χωριό στην έρημο. Ταυτόχρονα είναι αρκετα μελοδραματική ταινία, καμία σχέση με το Χωρισμό με τους γκρίζους και πεζούς χαρακτήρες του.

Βασικά δεν είναι κακή ταινία για το είδος της. Το είδος αυτό ευδοκιμεί στο Ιράν και είναι ταινίες με φτωχούς πλην τίμιους κι αθώους χαρακτήρες, σχεδόν πάντα νέους άντρες ή παιδιά, οι οποίοι δίνουν μαθήματα ανθρωπιάς, φιλότιμου, και αφοσίωσης σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που φτάνει μέχρι την αυτοθυσία. Τέτοιες ταινίες είναι το Baduk του Ματζιντί, το Niaz του Davoudnejad, η Όμορφη πόλη του Φαραντί, ενώ πιο εκλεπτυσμένες βερσιόν είναι η Βροχή και τα Παιδιά του Παραδείσου του Ματζιντί. Και τοΠου είναι το σπίτι του φίλου μου τουτου Κιαροστάμι έχει κάτι απ' αυτήν την παράδοση. Όπως είχα γράψει και για την περίπτωση του Ματζιντί είναι άξιο απορίας και σ'αυτή την περίπτωση πώς ο ίδιος σκηνοθέτης που γύρισε τονΧορό στην άμμοκατάφερε μόλις σε τρία χρόνια να γυρίσει την πολύ πιο ώριμηΚυριακή των πυροτεχνημάτων.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί το Ματζιντί-πάντα όμως το παρουσιάζει πλάγια- είναι η θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία. Από τη Ραζιέ του Χωρισμού και την Ελι του Τί απέγινε η Έλι μέχρι την κρυφά διαζευγμένη Φιρουζέ της Όμορφης πόλης και την ανώνυμη πεθερά του Χορού, οι γυναίκες δέχονται παραπάνω πίεση λόγου του φύλου τους. Στην τελευταία περίπτωση εντύπωση μου κανε πόσο κοντά (φιλοσοφικά) είναι η κατάσταση του γάμου με την πоρνεία. Γιατί, αν ο άντρας είναι υποχρεωμένος να πληρώσει την γυναίκα του, όποτε παντρεύεται, εε... Και μιλάμε για τον κανονικό γάμο, όχι τον προσωρινό γάμο (σιγκέ) που είναι ακόμα πιο κοντά στην πоρνεία. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που ξεφεύγει λίγο..